| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26140 | κουκουβάου | κου-κου-βά-ου επιφών. {άκλ.}: η φωνή της κουκουβάγιας. Βλ. κουάξ κουάξ. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 26141 | κουκούλα | κου-κού-λα ουσ. (θηλ.) 1. κάλυμμα του κεφαλιού ραμμένο στο πίσω και πάνω μέρος ενός ρούχου για προστασία κυρ. από τη βροχή και το κρύο: αποσπώμενη/ενσωματωμένη/ρυθμιζόμενη ~. ~ αδιάβροχου/μπουφάν. Μπλούζα/μπουρνούζι/φούτερ με ~. ~ με κορδόνι/με φερμουάρ/που διπλώνει μέσα στον γιακά. Βάζω/βγάζω την ~. Βλ. σκούφος.|| Στολή κατάδυσης με ~.|| Υπνόσακος με ~. 2. εφαρμοστό περίβλημα της κεφαλής και του προσώπου με ανοίγματα για τα μάτια, τη μύτη και το στόμα, το οποίο φοράει κάποιος για να μην αναγνωρίζεται, κυρ. κατά την τέλεση αξιόποινης πράξης: μάλλινη/μαύρη ~. Ληστές/τρομοκράτες με ~ες. Κρύβονται κάτω/πίσω από τις ~ες. Πβ. μπαλακλάβα.|| (παλαιότ.) Καταδότης/δήμιος με ~. 3. προστατευτικό κάλυμμα οχήματος ή σκάφους: πολυεστερική ~. (Αδιάβροχη) ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας. ~ πάρκινγκ. 4. (σε κάμπριο) πτυσσόμενη οροφή: ηλεκτρική/υφασμάτινη ~. Αναδίπλωση/άνοιγμα της ~ας. Ανεβάζω/κατεβάζω/μαζεύω/σηκώνω την ~. [< μεσν. κουκούλ(λ)α < λατ. cuculla] | |
| 26142 | κουκουλάρικος | , η, ο κου-κου-λά-ρι-κος επίθ.: ΛΑΟΓΡ. φτιαγμένος από μεταξωτή κλωστή η οποία προέρχεται από κουκούλι μεταξοσκώληκα: ~ο: εργόχειρο/υφαντό. ~α: κάδρα (: στα οποία έχουν τοποθετηθεί αντίστοιχα κεντήματα). ● Ουσ.: κουκουλάρικα (τα): ενν. υφάσματα. Πβ. μεταξωτά. [< μεσν. κουκουλάρικος] | |
| 26143 | κουκούλι | κου-κού-λι ουσ. (ουδ.) {κουκουλ-ιού | -ιών} 1. ΖΩΟΛ. μαλακή θήκη της προνύμφης μερικών εντόμων: ~ μεταξοσκώληκα (: από το οποίο παράγεται το μετάξι). Η κάμπια πλέκει/υφαίνει/φτιάχνει το ~ της. Η πεταλούδα βγήκε από το/έσπασε το ~ της.|| Παραγωγή (χλωρών) ~ιών (βλ. σηροτροφείο). Επεξεργασία του ~ιού. ΣΥΝ. βομβύκιο 2. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε προσφέρει ασφάλεια και προστασία, περιορίζοντας, ταυτόχρονα, την ελευθερία δράσης: Ξέφυγε από το ~ της οικογένειας. Έχει κλειστεί στο ~ του (= καβούκι). [< μεσν. κουκούλι] | |
| 26144 | κουκουλοφόρος | κου-κου-λο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): αυτός που φοράει μαύρη συνήθ. κουκούλα, για να μην αναγνωρίζεται κατά τη διάπραξη αξιόποινης πράξης: ένοπλοι ~οι. Δράση/εισβολή/ομάδα ~ων. Απαγωγή/επεισόδια από ~ους.|| (ως επίθ.) ~οι: τρομοκράτες.|| (παλαιότ.) Οι ~οι της Κατοχής (= δωσίλογοι, καταδότες). Βλ. -φόρος. | |
