| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26196 | κουμμούνι | & κουμούνι βλ. κομμούνι | |
| 26200 | κουμούτσα | βλ. γκουμούτσα | |
| 26201 | κουμπαράς | κου-μπα-ράς ουσ. (αρσ.) {κουμπαρ-άδες}: αντικείμενο ή δοχείο σε διάφορα σχήματα, συνήθ. με σχισμή, για την αποταμίευση χρημάτων: κεραμικός/μεταλλικός ~. Παιδικοί ~άδες. Γέμισε ο ~. Ανοίγω/σπάω τον ~ά. Βάζω/μαζεύω/ρίχνω λεφτά στον ~ά.|| ~ αλληλεγγύης.|| (μτφ., ταμείο:) Ο δημόσιος ~. Εθνικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τρύπιος κουμπαράς (μτφ.): κάτι που αποβαίνει εξαιρετικά δαπανηρό για τον κάτοχό του: Το αμάξι μου είναι ~ ~, κάθε τόσο χρειάζεται επισκευή. [< τουρκ. kumbara] | |
| 26202 | κουμπαριά | κου-μπα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) ΣΥΝ. κουμπαριλίκι 1. η σχέση, η πνευματική συγγένεια που συνδέει τους κουμπάρους και τις οικογένειές τους: διπλή ~ (= γάμος και βάπτιση). Διαλύθηκε/χάλασε η ~. Κάνω ~ με κάποιον. Σφράγισαν τη φιλία τους με ~. Πβ. συντεκνία. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (ειρων.) κάθε συνεργασία ως μέσο εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων: πολιτικές ~ιές. Πβ. κολεγιά. Βλ. οικογενειοκρατία. [< μεσν. κουμπαριά] | |
| 26203 | κουμπαριλίκι | κου-μπα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): κουμπαριά. | |
| 26204 | κουμπάρος, κουμπάρα | κου-μπά-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που παντρεύει ένα ζευγάρι ή βαφτίζει το παιδί κάποιων ή παρίσταται ως μάρτυρας σε πολιτικό γάμο· γενικότ. που συνδέεται με κουμπαριά με κάποιον: Ο ~ που τους βάφτισε το μωρό (βλ. νονός)/τους στεφάνωσε ... Μου ζήτησε να γίνω ~. Πβ. παράνυμφος, σύντεκνος. 2. (λαϊκό) ως οικεία προσφώνηση: ~ε, κάνεις λίγο στην άκρη; ● κουμπάρες (οι) (παλαιότ.): κοριτσίστικο παιδικό παιχνίδι. ● Υποκ.: κουμπαρούλης, κουμπαρούλα (ο/η) ● ΦΡ.: παίζουμε τις κουμπάρες (μτφ.-προφ.): για ασχολία με ασήμαντα πράγματα ή για επιπόλαιη αντιμετώπιση ενός θέματος., παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο & με παπά και με κουμπάρο: παντρεύομαι με κάθε τύπο και επισημότητα. [< μεσν. κουμπάρος] | |
| 26205 | κουμπάσο | κου-μπά-σο ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. διαβήτης για τη μέτρηση των αποστάσεων πάνω σε ναυτικό χάρτη με βάση την κλίμακα πλάτους. Βλ. πορτολάνος, πυξίδα. 2. μακρόστενος μεταλλικός σύνδεσμος που τοποθετείται κυρ. σε ντουλάπι, για να μπορεί να σύρεται, ή σε παράθυρο ως μηχανισμός ανάκλισης: ~ ανύψωσης. [< μεσν. κομπάσο < βεν. compasso] | |
| 26206 | κουμπές | κου-μπές ουσ. (αρσ.) (διαλεκτ.): θολωτό κτίσμα για την ταφή επιφανών μουσουλμάνων· κατ΄επέκτ. θόλος, τρούλος. Βλ. -ές. [< μεσν. κουμπές < τουρκ. kubbe] | |
| 26207 | κουμπί | κου-μπί ουσ. (ουδ.) {κουμπ-ιού} 1. μικρό σκληρό και συνήθ. στρογγυλό αντικείμενο που ράβεται στα ρούχα, για να κουμπώνουν ή για διακόσμηση: δερμάτινο/κοκάλινο/ντυμένο/πλαστικό/πρεσαριστό (πβ. σούστα, βλ. τρουκ)/τετράγωνο/χρωματιστό ~. ~ιά πουκαμίσου/σακακιού/φορέματος. Το ~ κόπηκε/ξηλώθηκε (: η κλωστή με την οποία ήταν ραμμένο). Αφήνω το ~ ξεκούμπωτο. Παντελόνι με ~ιά ή φερμουάρ. Μανσέτες/παλτό με χρυσά ~ιά.|| Μπαταρίες σε μέγεθος ~ιού. 2. μικρό εξάρτημα συσκευής ή μηχανισμού για τη ρύθμιση της λειτουργίας τους, την παροχή ρεύματος, την αυξομείωση της έντασης: ~ ήχου/(ξε)κλειδώματος/πληκτρολογίου (= πλήκτρο)/πλοήγησης/ραδιοφώνου/συναγερμού/τηλεόρασης/(ηλεκτρονικού) υπολογιστή. Αφήνω/γυρίζω/πιέζω το ~. Κρατώ πατημένο το ~. Τα ~ιά του ασανσέρ. (Κάτι) γίνεται αυτόματα με το πάτημα ενός ~ιού. Πβ. διακόπτης, κομβίο, μπουτόν.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αριστερό/δεξί ~ ποντικιού. ~ εντολής/επιλογών. 3. (μτφ.-προφ.) ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος να αντιμετωπιστεί, το ευαίσθητο σημείο του: Έχει βρει το ~ του και τον εκμεταλλεύεται/τον κάνει ό,τι θέλει. Μαθαίνω/ξέρω τα ~ιά του (: τις ιδιορρυθμίες του). Πβ. αχίλλειος πτέρνα. 4. (αργκό) ναρκωτικό τύπου έκστασι. ● Υποκ.: κουμπάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μπουτόν πανικού βλ. πανικός ● ΦΡ.: τα κουμπιά της Aλέξαινας: δύσκολη ή μπλεγμένη κατάσταση., παιδί-κουμπί/βιολί βλ. βιολί [< μεσν. κομπί(ν), γαλλ. bouton] | |
