| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26259 | κουραμπιές | κου-ρα-μπιές ουσ. (αρσ.) 1. ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα που παρασκευάζεται κυρ. από αλεύρι και βούτυρο και πασπαλίζεται με ζάχαρη άχνη: σπιτικοί/χριστουγεννιάτικοι ~ιέδες. ~ιέδες αμυγδάλου. Βλ. μελομακάρονο, -ές. 2. μαλθακός άνδρας, βουτυρομπεμπές. ● Υποκ.: κουραμπιεδάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}: στη σημ. 1. [< τουρκ. kurabiye] | |
| 26260 | κουράριο | κου-ρά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & κουράρε {άκλ.}: ΦΑΡΜΑΚ. ονομασία παραλυτικών ζωικών ή φυτικών ουσιών, με τις οποίες άλειφαν παλαιότ. οι Ινδιάνοι τα βέλη τους, ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται στην αναισθησιολογία. [< γαλλ. curare] | |
| 26261 | κουράρισμα | κου-ρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ιατρική παρακολούθηση ασθενούς, παροχή θεραπευτικής αγωγής. Βλ. -ισμα. | |
| 26262 | κουράρω | κου-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {κούραρε κ. (σπάν.) κουράρισε, κουράρ-οντας} (προφ.): παρακολουθώ ασθενή, χορηγώντας την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή: Ποιος γιατρός σε ~ει; [< μεσν. κουράρω] | |
| 26263 | κουρασάνι | κου-ρα-σά-νι ουσ. (ουδ.) & κορασάνι: ΟΙΚΟΔ. φυσικό παραδοσιακό, υδραυλικό κονίαμα που περιέχει τρίμματα από κεραμίδια και χρησιμεύει ως ισχυρή συνδετική ύλη. [< μεσν. κορασάνι < τουρκ. horasan] | |
| 26264 | κούραση | κού-ρα-ση ουσ. (θηλ.): αίσθημα εξάντλησης, απώλειας των δυνάμεων, συνήθ. εξαιτίας υπερβολικής εργασίας, προσπάθειας, ταλαιπωρίας, κόπωσης: σωματική ~. Συμπτώματα ~ης. Με εμφανή τα σημάδια της ~ης. Αισθάνομαι/νιώθω (απίστευτη/έντονη/μόνιμη/συνεχή/συσσωρευμένη/τρομερή) ~. ~ στα χέρια. Γυμναστικές ασκήσεις που δημιουργούν/προκαλούν/φέρνουν ~. Διώξτε την ~. Πβ. κάματος, καταπόνηση, κόπος.|| (προφ.) Δεν με κρατούν/δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου από την ~. Είμαι πεθαμένος/πτώμα/ψόφιος από την/στην ~ (= πολύ κουρασμένος). Θα καταρρεύσω/θα πέσω κάτω από την ~.|| Διανοητική/πνευματική/ψυχική ~.|| Γλυκιά ~ (: μετά από ευχάριστες αλλά κοπιώδεις δραστηριότητες).|| (ΙΑΤΡ.) Σύνδρομο χρόνιας ~ης. ΣΥΝ. κόπωση (1) ΑΝΤ. ξεκούραση, χαλάρωση (1) [< μεσν. κούραση] | |
| 26265 | κουρασμένος | , η, ο κου-ρα-σμέ-νος επίθ.: που έχει κουραστεί: ~ σωματικά και ψυχικά. ~ από τη δουλειά/το περπάτημα/τα συνεχή ψέματα (πβ. μπουχτισμένος). Ήμουν τόσο ~ που αποκοιμήθηκα στον καναπέ. Αισθάνομαι/νιώθω ~. Δείχνεις/φαίνεσαι (αρκετά/πολύ) ~. (προφ.-ειρων.) Κοίτα κάτι ~α παλικάρια (= ταλαιπωρημένα). Καλά, αυτός γεννήθηκε ~ (: για τεμπέλη ή φυγόπονο άνθρωπο)! Πβ. εξαντλη-, εξουθενω-, καταβεβλη-μένος, κατάκοπος, κατα~, ξεθεωμένος.|| ~η: φωνή. ~ο: δέρμα/μυαλό/σώμα. ~οι: μύες. ~α: μαλλιά/μάτια/πόδια. ~η και αφυδατωμένη επιδερμίδα. Πρόσωπο ~ο και γερασμένο (πβ. σπασμένος). Με ~ο βήμα/ύφος. Πβ. αδύναμος.|| (μτφ.) Η αγορά είναι ~η (= παρουσιάζει κόπωση). ΑΝΤ. ξεκούραστος (1) ● βλ. κουράζω | |