| 26145 | κουκούλωμα | κου-κού-λω-μα ουσ. (ουδ.) {κουκουλώμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) συγκάλυψη ή αποσιώπηση στοιχείου, γεγονότος ή πράξης: ~ του εγκλήματος/του θέματος/των προβλημάτων/της υπόθεσης. Προσπάθεια ~ατος του σκανδάλου. Όλα θα γίνουν με διαφάνεια χωρίς ~ατα. Πβ. απόκρυψη, θάψιμο. Βλ. μαγείρεμα, παρασκήνιο. ΑΝΤ. ξεκουκούλωμα, ξεμασκάρεμα 2. (σπάν.) κάλυψη με κουκούλα: ~ του κεφαλιού. Πβ. σκέπασμα. | |
| 26146 | κουκουλώνω | κου-κου-λώ-νω ρ. (μτβ.) {κουκούλω-σα, κουκουλώ-σει, -θηκα, -μένος, κουκουλών-οντας} (προφ.) 1. καλύπτω, σκεπάζω κάποιον ή κάτι εντελώς: ~ το αυτοκίνητο. ~θηκα με την κουβέρτα/το σεντόνι. Κουκουλώσου στα σκεπάσματα. ΑΝΤ. ξεκουκουλώνω (2), ξεσκεπάζω (1) 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) αποκρύπτω, αποσιωπώ: ~ την αλήθεια/ένα έγκλημα/ένα ζήτημα/ένα λάθος/μια παρανομία. Δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, ~οντας τα προβλήματα. Το σκάνδαλο ~θηκε. Πβ. θάβω, συγκαλύπτω. ΑΝΤ. βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα, ξεκουκουλώνω (1), ξεσκεπάζω (2) 3. (συνήθ. για γυναίκα) κάνω κάποιον να με παντρευτεί, παραπλανώντας τον με τεχνάσματα: Τον ~σε (= τον τύλιξε). ● ΦΡ.: τα κουκουλώνω (μτφ.-προφ.): κρύβω στοιχεία ή εμποδίζω την αποκάλυψή τους: Ενώ γνωρίζουν τους υπεύθυνους, πάνε να τα ~σουν. ΣΥΝ. τα σκεπάζω, τα κουκουλώνει σαν τη γάτα βλ. γάτα [< μεσν. κουκουλλώνω] | |
| 26147 | κουκουνάρα | κου-κου-νά-ρα ουσ. (θηλ.) (μεγεθ.): μεγάλο κουκουνάρι. ● ΦΡ.: άρες μάρες (κουκουνάρες) βλ. άρες [< μεσν. κουκουνάρα] | |
| 26148 | κουκουνάρι | κου-κου-νά-ρι ουσ. (ουδ.): ο καστανόχρωμος, ωοειδής ή σφαιρικός, ξυλώδης καρπός της κουκουναριάς· καθένας από τους εδώδιμους σπόρους της που χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική: τα ~ια του πεύκου. Πβ. κώνος.|| Καβουρδισμένα ~ια. Γέμιση γαλοπούλας με ~ια. Χαλβάς με ~. [< μεσν. κουκουνάρι] | |
| 26149 | κουκουναριά | κου-κου-να-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μεσογειακό είδος πεύκου (επιστ. ονομασ. Pinus pinea), που έχει σχετικά κοντό καστανό κορμό με βαθιές ρωγμές, σφαιρική κόμη, φύλλα που μοιάζουν με βελόνες και ωοειδείς καρπούς (κουκουνάρια): δάσος ~ιάς. ΣΥΝ. ήμερο πεύκο, πίτυς [< μεσν. κουκουναριά] | |
| 26150 | κουκουρίκου | βλ. κικιρίκου | |
| 26151 | κουκουρούκου | κου-κου-ρού-κου επίθ. {άκλ.} (νεαν. αργκό): ασυνάρτητος· (για πρόσ.) τρελαμένος ή περίεργος: ~ κατάσταση.|| Ο τύπος είναι εντελώς ~ (= αλλοπρόσαλλος).|| (ως επίρρ.) Φέρεται ~. Πβ. άλλα αντ' άλλων, ό,τι να 'ναι. | |
