| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26220 | κουνάω | βλ. κουνώ | |
| 26221 | κουνγκ φου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουγκ φου: κινεζική πολεμική τέχνη αυτοάμυνας με γυμνά χέρια ή/και όπλα, η οποία περιλαμβάνει λακτίσματα, χτυπήματα και λαβές για την αντιμετώπιση του αντιπάλου· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα: δάσκαλος/μάστερ του ~.|| (ΑΘΛ.) Πρωτάθλημα ~. Βλ. καράτε. [< αγγλ. kung-fu, γαλλ. ~, περ. 1970] | |
| 26222 | κουνέλα | κου-νέ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. θηλυκό κουνέλι. Βλ. κούνελος. 2. (μτφ.-ειρων.) γυναίκα που γεννά το ένα παιδί μετά το άλλο: Γεννοβολάει σαν ~. Πβ. πολύ-τεκνος, -τοκος. | |
| 26223 | κουνελάκι | κου-νε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό κουνέλι: (ως κατοικίδιο:) άσπρο ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ λεμονάτο/στιφάδο. (ΖΑΧΑΡ.) Σοκολατένια ~ια.|| (ως παιχνίδι:) Λούτρινο ~. 2. εντυπωσιακά όμορφη γυναίκα που έχει κάνει τολμηρές φωτογραφήσεις σε ανδρικό περιοδικό ή εργάζεται σε κέντρο διασκέδασης, ντυμένη προκλητικά: σέξι ~ια. [< 2: αγγλ. bunny girl, 1960] | |
| 26224 | κουνέλι | κου-νέ-λι ουσ. (ουδ.) {κουνελ-ιού | -ιών}: ΖΩΟΛ. τρωκτικό (επιστ. ονομασ. Oryctolagus cuniculus), συγγενικό με τον λαγό, με μακριά πίσω πόδια, απαλό τρίχωμα και κοντή φουντωτή ουρά: άγριο ~ (= αγριοκούνελο). Κατοικίδια/λευκά ~ια. ~ια γίγαντες/νάνοι. ~ια αναπαραγωγής. Εκτροφή ~ιών (: για το κρέας ή τη γούνα τους). Πβ. κόνικλος. Βλ. κουνέλα, κουνελάκι, κούνελος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στιφάδο. [< μεσν. κουνέλι] | |
| 26225 | κούνελος | κού-νε-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.): αρσενικό κουνέλι. Βλ. κουνέλα. [< μεσν. κούνελος] | |
| 26226 | κουνελοτροφείο | [κουνελοτροφεῖο] κου-νε-λο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κονικλοτροφείο. | |
| 26227 | κουνενές | κου-νε-νές ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό) 1. βρέφος. 2. (ειρων.) μαμάκιας, μαμόθρεφτος. Πβ. βουτυρομπεμπές, λελές, μπούλης. Βλ. -ές. | |
| 26228 | κούνημα | κού-νη-μα ουσ. (ουδ.) {κουνήμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. κίνηση συνήθ. επαναλαμβανόμενη: ~ αριστερά-δεξιά/πάνω-κάτω/πέρα-δώθε. ~ της ουράς/των ποδιών/των χεριών.|| Καταφατικό/συγκαταβατικό ~ του κεφαλιού (= νεύμα).|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Λήψεις χωρίς ~ της κάμερας/της μηχανής. 2. (ειδικότ.) ταρακούνημα: ~ της βάρκας (πβ. κλυδωνισμός, σκαμπανέβασμα). (για σεισμό:) Ένιωσα ένα ~ (πβ. τράνταγμα). 3. προκλητικό ή τολμηρό λίκνισμα· κατ΄επέκτ. νάζια, καμώματα: ~ των γοφών.|| Είναι όλο (τσαλιμάκια και) ~ατα. | |
