| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26160 | κουλέρ λοκάλ | κου-λέρ λο-κάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουλέρ-λοκάλ: τοπικό χρώμα· το σύνολο των χαρακτηριστικών στοιχείων ενός τόπου: το ~ του νησιού. [< γαλλ. couleur locale] | |
| 26161 | κουλές & κούλες | κου-λές ουσ. (αρσ.) (ιδιωμ.): φρούριο, πύργος. Πβ. κάστρο, οχυρό, παρατηρητήριο, φυλάκιο. Βλ. -ές. [< τουρκ. kule] | |
| 26162 | κουλό | κου-λό ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό) 1. πράξη, κουβέντα ή άποψη που αφήνει έκπληκτο κάποιον, επειδή είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη, περίεργη ή πολύ ανόητη: Τι ~ είναι αυτό που άκουσα/είπε; Μου φαίνεται εντελώς/πολύ/τελείως ~! Όλο ~ά κάνει. Το ~ της υπόθεσης είναι ... Πβ. κουλαμάρα. ΣΥΝ. κουφό 2. {συνήθ. στον πληθ.} χέρι: Κάτω/κοντά τα ~ά σου! Μάζεψε/πάρε τα ~ά σου από πάνω μου (: μη με αγγίζεις). ΣΥΝ. κουλάδι (2), ξερό (2) 3. ανόητος, χαζός: Πού πάει, μωρέ, το ~; ΣΥΝ. βλαμμένος, κουλάδι (1) | |
| 26163 | κουλός | , ή, ό κου-λός επίθ. (προφ.) 1. αυτός που έχει χάσει το ένα ή και τα δυο του χέρια ή παρουσιάζει σχετική αναπηρία. 2. (μτφ.-ειρων.) αδέξιος, ανίκανος: ~ είσαι και δεν μπορείς να κρατήσεις το ποτήρι; 3. (νεαν. αργκό) εξαιρετικά ασυνήθιστος ή ανόητος: ~ός: συνδυασμός. ~ή: ιδέα. ~ές: ερωτήσεις/ιστορίες. ~ά: επιχειρήματα/όνειρα.|| (ως ουσ.) Μαζεύτηκαν όλοι οι ~οί! ΣΥΝ. κουφός (3) [< μεσν. κουλός] | |
| 26164 | κουλουάρ | κου-λου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. διάδρομος στίβου. [< γαλλ. couloir] | |
| 26165 | κουλουβάχατα | κου-λου-βά-χα-τα επίρρ. (προφ.): για να δηλωθεί πρόκληση αναστάτωσης, σύγχυσης· άνω-κάτω: Τα έκανε ~ (= θάλασσα, μαντάρα). Γίναμε ~ (: για άγριο καβγά). [< αραβ. kulluwahad] | |
| 26166 | κουλούκι | κου-λού-κι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.): σκυλάκι, κουτάβι. [< μεσν. κουλούκι(ν)] | |
| 26167 | Κούλουμα | Κού-λου-μα ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. το έθιμο της Καθαράς Δευτέρας που περιλαμβάνει μαζική έξοδο στην εξοχή, πέταγμα χαρταετού και κατανάλωση νηστίσιμων φαγητών: τα παραδοσιακά ~. Βλ. Αποκριά. | |
| 26168 | κουλούρα | κου-λού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. εφτάζυμο ψωμί κυκλικού σχήματος συνήθ. με τρύπα στη μέση, που φτιάχνεται κυρ. σε γιορτινές περιστάσεις: η ~ του γάμου. Κρίθινες ~ες. Οι ~ες της Λαμπρής/των Χριστουγέννων (πβ. χριστόψωμο). Βλ. καρβέλι, τσουρέκι, φραντζόλα. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα· ειδικότ. το κυκλικό σχήμα που αποκτά μακρύ και εύκαμπτο αντικείμενο, όταν τυλίγεται: φουσκωτή ~ (= σαμπρέλα). Η ~ της λεκάνης (= στεφάνη).|| Καλώδιο/σύρμα ~. Σωλήνες συσκευασμένοι σε ~ες. 3. (προφ.-ειρων.) το στεφάνι του γάμου: Αποφάσισαν να βάλουν/φορέσουν την ~ (= να παντρευτούν). 4. (προφ.-ειρων.) μηδέν (ως βαθμολογία): Πήρε ~ στο διαγώνισμα (= πάτωσε). Πβ. μηδενικό. [< μεσν. κουλούρα < μτγν. κολλούρα, κολλύρα ΄καρβέλι’ – παλαιότ. ορθογρ. κουλλούρα] | |
| 26169 | κουλουράς | κου-λου-ράς ουσ. (αρσ.) , κουλουρού (η) (προφ.): πλανόδιος πωλητής κουλουριών με σουσάμι ή και άλλων αρτοσκευασμάτων. Βλ. -άς. ΣΥΝ. κουλουρτζής | |
| 26170 | Κούλουρη | Κού-λου-ρη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η Σαλαμίνα, κυρ. στη ● ΦΡ.: πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη (μτφ.-προφ.): κατατρόμαξα, φοβήθηκα πολύ. Πβ. πήρα μια τρομάρα. [< μεσν. Κούλουρη] | |
