Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [26960-26980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26249κουπ-πατουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μικρή μεταλλική φόρμα για το κόψιμο της ζύμης σε διάφορα σχήματα: στρογγυλά ~. ~ αστεράκια. ~ διαμέτρου ... εκ. Μπισκότα κομμένα με ~. [< γαλλ. coupe-pâte]
26240κούπακού-πα ουσ. (θηλ.) 1. φαρδύ κύπελλο ημισφαιρικού σχήματος για ροφήματα και συνεκδ. η ποσότητα που χωρά: αναμνηστική/γυάλινη/διαφημιστική/πήλινη/πλαστική/πορσελάνινη/χρωματιστή ~.|| Μια ~ γάλα/καφέ. (συχνά ως δοσομετρητής) Μισή ~ αλεύρι/ζάχαρη. Για κάθε ~ ρύζι υπολογίζουμε τρεις ~ες νερού. Πβ. φλιτζάνι. Βλ. ποτήρι. 2. (αθλητική αργκό) κύπελλο που αποτελεί το έπαθλο σε αθλητική διοργάνωση: Η ομάδα έχασε/κέρδισε/πήρε την ~. Και φέτος θα (τη) σηκώσουμε την ~! Βλ. ευρω~. 3. φύλλο της τράπουλας με διακριτικό σύμβολο μια κόκκινη καρδιά: ντάμα ~. Βλ. καρό, μπαστούνι, σπαθί.|| ~ες (: είδος χαρτοπαιγνίου). ● Υποκ.: κουπάκι (το), κουπίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: την έκανα από κούπες (προφ.): για να δηλωθεί αποτυχία, αμηχανία, δύσκολη θέση: Αν μας πιάσουν, την κάναμε ~. ΣΥΝ. την έβαψα(/την έχω βάψει/βαμμένη), την κάτσαμε (τη βάρκα) ΑΝΤ. τα καταφέρνω (1) [< 1,2: μεσν. κούπα 3: ιταλ. coppa]
26241κουπαστήκου-πα-στή ουσ. (θηλ.): στενόμακρη επιφάνεια από ξύλο ή άλλο υλικό που διατρέχει το πάνω μέρος των τοιχωμάτων πλεούμενου· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο τμήμα κατακόρυφης σειράς από κάγκελα, στο οποίο μπορεί κάποιος να στηριχθεί: Ακουμπώ στην ~ του πλοίου. Πβ. δρύφακτο, παραπέτο.|| Ανοξείδωτη/μεταλλική/σιδερένια ~. Η ~ της γέφυρας/του μπαλκονιού/της σκάλας. ~ές τοίχου. Πβ. χειρολαβή. Βλ. κιγκλίδωμα, στηθαίο.
26242κουπάτος, η, ο [κουπᾶτος] κου-πά-τος επίθ. (προφ.): ΑΘΛ. (για ομάδα, σπανιότ. αθλητή) που κατέκτησε το κύπελλο σε μια διοργάνωση. Πβ. κυπελλούχος. Βλ. -άτος.
