Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2680-2700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1726ακουαμαρίνα[ἀκουαμαρίνα] α-κου-α-μα-ρί-να ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία της βηρύλλου, με διαφανές γαλάζιο ή γαλαζοπράσινο χρώμα. [< ιταλ. acquamarina]
1727ακουαρέλα[ἀκουαρέλα] α-κου-α-ρέ-λα ουσ. (θηλ.) ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. 1. τεχνική ζωγραφικής ή σχεδιασμού που χρησιμοποιεί χρώματα διαλυμένα σε νερό και συνεκδ. ζωγραφικός πίνακας φιλοτεχνημένος με την αντίστοιχη τεχνική: μολύβι/μπλοκ/χαρτί ~ας.|| Αυθεντική ~. ΣΥΝ. υδατογραφία 2. νερομπογιά. 3. χαρτί για ζωγραφική με χρώματα που διαλύονται σε νερό: Τα σχέδια έγιναν σε ~. [< γαλλ. aquarelle]
1728ακουαρελίστας[ἀκουαρελίστας] α-κου-α-ρε-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. ακουαρελίστα}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγράφος που χρησιμοποιεί χρώματα ακουαρέλας. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. acquarellista]
1729ακουάριουμ[ἀκουάριουμ] α-κου-ά-ρι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ακουάριο: ενυδρείο. [< γαλλ. aquarium, ιταλ. acquario]
1730ακουαφόρτε[ἀκουαφόρτε] α-κου-α-φόρ-τε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κοινή ονομασία του νιτρικού οξέος (HNO3). 2. (καταχρ.-προφ.) εμπορική ονομασία του υδροχλωρικού οξέος. Βλ. χλωρίνη. [< ιταλ. acquaforte]
1731ακουμπάωβλ. ακουμπώ
1732ακούμπημα[ἀκούμπημα] α-κού-μπη-μα ουσ. (ουδ.) & ακούμπισμα: άγγιγμα ή (εν)απόθεση: απαλό/απωθητικό/ελαφρύ/τυχαίο/φιλικό ~. Πβ. (επ)αφή.|| ~ της πένας στο χαρτί/των χεριών στα γόνατα. Πβ. τοποθέτηση.
1733ακουμπισμένος, η, ο [ἀκουμπισμένος] α-κου-μπι-σμέ-νος επίθ.: (για πρόσωπο ή πράγμα) που ακουμπά κάπου: Ήταν/στεκόταν ~ στην κουπαστή/στην πατερίτσα/στον τοίχο. Είχε τους αγκώνες ~ους στα γόνατά του. Βλέπω μια γυναίκα ~η στο παράθυρο. ΣΥΝ. ακουμπιστός ● βλ. ακουμπώ [< μεσν. ακουμπίζω]
1734ακουμπιστήρι[ἀκουμπιστήρι] α-κου-μπι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. καθετί πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να στηριχτεί ή να ακουμπήσει: ρυθμιζόμενο ~. ~ ποδιού (= υποπόδιο)/χεριού. ~ οδηγού/συνοδηγού (: σε αυτοκίνητο. Πβ. τεμπέλης). Τα ~ια της πολυθρόνας (= μπράτσα). Πβ. (υπο)στήριγμα. Βλ. -τήρι. 2. (μτφ., για πρόσ.) στήριγμα, συμπαραστάτης: Ήταν το ~ μου. [< μεσν. ακουμπιστήριον]
1735ακουμπιστός, ή, ό [ἀκουμπιστός] α-κου-μπι-στός επίθ. (συνήθ. λογοτ.) & (σπάν.) ακουμπητός: ακουμπισμένος.