| 26229 | κούνια | κού-νια ουσ. (θηλ.) 1. μικρό κρεβάτι για μωρό: βρεφική/ξύλινη/παιδική ~. ~ με κουνουπιέρα. Κουνάει την ~. ΣΥΝ. λίκνο (2) 2. κάθισμα κρεμασμένο με αλυσίδες ή σχοινιά από ψηλό, σταθερό σημείο, που βρίσκεται συνήθ. σε κήπο, βεράντα ή παιδική χαρά: απλή/κρεμαστή (πβ. αιώρα) ~. ~ μίας ή δύο θέσεων. ~ με/χωρίς στήριγμα (για την πλάτη). Κάνω ~ (= κουνιέμαι πάνω στην ~). Πέφτω από την ~. Ανεβαίνω στην ~. Βλ. τραμπάλα, τσουλήθρα. ● κούνιες (οι): παιδική χαρά: Πάμε να παίξουμε στις ~; ● ΦΡ.: από κούνια (μτφ.): εκ φύσεως, από πολύ μικρός: ηθοποιός/παραμυθάς/τυχερός ~ ~. Πβ. εκ γενετής., κούνια μπέλα: αρχή παιδικού τραγουδιού που λέγεται πάνω στην κούνια και συνεκδ. η ίδια η κούνια ή το κούνημα., κούνια που σε κούναγε (ειρων.): για να αμφισβητηθεί η ελπίδα ή βεβαιότητα κάποιου για κάτι: Πιστεύεις ότι θα γράψεις καλά με λίγες ώρες διάβασμα; ~ ~ (= γελιέσαι, κάνεις λάθος)! Ήταν σίγουρος πως θα τον βοηθήσουν, μα ~ που τον ~!, άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα [< μεσν. κούνια] | |
| 26230 | κουνιάδος, κουνιάδα | κου-νιά-δος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αδελφός, αδελφή του ή της συζύγου. Πβ. γυναικάδελφος. Βλ. μπατζανάκης, συννυφάδα. ● Υποκ.: κουνιαδάκι (το), κουνιαδούλα (η) [< μεσν. κουνιάδος < βεν. cognado] | |
| 26231 | κουνιστός | , ή, ό κου-νι-στός επίθ. 1. που κινείται, ταλαντώνεται: ~ή: ουρά.|| ~ή: καρέκλα/πολυθρόνα. ~ό: κρεβατάκι (= κούνια).|| (παιδικά παιχνίδια:) ~ό: αλογάκι. 2. {ως ουσ.} (αργκό) ομοφυλόφιλος. 3. (ειρων.) λικνιστικός: ~ό: βάδισμα. ● Ουσ.: κουνιστό (το) (νεαν. αργκό): κινητό (τηλέφωνο). ● ΦΡ.: κουνιστός (και) λυγιστός {συνήθ. στο θηλ.} (συχνά ειρων.): που περπατά, λικνίζοντας το σώμα του: Μπήκε μέσα ~ή ~ή. ΣΥΝ. σεινάμενος κουνάμενος/κουνάμενος σεινάμενος | |
| 26232 | κουνίστρα | κου-νί-στρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. γυναίκα που περπατά προκλητικά: πεταχτούλα και ~. 2. ομοφυλόφιλος. | |
| 26233 | κουνκάν | βλ. κουμκάν | |
| 26234 | κουνούπι | κου-νού-πι ουσ. (ουδ.) {κουνουπ-ιού | -ιών}: ΖΩΟΛ. γενική ονομασία δίπτερων εντόμων (οικογ. Culicidae), με μακριά πόδια και κεραίες, το θηλυκό των οποίων τσιμπά το δέρμα του ανθρώπου και των ζώων και ρουφά το αίμα τους, για να τραφεί και να επωάσει τα αβγά του: μολυσμένα ~ια (: που μεταδίδουν σοβαρές ασθένειες· βλ. ελονοσία, δάγκειος, κίτρινος πυρετός). Απωθητικό/εντομοκτόνο (/αεροζόλ)/ταμπλέτες/φιδάκι για τα ~ια. Ένα ~ ζουζουνίζει στο αυτί μου. Βλ. κουνουπιέρα, σήτα. ΣΥΝ. κώνωψ ● Υποκ.: κουνουπάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κουνούπι-τίγρης & τίγρης της Ασίας: επικίνδυνο για τον άνθρωπο κουνούπι ασιατικής προέλευσης (επιστ. ονομασ. Aedes albopictus), που έχει μαύρο χρώμα, λευκούς δακτυλίους στα πόδια, άσπρες γραμμές στην πλάτη, διαστάσεις όμοιες με αυτές του κοινού κουνουπιού και θεωρείται φορέας μολυσματικών ασθενειών. ● ΦΡ.: ούτε κουνούπι/μύγα (προφ.-εμφατ.): κανείς: Δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους ~ ~ (= ψυχή). Δεν έχει πειράξει ~ ~ (= ούτε μυρμήγκι)., θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι βλ. βλέπω [< μεσν. κουνούπι(ον) < μτγν. κωνώπιον < αρχ. κώνωψ] | |
| 26235 | κουνουπίδι | κου-νου-πί-δι ουσ. (ουδ.) {κουνουπιδ-ιού}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea) με πλατιά φύλλα και κεφαλή με μεγάλα υπόλευκα άνθη, τα οποία δημιουργούν καρπούς με πολλούς μικρούς μαύρους σπόρους: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστό/γιαχνί/κοκκινιστό/σαλάτα/στιφάδο. Κροκέτες ~ιού. Η άσχημη μυρωδιά του ~ιού (: όταν βράζεται). Βλ. κράμβη, λάχανο, μπρόκολο. ● Υποκ.: κουνουπιδάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< μεσν. κουνουπίδι(ν)] | |
| 26236 | κουνουπιέρα | κου-νου-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.): διαφανές λεπτό ύφασμα, κυρ. τούλι, που τοποθετείται πάνω και γύρω από το κρεβάτι, καλύπτοντάς το, για προστασία από τα έντομα, συνήθ. τα κουνούπια· κατ΄επέκτ. σήτα: κούνια με ~. Κοιμάται κάτω από την ~.|| Ανοιγόμενες/συρόμενες ~ες. ~ες κάθετης/οριζόντιας κίνησης. Βλ. -ιέρα. | |
| 26237 | κουντεπιέ | κου-ντε-πιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουτεπιέ & κουτουπιέ & κουντουπιέ: το ραχιαίο τμήμα της καμάρας του ποδιού· κατ΄επέκτ. το αντίστοιχο τμήμα της κάλτσας και του παπουτσιού: στενό/φαρδύ ~. Πβ. ταρσός.|| (στο ποδόσφαιρο:) Εσωτερικό/εξωτερικό ~ (: είδη σουτ). Έχει καλό ~ (: σουτάρει καλά με το ~). [< γαλλ. coup de pied] | |
| 26238 | κουνώ | [κουνῶ] κου-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κουν-άς ... | κούν-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, κουν-άμενος, -ημένος, -ώντας} & κουνάω 1. κινώ κάποιον ή κάτι πέρα δώθε: ~ το μαντίλι σε κάποιον (: τον αποχαιρετώ)/το μπουκάλι (= ανακινώ, αναταράζω)/το μωρό (για να κοιμηθεί)/τη σημαία/το σκεύος (για να μην κολλήσει το φαγητό). ~ κάτι δεξιά-αριστερά/πάνω-κάτω. ~ησε το χέρι/τους ώμους της. ~ησε το κεφάλι