| 26171 | κουλούρι | κου-λού-ρι ουσ. (ουδ.) {κουλουρ-ιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σουσαμένιο αρτοσκεύασμα κυκλικού σχήματος με τρύπα στη μέση: ζεστά/φρέσκα ~ια. Πβ. σιμίτι. Βλ. τυροκούλουρο. 2. ΖΑΧΑΡ. {συνήθ. στον πληθ.} γλύκισμα από ζύμη: γεμιστά/παραδοσιακά/πασχαλινά/τραγανά ~ια. ~ια αμμωνίας/βουτύρου/ζάχαρης/κανέλας/λαδιού/πορτοκαλιού. Πλάθω ~ια. Βλ. αβγοκούλουρα, βουτήματα. ● Υποκ.: κουλουράκι (το) ● ΦΡ.: μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω [< μεσν. κουλούρι(ο)ν < αρχ. κολλύριον – παλαιότ. ορθογρ. κουλλούρι] | |
| 26172 | κουλουριάζω | κου-λου-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {κουλούρια-σα, κουλουριά-στηκα, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (προφ.): τυλίγω κάτι σε σχήμα κύκλου: ~σε το σχοινί. ● Παθ.: κουλουριάζομαι: μαζεύω το σώμα μου, φέρνοντας τα πόδια κοντά στο στήθος: ~στηκα από τα γέλια/τον πόνο. ~στηκε κάτω από τις κουβέρτες (: για να ζεσταθεί). Ο σκαντζόχοιρος ~εται. ~σμένη: ουρά. ~σμένο: φίδι. ΣΥΝ. διπλώνομαι, ζαρώνω (1), κουβαριάζομαι, μαζεύομαι (3) [< μεσν. κουλουριάζω] | |
| 26173 | κουλούριασμα | κου-λού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): λύγισμα ή τύλιγμα σε σχήμα κουλούρας: ~ του σώματος/του φιδιού.|| ~ του καλωδίου. | |
| 26174 | κουλουριαστός | , ή, ό κου-λου-ρια-στός επίθ. (προφ.): που έχει κουλουριαστεί: ~ή: ουρά (= κουλουριασμένη). | |
| 26175 | κουλουριώτικος | , η, ο κου-λου-ριώ-τι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με την Κούλουρη (Σαλαμίνα) ή/και τους Κουλουριώτες. | |
| 26176 | κουλουρτζής | κου-λουρ-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): κουλουράς. Βλ. -τζής. | |
| 26177 | κουλοχέρης | κου-λο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.): φρουτάκια: βίντεο-~. Παίζω ~η. ~ηδες τριών/πέντε γραμμών/κυλίνδρων. Έχασε πολλά λεφτά στους ~ηδες. | |
| 26178 | κουλτούρα | κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. πολιτισμός: ανατολική/ελληνική/ευρωπαϊκή/κυρίαρχη/λαϊκή/νεανική/ξένη/παραδοσιακή/σύγχρονη/τοπική (βλ. ήθη και έθιμα) ~. Παγκοσμιοποίηση και εθνικές ~ες. Κοινωνία με διαφορετικές/πολλές ~ες (: πολυπολιτισμική). Περιοχή χωρίς βιομηχανική ~. Λαός με ιδιαίτερη/ξεχωριστή ~. Βλ. αντι~, θολο~, κυβερνο~, υπο~. 2. μόρφωση, παιδεία· ειδικότ. κοινό σύστημα αξιών, πεποιθήσεων και κανόνων συμπεριφοράς μεταξύ των μελών μιας κοινότητας: γενική/επιστημονική/θεατρική/καλλιτεχνική/κλασική/μουσική ~. Άνθρωπος με βαθιά ~. Πβ. καλλιέργεια.|| Διατροφική/εταιρική/περιβαλλοντική ~. Η ~ της επιχείρησης/του σχολείου. Δημιουργία ~ας μάθησης. Πβ. νοοτροπία, πνεύμα, φιλοσοφία. 3. (ειρων.) δυσνόητο και συχνά ανιαρό καλλιτεχνικό δημιούργημα: Απεχθάνεται τη βαριά ~. 4. (ειρων.) επιδεικτική και ανούσια ενασχόληση με τα γράμματα και τις τέχνες: Πουλάει ~. Είναι όλο ~ και διανόηση. Το παίζει ~ (: είναι ψευτο-διανοούμενος, -κουλτουριάρης). ● ΣΥΜΠΛ.: μαζική κουλτούρα (αρνητ. συνυποδ.): που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος ενός πληθυσμού και επιβάλλεται κυρ. από τα ΜΜΕ. [< αγγλ. mass culture, 1963] , πολιτική κουλτούρα βλ. πολιτικός [< μεσν. κουλτούρα 'καλλιέργεια', γαλλ. culture, ιταλ. cultura, γερμ. Kultur] | |
| 26179 | κουλτουριαραίος | [κουλτουριαραῖος] κουλ-του-ρια-ραί-ος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μειωτ.): κουλτουριάρης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