| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26180 | κουλτουριάρης | κουλ-του-ριά-ρης ουσ. (αρσ.), κουλτουριάρα (η) (ειρων.): πρόσωπο που έχει επιτηδευμένο λόγο και ύφος, συνήθ. και ντύσιμο, ώστε να παραπέμπει σε άνθρωπο του πνεύματος ή να επιδεικνύει την ενασχόλησή του με τις τέχνες και τα γράμματα· δήθεν διανοούμενος: (ως επίθ.) ~ ηθοποιός/σκηνοθέτης. Βλ. θολο~, ψευτο~, -ιάρης. | |
| 26181 | κουλτουριάρικος | , η, ο κουλ-του-ριά-ρι-κος επίθ. (ειρων.-μειωτ.): που χαρακτηρίζει τον κουλτουριάρη, που είναι δήθεν ποιοτικός και μοντέρνος: ~ο: ύφος. ~ες: ταινίες. ~α: στέκια. ~ και εναλλακτικός κινηματογράφος.|| ~ο: κοινό. Πβ. διανοουμενίστικος. Βλ. ψευτο~. ΣΥΝ. ιντελεκτουέλ, σοφιστικέ (1) ● επίρρ.: κουλτουριάρικα | |
| 26197 | κουμ(μ)ουνισμός | βλ. κομμουνισμός | |
| 26198 | κουμ(μ)ουνιστής | βλ. κομμουνιστής | |
| 26199 | κουμ(μ)ουνιστικός | , ή, ό βλ. κομμουνιστικός | |
| 26182 | κουμανταδόρος | κου-μα-ντα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.): πρόσωπο που κάνει κουμάντο: γενικός ~. Οι ~οι της οικονομίας/του συστήματος. Βλ. -αδόρος. | |
| 26183 | κουμανταρία | κου-μα-ντα-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ γλυκό κυπριακό κρασί από λιαστά σταφύλια. Βλ. ζιβανία. [< μεσν. κουμανταρία < γαλλ. vin de Commanderie] | |
| 26184 | κουμαντάρισμα | κου-μα-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): έλεγχος, χειρισμός: ~ του αλόγου. Η κατάσταση θέλει ~. Πβ. κοντρολάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 26185 | κουμαντάρω | κου-μα-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {κουμαντάρι-ζε, -σε, κουμαντάρ-εται, -οντας} (προφ.) 1. διευθύνω, καθοδηγώ, διοικώ: Ξέρει πώς να ~ει το καράβι/την ομάδα. Εδώ δεν μπορεί να ~ει τα παιδιά του, τους υπαλλήλους του θα ~ει; Τα μεγάλα τμήματα στο σχολείο δεν ~ονται εύκολα. ΣΥΝ. κάνω κουμάντο/έχω το κουμάντο, φέρνω βόλτα (1) 2. διευθετώ ζήτημα, ελέγχω: Προσπαθούν να ~ουν την κατάσταση. Δεν μπορεί να ~ει τον θυμό/τα πάθη του. Πβ. χειρίζομαι. ΣΥΝ. κοντρολάρω, κουλαντρίζω [< μεσν. κο(υ)μαντάρω] | |
| 26186 | κουμάντο | κου-μά-ντο ουσ. (ουδ.) (προφ.): έλεγχος, διαχείριση. ● ΦΡ.: κάνω κουμάντο/έχω το κουμάντο: διευθύνω, διοικώ, έχω το γενικό πρόσταγμα: Ποιος ~ει ~ εδώ μέσα;, κάνω το κουμάντο μου & τα κουμάντα μου: φροντίζω εκ των προτέρων: Έχει κάνει ~ του από νέος και δεν έχει τώρα ανάγκη από χρήματα (: έκανε αποταμίευση). [< μεσν. κομάντο < ιταλ. comando] | |
| 26187 | κουμάρι1 | κου-μά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πήλινο δοχείο νερού. Πβ. κανάτι1, λαγήνι, μαστραπάς, στάμνα. [< μεσν. κουκουμάριον] | |
| 26188 | κουμάρι2 | κου-μά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ζάρια και γενικότ. κάθε τυχερό παιχνίδι. Πβ. μπαρμπούτι. Βλ. τζόγος. [< τουρκ. kumar] | |
| 26189 | κουμαριά | κου-μα-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλής μεσογειακός θάμνος (επιστ. ονομασ. Arbutus unedo) με δερματώδη, μακρόστενα οδοντωτά φύλλα, λευκά άνθη και μικρούς, σφαιρικούς κόκκινους καρπούς, τα κούμαρα: φαράγγι με ~ιές και πουρνάρια/ρείκια. [< μεσν. κουμαρέα] | |
| 26190 | κούμαρο | κού-μα-ρο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος σφαιρικός καρπός της κουμαριάς, ο οποίος είναι σαρκώδης, φέρει μικρές κωνικές προεξοχές, έχει κόκκινο χρώμα και γλυκιά γεύση: τσίπουρο από ~α. [< μεσν. κούμαρον] | |
| 26191 | κουμαρτζής | κου-μαρ-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που έχει πάθος με τα τυχερά παιχνίδια. Βλ. τζογαδόρος, χαρτοπαίκτης. [< τουρκ. kumarcι] | |
| 26192 | κουμάσι | κου-μά-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): άνθρωπος χαμηλού επιπέδου, διεφθαρμένος, απατεώνας: μεγάλο ~. Ξέρουμε τι ~ είναι (βλ. τι καπνό φουμάρει). (υβριστ.) Καλό ~ είσαι και του λόγου σου. Πβ. αλήτης, κάθαρμα, μούτρο, τομάρι. [< μεσν. κουμάσι(ν)] | |
| 52089 | Κουμάσι | τσα-νά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. μικρή τσανάκα. 2. (μτφ.-υβριστ., για πρόσ.) παλιάνθρωπος: Είναι μεγάλο ~! Πβ. κουμάσι, μούτρο. ● ΦΡ.: χωρίζω/σπάω/έχω χωριστά τα τσανάκια μου με κάποιον 1. παύω να συνεργάζομαι ή να έχω σχέσεις με κάποιον, διαχωρίζω τη θέση μου: Χώρισαν τα ~ τους πολιτισμένα/φιλικά. 2. (για ζευγάρι) παίρνω διαζύγιο. [< τουρκ. çanak] | |
| 26193 | κουμκάν | κουμ-κάν {άκλ.} & κουνκάν: χαρτοπαίγνιο με δύο τράπουλες, στο οποίο συμμετέχουν δύο ή περισσότεροι παίκτες και νικητής αναδεικνύεται όποιος έχει σχηματίσει συνδυασμούς τριών ή/και περισσότερων φύλλων και έχει μείνει στο τέλος χωρίς κανένα χαρτί. Βλ. μπιρίμπα, πρέφα, ραμί. ● Υποκ.: κουμκανάκι (το) [< αγγλ. cooncan] | |
| 26194 | κουμκουάτ | κουμ-κου-άτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουμ κουάτ 1. ΒΟΤ. εσπεριδοειδές (γένος Fortunella) με σκουροπράσινα, λογχοειδή φύλλα, λευκά, αρωματικά άνθη και στρογγυλούς ή ωοειδείς καρπούς· ο εδώδιμος πορτοκαλί καρπός του που έχει γλυκιά ή υπόξινη γεύση. Βλ. μανταρινιά. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λικέρ που παρασκευάζεται από αυτούς τους καρπούς: ~ Κέρκυρας. [< αγγλ.-γαλλ. kumquat] | |
| 26195 | κουμμούνα | & κουμούνα βλ. κομμούνα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