26243κουπέκου-πέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σπορ αυτοκίνητο με δύο συνήθ. πόρτες, τέσσερις θέσεις, πορτ-μπαγκάζ και αεροδυναμικό σχεδιασμό: γρήγορο/κλειστό/πολυτελές ~. ~-κάμπριο. (σπανιότ.) Πεντάθυρο ~.|| (ως επίθ.) ~ έκδοση/μοντέλο. Βλ. σεντάν, στέισον βάγκον, χάτσμπακ. 2. καμπίνα τρένου με δύο αντικριστές σειρές θέσεων και παράθυρο: ~ πρώτης/δεύτερης θέσης. Βλ. κλινάμαξα, κουκέτα. 3. {ως επίθ.} μείγμα παρθένου και εξευγενισμένου ελαιόλαδου: λάδι ~. [< γαλλ. coupé]
26244κουπεπέκου-πε-πέ {άκλ.}: λέξη που επαναλαμβάνεται τραγουδιστά σε μωρό από κάποιον που κουνά ταυτόχρονα τις παλάμες του προς τα μέσα και προς τα έξω: Κάνω ~. Βλ. νταχτιρντί. [< λ. νηπιακή]
26245κουπίκου-πί ουσ. (ουδ.) {κουπ-ιού | -ιών} 1. στενόμακρο ξύλο με πλατιά επίπεδη άκρη που βυθίζεται στο νερό και με κατάλληλο χειρισμό δίνει ώθηση σε πλεούμενο: εφεδρικά/μακριά/μικρά/μονά/σπαστά ~ιά. Το ~ του κανό. Τα (ξύλινα) ~ιά της βάρκας. Διπλά ~ιά (: που έχουν πεπλατυσμένα και τα δύο τους άκρα). Τρεις σειρές ~ιών (βλ. τριήρης). Βλ. δίκωπος, καγιάκ, σκαλμός. ΣΥΝ. κώπη 2. (προφ.) κωπηλασία: ελεύθερο ~. ~ προς τα πίσω. Ξέρει καλό ~. ● ΦΡ.: τραβώ κουπί (προφ.) 1. & κάνω κουπί: κωπηλατώ: Είναι η σειρά σου να ~ήξεις ~. 2. (μτφ.) υφίσταμαι βάσανα, ταλαιπωρίες: Τραβήξαμε μεγάλο ~ για να τα προλάβουμε όλα. ΣΥΝ. τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια (1) [< μεσν. κουπί(ν)]
26246κουπιάκου-πιά ουσ. (θηλ.): κίνηση του κουπιού στο νερό για την ώθηση του σκάφους: ανάποδη ~. Με γρήγορες/δυνατές ~ιές έφτασε στη στεριά.
26247κουπλέκου-πλέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η στροφή με την οποία αρχίζει ένα τραγούδι και που επαναλαμβάνεται, στην ίδια μελωδία, αλλά με διαφορετικούς κυρ. στίχους, μετά το πρώτο ρεφρέν: το πρώτο/δεύτερο ~. [< γαλλ. couplet]
26248κουπόνικου-πό-νι ουσ. (ουδ.): απόκομμα το οποίο δίνει το δικαίωμα στον κάτοχό του να αγοράσει ένα προϊόν, να εξασφαλίσει μια υπηρεσία δωρεάν, να εισπράξει ένα ποσό ή με το οποίο παρέχεται οικονομική βοήθεια κυρ. σε έρανο: ~ δωρεάν εισόδου/δώρου/καινοτομίας/συμμετοχής. ~ του ΟΠΑΠ/στοιχήματος (: για ποδοσφαιρικούς αγώνες). Αριθμός/κωδικός ~ιού. Ο κάτοχος του τυχερού ~ιού. ~ια προσφορών/σίτισης. (ΟΙΚΟΝ.) ~ια ομολόγων. Αγορές με εκπτωτικά ~ια. Διακοπές με ταξιδιωτικά ~ια/~ια κοινωνικού τουρισμού. Διανέμονται/διατίθενται/μοιράζονται/χορηγούνται ~ια. Μαζεύω ~ια. Με επίδειξη του ~ιού έχετε έκπτωση ...%. Βλ. λαχνός.|| ~ ενίσχυσης/συνδρομής. ● Υποκ.: κουπονάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοβδόμαδο κουπόνι βλ. μεσοβδόμαδος [< γαλλ. coupon]
26250κούρακού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. αισθητική περιποίηση με κατάλληλα προϊόντα ή σε ειδικά ινστιτούτα: αντιρυτιδική ~. ~ αδυνατίσματος/αναζωογόνησης/ομορφιάς. (Κάνω) ~ μαλλιών/προσώπου/σώματος. ~ες με βότανα/φύκια.|| ~ αποτοξίνωσης. Βλ. -θεραπεία, σπα. 2. (συνήθ. ειρων.) ανάρρωση· σπάν. θεραπεία: Κάθεται σπίτι και κάνει ~!|| ~ για τις ημικρανίες. Πβ. αγωγή. [< μεσν. κούρα < ιταλ. cura]