1736ακουμπώ[ἀκουμπῶ] α-κου-μπώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ακουμπ-άς, -ά κ. -άει ...| ακούμπ-ησα, -ιέται, -ισμένος} & ακουμπάω & (παλαιότ.-λογοτ.) ακουμπίζω 1. έρχομαι σε επαφή με, αγγίζω κάποιον, κάτι: Η γλώσσα ~άει απαλά στον ουρανίσκο. (προφ.) Μη μ' ~άς! Να μην ~ήσεις (= πιάσεις) τίποτα! Τον ~ησε στοργικά στον ώμο. Κρεμάστηκε από το μονόζυγο, ώστε να μην ~ούν (= πατούν) τα πόδια της στο έδαφος. Οι τροχοί του αεροπλάνου ~ησαν στη γη.|| Η ομίχλη είχε κατέβει χαμηλά, ~ούσε (πάνω) στη θάλασσα. 2. στηρίζω κάτι σε ένα μέρος· γέρνω και στηρίζομαι: Κάθισε στον καναπέ, ~ώντας τα πόδια του στο τραπεζάκι.|| Μην ~άς στην πόρτα. ~ούσε ελαφρά στον κορμό ενός δένδρου. Άπλωσε το χέρι της, για ν' ~ήσει κάπου. Ζαλίζομαι, να ~ήσω λίγο στην καρέκλα (πβ. κάθομαι)/στο κρεβάτι (πβ. ξαπλώνω). 3. βάζω, αφήνω, τοποθετώ κάτι μάλλον πρόχειρα: ~ησε στο πάτωμα τις εφημερίδες. Πού να ~ήσω τα πράγματά μου; ~ησέ τα εκεί. Πβ. απιθώνω, (εν)αποθέτω. 4. (μτφ.-προφ.) θίγω, επηρεάζω ή προσεγγίζω: Ο νόμος δεν τους ~ά. Οι αποφάσεις/τα σκάνδαλα/τα σχόλιά του δεν με ~άνε (: δεν με αφορούν). Δεν τόλμησε να ~ήσει το πρόβλημα. Το θέμα δεν με ~ά (: δεν με ενδιαφέρει). Οι συνέπειες της κρίσης θα ~ήσουν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Πβ. αγγίζω.|| Η αστυνομία ~ά τους δράστες (: βρίσκεται στα ίχνη τους, πολύ κοντά τους). Πβ. πλησιάζω. 5. (μτφ.-προφ.) βασίζομαι σε κάποιον, στηρίζομαι στην προστασία, την υποστήριξή του: Δεν ~ά σε ξένες πλάτες. ● ΦΡ.: πέρασε και/αλλά δεν ακούμπησε (προφ.-ειρων.): (κάποιος) δεν τα κατάφερε ή δεν έκανε αίσθηση., τα ακουμπάω (σε κάποιον/κάτι) (προφ.): δίνω χρήματα (αδιαμαρτύρητα), σπαταλώ, ξοδεύω: Τους ~ ~ γερά κάθε μήνα. Έχει ~ήσει τρελά λεφτά σ' αυτό το μαγαζί. ΣΥΝ. τα σκάω ● βλ. ακουμπισμένος [< μεσν. ακουμπώ, γαλλ. toucher]
240ακουμπώ

[ἀγγίζω] αγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {άγγι-ξα, -χτηκε, -γμένος, αγγίζ-οντας} & (λόγ.) εγγίζω 1. φέρνω το χέρι μου, ιδ. τις άκρες των δαχτύλων, ή άλλο μέρος του σώματος σε φυσική επαφή με κάτι, ώστε να μην υπάρχει ενδιάμεσο διάστημα: ~ (κάποιον) άθελά μου/στον ώμο. ~ τα πλήκτρα/τις χορδές. Δεν πρέπει να ~ουμε τα μάτια με άπλυτα χέρια. Μην τολμήσεις να με ~ξεις. Να καθαρίζετε αντικείμενα που ~ονται συχνά, όπως πόμολα! (ελλειπτ.) “Παρακαλώ μην ~ετε!" (ενν., π.χ., τα εκθέματα ενός μουσείου). Μαλλιά που ~ουν το (= ακουμπούν, πέφτουν στο) πρόσωπο/στέρνο/στήθος.|| Δεν την έχει ~ξει (: δεν έχει έλθει σε ερωτική επαφή μαζί της). 2. (μτφ.) πλησιάζω, προσεγγίζω, φτάνω κοντά σε ένα σημείο, επίπεδο, στόχο: Η επίδοσή σου ~ει το άριστα/τέλειο. Το θερμόμετρο/ο υδράργυρος ~ξε τους 40 βαθμούς Κελσίου. Η αποχή στις εκλογές ~ξε το ...