αρνητικά/καταφατικά (πβ. γνέφω). ~ ρυθμικά το σώμα (πβ. λικνίζω). Τον προειδοποίησε, ~ώντας του το δάχτυλο. Ο σκύλος ~άει την ουρά του. O αέρας ~άει τα κλαδιά/τα φύλλα των δέντρων. Παρακαλώ μην ~άτε το κάθισμα. Ο σεισμός μάς ~ησε αρκετά (: ταρακούνησε, τράνταξε)! Το δόντι μου ~άει/~ιέται. Tο αεροπλάνο/το πλοίο ~άει/~ιέται (: κλυδωνίζεται, σκαμπανεβάζει). Στήριξέ το για να μην ~ιέται. Πβ. σείω.|| ~ημένη: φωτογραφία (: που δεν τραβήχτηκε με σταθερό χέρι και είναι θολή). 2. μετακινώ, μεταφέρω, αλλάζω θέση: Μην ~ήσεις τίποτα από τα πράγματά μου. Πολύ βαρύ το γραφείο, είναι αδύνατο να το ~ήσουμε από εδώ. Δεν το ~ από το σπίτι (= δεν απομακρύνομαι, δεν φεύγω). Πβ. μετατοπίζω. Βλ. ξε~.|| (μτφ.) Κανείς δεν τον ~άει από τη θέση του (: έχει σταθερό, μόνιμο πόστο). ● Παθ.: κουνιέμαι (προφ.) 1. κινούμαι· δραστηριοποιούμαι: Μην ~ιέσαι συνεχώς στο κάθισμα, με ενοχλείς. ~ιέται ολόκληρος από τα γέλια (πβ. τραντάζομαι). Πονάω, δεν μπορώ να ~ηθώ. Δεν ~ήθηκε καθόλου/από τη θέση του. Πβ. αναδεύομαι, μετακινούμαι, σαλεύω.|| (μτφ.) Αν δεν ~ηθείς, δεν θα λυθούν τα προβλήματα. ΑΝΤ. αδρανώ 2. {συνήθ. στην προστ.} βιάζομαι, ενεργώ βιαστικά, γρήγορα: ~ήσου, θα αργήσουμε! ● ΦΡ.: δεν κουνάει/κουνιέται φύλλο (προφ.) 1. δεν φυσά καθόλου. 2. (μτφ.) υπάρχει πλήρης έλλειψη δραστηριότητας, κινητικότητας: Στην αγορά ~ ~ λόγω της ακρίβειας., κούνα τα χέρια σου/τα πόδια σου! (προφ.): βιάσου, κάνε γρήγορα., κουνάω την ουρά/ουρίτσα μου (σε κάποιον) (μτφ.-προφ.): τον αναστατώνω ή τον προκαλώ ερωτικά., κουνήσου από τη θέση σου & (σπάν.) από τον τόπο σου (προφ.): για να αποτραπεί η πραγματοποίηση των λόγων κάποιου: -Αν πεθάνω ... -~ ~, χριστιανέ μου (: μη λες τέτοια πράγματα, σταμάτα)! ΣΥΝ. φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου!, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, κουνιέμαι σε κάποιον (μτφ.-προφ.) 1. του κάνω τον σπουδαίο ή του προβάλλω αντιρρήσεις. 2. τον προκαλώ ερωτικά., δεν κάνω/δεν το κουνάω ρούπι βλ. ρούπι, δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι βλ. δάχτυλο, κούνια που σε κούναγε βλ. κούνια, κουνιέται/σειέται και λυγιέται βλ. λυγώ, την κουνάει την αχλαδιά βλ. αχλαδιά [< μεσν. κουνώ] | |
| 26239 | κουπ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο είναι κομμένα τα μαλλιά· στιλ κουρέματος: ασύμμετρη/άψογη/κλασική/κοντή/μοντέρνα ~. Ανδρικές/γυναικείες/παιδικές ~. ~ και χτένισμα. Αλλάζω ~. Επιλέξτε την ~ που σας κολακεύει/ταιριάζει. Πβ. κόμμωση, κόψιμο. [< γαλλ. coupe] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