26251κουράκου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. σταυροειδής αποκοπή, από επίσκοπο ή ηγούμενο, λίγων μαλλιών από τέσσερα σημεία της κεφαλής λαϊκού, ως μέρος της τελετουργίας εισόδου του στη μοναχική ζωή· κυρ. η αντίστοιχη τελετή. Βλ. χειρο-θεσία, -τονία. 2. (επίσ.) κούρεμα των προβάτων. 3. (επίσ.) κούρεμα μαλλιών. [< αρχ. κουρά]
26252κουράγιοκου-ρά-γιο ουσ. (ουδ.): το ψυχικό σθένος, η ψυχική αντοχή που βοηθά κάποιον να αντιμετωπίσει ή να πετύχει κάτι δύσκολο: Δεν έχω πια το ~ να συνεχίσω. Παίρνω δύναμη και ~ από σένα. Πού το βρίσκεις το ~ και τα υπομένεις όλα αυτά; Δεν του λείπει το ~. Προσπαθώ να του δώσω (ελπίδα και) ~. (προφ.) Δεν μου έχουν μείνει και πολλά ~ια για να ... Πβ. θάρρος, καρδιά, κότσια.|| (ως ενθάρρυνση:) Κάνε ~ (και όλα θα πάνε καλά)! ~, τελειώνουμε! Μη χάνεις το ~ σου!|| (ως ευχή:) Καλό ~ (: καλή δύναμη)! ● ΦΡ.: χαρά στο κουράγιο/στην υπομονή σου βλ. χαρά [< ιταλ. coraggio]
26253κουράδακου-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): σκατό. Πβ. κακά, κόπρανα.|| (κ. υβριστ., συνήθ. για πρόσ. ή πράγμα) ΣΥΝ. κουράδι (1)
653κουραδάκι

: υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: ντολμ~/πετρ~/σημ~.|| (μτφ.) Φτωχ~.

26254κουράδικου-ρά-δι ουσ. (ουδ.) 1. (λ. ταμπού) κουράδα. 2. (στην κρητική διάλεκτο) κοπάδι· (στον πληθ.) πρόβατα. ● Υποκ.: κουραδάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. κουράδιον]
26255κουραδόμαγκαςκου-ρα-δό-μα-γκας ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): ψευτόμαγκας, ψευτοπαλικαράς. Πβ. θρασύδειλος, τζάμπα μάγκας.
26256κουραδομηχανήκου-ρα-δο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): τεμπέλης.
26257κουράζωκου-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {κούρα-σα, κουρά-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, κουράζ-οντας} 1. προκαλώ σωματική ή/και πνευματική κόπωση σε κάποιον: Με ~σε ο ανήφορος. Η δουλειά στο γραφείο/η καθημερινή μετακίνηση τον έχει ~σει.|| (ειδικότ.) Η υπέρταση ~ει την καρδιά. Οθόνη/χρώμα που δεν ~ει τα μάτια. Πβ. καταπονώ. Βλ. κατα~. ΑΝΤ. αναπαύω, ξεκουράζω (1) 2. ενοχλώ, δυσαρεστώ κάποιον· του προξενώ πλήξη: Με ~ει να εξηγώ τα αυτονόητα. Με ~σες με τις ερωτήσεις σου! Οι καβγάδες τον έχουν ~σει.|| Το βιβλίο/η ταινία με ~σε. Δεν θέλω να σας ~σω, επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια.|| (μτφ.) Το ~σαμε το θέμα (: το εξαντλήσαμε). ● Παθ.: κουράζομαι 1. αισθάνομαι σωματική ή/και διανοητική κούραση: ~εται με τις δουλειές του σπιτιού. Όταν ~στείς να διαβάζεις, κάνε ένα διάλειμμα. Πβ. κοπιάζω, μοχθώ.|| (ειρων.) ~στηκε από το πολύ καθισιό. 2. ενοχλούμαι, νιώθω έντονη δυσαρέσκεια· βαριέμαι: Η κοινωνία ~στηκε από τις αντιπαραθέσεις (: δεν τις αντέχει πια). Έχω ~στεί ψυχολογικά.|| ~στηκε να μου κρατάει συντροφιά. Πβ. μπουχτίζω. ● ΦΡ.: μην το κουράζεις/παιδεύεις (προφ.): δεν έχει νόημα να επιμένεις άλλο για κάτι. Πβ. μην το/την ψάχνεις. ● βλ. κουρασμένος [< μεσν. κουράζω]
26258κουραμάνακου-ρα-μά-να ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.) : μαύρο ψωμί από σίκαλη που δινόταν στους στρατιώτες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.