| 26208 | κουμπότρυπα | κου-μπό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.): σχισμή στην επιφάνεια ρούχων, μέσα από την οποία περνά το κουμπί κατά το κούμπωμα και το ξεκούμπωμα: οι ~ες του πουκάμισου.|| Αυτόματη ~ (: που ανοίγεται με ραπτομηχανή). Πβ. μπουτονιέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: μάτια κουμπότρυπες (προφ.): μικρά και σχιστά. | |
| 26209 | κουμπούρα | κου-μπού-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): πιστόλι: αρματολοί και κλέφτες με τις ~ες. Βλ. γιαταγάνι, καριοφίλι. ΣΥΝ. κουμπούρι | |
| 26210 | κουμπούρας | κου-μπού-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): κακός μαθητής ή φοιτητής: ο ~ της τάξης. Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι, σκράπας, στουρνάρι, τούβλο. | |
| 26211 | κουμπούρι | κου-μπού-ρι ουσ. (ουδ.): κουμπούρα. ● ΦΡ.: βγήκαν τα μαχαίρια (από τα θηκάρια)/βγήκαν τα κουμπούρια βλ. μαχαίρι [< μεσν. κουμπούρι] | |
| 26212 | κουμπουριά | κου-μπου-ριά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): πυροβολισμός, πιστολιά: Του τράβηξε μια ~. Έπεσαν/έριξαν ~ιές. | |
| 26213 | κούμπωμα | κού-μπω-μα ουσ. (ουδ.) {κουμπώμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κουμπώνω: ~ της ζακέτας. Τρόπος ~ατος. Δυσκολία/ευκολία στο ~.|| (μτφ., σε όχημα) ~ της ταχύτητας. ΑΝΤ. ξεκούμπωμα 2. (συνεκδ.) κάθε μικρό εξάρτημα ή σύνολο εξαρτημάτων (κουμπιά, κόπιτσες, σούστες, φερμουάρ) με το οποίο κουμπώνει ή ασφαλίζει κάτι: αναδιπλούμενο/ασημένιο/ασφαλές/αυτοκόλλητο (= σκρατς)/διπλό/μαγνητικό/μεταλλικό/πλαστικό/πρακτικό ~. Το ~ της αλυσίδας/του παντελονιού/της τσάντας/της φούστας. ~ ασφαλείας. Ρούχο με ~ μπροστά/πίσω/στο πλάι. Βλ. κλιπ2. 3. (μτφ.) επιφυλακτική στάση, συμπεριφορά. Πβ. σφίξιμο. | |
| 26214 | κουμπωμένος | , η, ο κου-μπω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει κουμπωθεί: ~ος: γιακάς. ~ο: παντελόνι.|| (για πρόσ.) ~ ως το λαιμό. ΑΝΤ. ξεκούμπωτος 2. (μτφ.-προφ.) επιφυλακτικός, συγκρατημένος: ~ απέναντι σε κάποιον/κάτι. Δεν χρειάζεται να είσαι τόσο ~ με κάθε άνθρωπο που σε πλησιάζει. Πβ. διστακτικός, σφιγμένος. | |
| 26216 | κουμπωτός | , ή, ό κου-μπω-τός επίθ.: που φέρει κούμπωμα ή κουμπιά για να κλείνει ή να ασφαλίζει: ~ά: παπούτσια/σκουλαρίκια. Βλ. ξεκούμπωτος.|| ~ή: (ΖΑΧΑΡ.) φόρμα. ~ά: καπάκια. Βλ. βιδωτός, δετός. ● επίρρ.: κουμπωτά | |
| 26217 | κουμφούζιο | βλ. κομφούζιο | |
| 26218 | κουνάβι | κου-νά-βι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-διαλεκτ.) κουνάδι: ΖΩΟΛ. μικρό νυκτόβιο, παμφάγο, δύσοσμο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Martes foina) με μακρύ και λιγνό σώμα, κοντά πόδια, μακριά φουντωτή ουρά, σκούρο καφέ τρίχωμα και λευκό λαιμό. Πβ. ζιμπελίνα. Βλ. ασβός, νυφίτσα. [< μεσν. κουνάδι] | |
| 26219 | κουνάμενος | , η, ο κου-νά-με-νος επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: σεινάμενος κουνάμενος/κουνάμενος σεινάμενος {συνήθ. στο θηλ.} & κουνάμενος (και) λυγάμενος (χιουμορ.-ειρων.): που περπατά με λικνιστικές κινήσεις ή με άνεση και αυτοπεποίθηση. ΣΥΝ. κουνιστός (και) λυγιστός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