| 26152 | κουκούτσι | κου-κού-τσι ουσ. (ουδ.) {κουκουτσ-ιού | -ιών}: το σκληρό, συνήθ. μικρό, στρογγυλό ή ελλειψοειδές τμήμα καρπού που βρίσκεται στο κέντρο του και αποτελεί τον σπόρο, πυρήνα του: μεγάλο ~ (βλ. αβοκάντο). Το ~ του βερίκοκου/της ελιάς/του κερασιού/του ροδάκινου. Τα ~ια του καρπουζιού/μήλου/σταφυλιού (= οι σπόροι). Απόσταγμα/εκχύλισμα ~ιών. Δαμάσκηνα/μανταρίνια χωρίς ~ια. Βγάζω/καθαρίζω/φτύνω τα ~ια. Εργαλείο αφαίρεσης ~ιών (βλ. ξεκουκουτσιάζω).|| Κομπολόι (με χάντρες) από αρωματικό ~. ● Υποκ.: κουκουτσάκι (το) ● ΦΡ.: κουκούτσι μυαλό & μυαλό κουκούτσι & (σπάν.) μυαλό φιρίκι: για άτομο ανόητο, άμυαλο: Δεν έχει ~ ~ (πβ. δράμι, ίχνος). Ωραίο παιδί, αλλά από μυαλό, κουκούτσι! Πβ. σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση. ΑΝΤ. το μυαλό του κόβει σαν ξυράφι & μυαλό ξ(ο)υράφι, γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι βλ. παπούτσι [< μεσν. κουκούτσι(ν)] | |
| 26153 | κουλ | επίθ. {άκλ.} (νεαν. αργκό) ΣΥΝ. κουλαριστός 1. ατάραχος, ήρεμος, ψύχραιμος: Να είσαι ~. Πολύ ~ τύπος. Πβ. ακομπλεξάριστος. ΑΝΤ. αγχώδης, νευρικός.|| (ΜΟΥΣ.) ~ τζαζ (= χαλαρή). 2. προς δήλωση επιδοκιμασίας· πολύ καλός: ~ μέρος. Πολύ ~ ιδέα.|| (ως επίρρ.) -Πώς σου φαίνεται/το βλέπεις; -~! 3. μοδάτος, μοντέρνος: ~ ντύσιμο/στιλ. Δεν είναι ~ να ... Πβ. τρέντι. [< αγγλ. cool, γαλλ. ~, 1952, ιταλ. ~, 1960] | |
| 26154 | κουλάδι | κου-λά-δι ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. ανόητος, καθυστερημένος: Είναι (εντελώς) ~! ΣΥΝ. κουλός (2) 2. χέρι: Μην απλώνεις τα ~ια (= ξεράδια) σου! ΣΥΝ. κουλό (2), ξερό (2) | |
| 26155 | κουλαίνω | κου-λαί-νω ρ. (μτβ.) {κούλ-ανα, κουλά-θηκα, συνήθ. μεσοπαθ.} (αργκό) 1. (μτφ.) αφήνω κάποιον άφωνο, λέγοντας ή κάνοντας κάτι εξαιρετικά αλλόκοτο ή πολύ ανόητο, χαζό: Με ~ανες μ' αυτό που είπες (= μ' έστειλες, με κούφανες). 2. (εμφατ.) προξενώ σε κάποιον μεγάλο πόνο στα χέρια, παραλύω: ~θηκα από το πολύ γράψιμο (= πιάστηκα). Πβ. ξεραίνω. | |
| 26156 | κουλαμάρα | κου-λα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. (μτφ.) ανοησία, βλακεία: Τι ~ είναι πάλι αυτή; Όλο ~ες κάνει/λέει (= κουλά)! Γράφει ό,τι ~ του κατέβει. Πβ. κοτσάνα. ΣΥΝ. κουφαμάρα (2) 2. (εμφατ.) παράλυση ή αδεξιότητα των χεριών: ~ έχει και δεν μου τηλεφώνησε; Αμάν, το 'σπασες, τι ~ είναι αυτή! Βλ. κουσούρι, κουτσαμάρα. | |
| 26157 | κουλαντρίζω | κου-λα-ντρί-ζω ρ. (μτβ.) {κουλάντρι-σε, κουλαντρί-σει· στην παθ. φωνή μόνο στον ενεστ.} & (σπάν.) κολαντρίζω (λαϊκό): χειρίζομαι, ελέγχω: Τα ~ εύκολα. Δεν ξέρει πώς να τους ~σει (= να τους φέρει στα νερά του)! ΣΥΝ. κουμαντάρω (2), φέρνω βόλτα (1) [< τουρκ. kulland(ιm), αόρ. του ρ. kullanmak ‘χρησιμοποιώ΄, πβ. αλβ. kullandris ‘τακτοποιώ’] | |
| 26158 | κουλαριστός | , ή, ό κου-λα-ρι-στός επίθ. (νεαν. αργκό): κουλ. ● επίρρ.: κουλαριστά | |
| 26159 | κουλάρω | κου-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {κουλάρισα κ. κούλαρα} (νεαν. αργκό): ηρεμώ, χαλαρώνω: Δεν μπορώ να ~ (με τίποτα). Κουλάρισε/κούλαρε λιγάκι. Κάτσε λίγο να ~εις! ΑΝΤ. αγχώνομαι [< αγγλ. cool (down)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