%. (σε αγώνα μπάσκετ) Η διαφορά ~ξε τους 20 πόντους. Η ομάδα ~ξε τη νίκη. 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) αφήνει σημάδια: Δεν έχει αλλάξει, λες και ο χρόνος δεν τον ~ξε καθόλου. 4. (μτφ.) συγκινώ, γενικότ. επιδρώ στον εσωτερικό κόσμο (κάποιου): Βιβλίο/συγγραφέας που ~ει την καρδιά/τον νου/την ψυχή του αναγνώστη. Η ταινία ~ει το κοινό. Τραγούδια που ~ουν την ευαισθησία μας.|| Δεν με ~ουν (= πειράζουν) τα ειρωνικά/μικρόψυχα σχόλια. Ασύστολες κατηγορίες/χαλκευμένες συκοφαντίες που δεν μας ~ουν (= αφορούν). Πβ. ακουμπώ. 5. (σε αρνητ. προτάσεις) καταναλώνω κάτι: Δεν ~ξε το φαγητό. Πβ. γεύομαι. 6. σκαλίζω, ψάχνω, ψαχουλεύω: Μην ~εις τα πράγματά μου. 7. (μτφ.) θίγω, προσεγγίζω ένα θέμα, ένα ζήτημα: Βιβλίο που ~ει (= αφορά) πανανθρώπινα προβλήματα. Δεν σου επιτρέπω να ~εις προσωπικές υποθέσεις. ● ΦΡ.: αγγίζω τα όρια: πλησιάζω, προσεγγίζω: Η αδιαφορία τους ~ει ~ της αναισθησίας., αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου): κεντρίζω, ερεθίζω την ευαισθησία του: Στίχοι/συγκροτήματα που ~ουν ~ του ακροατή., δεν άγγιξα/δεν πείραξα ούτε τρίχα βλ. τρίχα [< μτγν. ἐγγίζω, μεσν. αγγίζω, γαλλ. toucher]

1737ακούνητος, η, ο [ἀκούνητος] α-κού-νη-τος επίθ. (λαϊκό): που δεν κουνιέται, δεν κουνήθηκε ή δεν μπορεί να κουνηθεί: ~ο: βλέμμα. ~ο: έπιπλο (= αμετακίνητο, π.χ. λόγω βάρους). Κάθομαι/στέκομαι ~. Μείνε ~ (= ακίνητος)!|| Παρέμειναν ~οι στις καλοπληρωμένες θέσεις τους. Πβ. αμετακίνητος, ασάλευτος. ● ΦΡ.: αγαλματάκια/στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα 1. (μτφ.) για πειθήνια όργανα: Καθόταν αγαλματάκι ~ο και περίμενε διαταγές. 2. ομαδικό παιδικό παιχνίδι: ~ ~ μέρα ή νύχτα;
1738ακουόγραμμαβλ. ακοόγραμμα
1739ακουολογία[ἀκουολογία] α-κου-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & ακοολογία (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά την ακοή, τις σχετικές παθήσεις (βαρηκοΐα, κώφωση) και τις διαταραχές επικοινωνίας που προκύπτουν από αυτές: αποκαταστατική/κλινική ~. Λογοθεραπεία-~. [< αγγλ. audiology, 1946, γαλλ. audiologie, περ. 1950]
1740ακουολογικός, ή, ό [ἀκουολογικός] α-κου-ο-λο-γι-κός επίθ. & ακοολογικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην ακοολογία ή τον ακουολόγο: ~ή: εξέταση/κλινική. ~ό: τεστ/τμήμα νοσοκομείου. [< αγγλ. audiologic(al), γαλλ. audiologique]
1741ακουολόγος[ἀκουολόγος] α-κου-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & ακοολόγος: ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην ακοολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. audiologist, 1947, γαλλ. audiologiste]
1742ακουομετρίαβλ. ακοομετρία
1743ακουομετρικός, ή, ό βλ. ακοομετρικός
1744ακουόμετροβλ. ακοόμετρο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.