| 26266 | κουραστικός | , ή, ό κου-ρα-στι-κός επίθ. 1. που προκαλεί κυρ. σωματική κούραση: ~ή: διαδρομή/δουλειά/καθημερινότητα. ~ό: πρόγραμμα/ταξίδι. ~ές: ασκήσεις/στάσεις (του σώματος· ΑΝΤ. αναπαυτικές). Πέρασα μια ~ή (και εξαντλητική/εξοντωτική) μέρα. Είναι πολύ ~ό να ... Πβ. επίπονος, κοπιαστικός, κοπιώδης. ΑΝΤ. ξεκούραστος (2) 2. που έχει φτάσει στο σημείο να προκαλεί ενόχληση, δυσφορία σε κάποιον, που δεν μπορεί να γίνει ανεκτός· βαρετός: ~ή: κατάσταση. (για πρόσ.) Έχει γίνει/καταντήσει ~ με τις ερωτήσεις του (βλ. κόλλησε η βελόνα). Πβ. ενοχλητικός.|| ~ή: αναμονή/ομιλία/παράσταση/συζήτηση/ταινία (: αργή). ~ές: αναλύσεις/επαναλήψεις. Το μάθημά του είναι πολύ ~ό. ΑΝΤ. ευχάριστος ● επίρρ.: κουραστικά | |
| 26267 | κουραφέξαλα | κου-ρα-φέ-ξα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) & (σπάν.) κουροφέξαλα (προφ., δηλωτικό δυσαρέσκειας, αγανάκτησης): βλακείες, ανοησίες: Τι ~ είναι αυτά που μου λες/τσαμπουνάς (= αρλούμπες)! | |
| 26268 | κούρβα | κούρ-βα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) κούρμπα. 2. (παλαιότ.) ιερόδουλη, πόρνη. [< μεσν. κούρβα] | |
| 26269 | κουρδίζω | κουρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {κούρδι-σα, κουρδί-στηκε, -σμένος, κουρδίζ-οντας} & (προφ.) κουρντίζω ΑΝΤ. ξεκουρδίζω 1. θέτω σε λειτουργία μηχανισμό συσκευής, παιχνιδιού, συσπειρώνοντας το ελατήριό του: ~ την κούκλα/το ρολόι/το τρενάκι. 2. ρυθμίζω μουσικό όργανο ώστε οι χορδές του να βρίσκονται στον κατάλληλο τόνο: ~ την κιθάρα/τη λύρα/το μπάσο/το μπουζούκι (βλ. ντουζένι)/το πιάνο. ~σμένο: βιολί. ΣΥΝ. χορδίζω 3. (μτφ.-προφ.) δημιουργώ ένταση, νευρικότητα ή εκνευρισμό σε κάποιον, συνήθ. θίγοντας ευαίσθητο σημείο του: Είμαι ήδη τσαντισμένος, μη με ~εις κι εσύ! Κάθε φορά που τον βλέπω ~ομαι. Πβ. ανάβω, εκνευρίζω, ερεθίζω, πειράζω. ● Μτχ.: κουρδισμένος , η, ο (μτφ.) 1. που κάνει μηχανικές, αυτόματες κινήσεις: Εργάζονται/περπατούν/φέρονται σαν ~οι. Πβ. ρομπότ. 2. οργανωμένος, προσεγμένος: Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα ήταν άψογα ~ο (= ρυθμισμένο). [< μεσν. κορδίζω] | |
| 26270 | κουρδικός | , ή, ό κουρ-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το Κουρδιστάν ή/και τους Κούρδους: || (ως ουσ., με κεφαλ. το αρχικό Κ) Το ~ό (ενν. ζήτημα). [< γαλλ. kurde] | |
| 26271 | κούρδισμα | κούρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.) {κουρδίσμ-ατος | -ατα} & (προφ.) κούρντισμα ΑΝΤ. ξεκούρδισμα 1. ρύθμιση του τόνου κάθε χορδής μουσικού οργάνου, ώστε να παράγεται το σωστό τονικό ύψος: ~ του βιολιού/της κιθάρας. ~ με το αυτί. ~ ντο-φα-λα-ρε (: στην αντίστοιχη νότα που αντιπροσωπεύει κάθε χορδή). Κλειδί ~ατος. Εναλλακτικά/χαμηλά ~ατα (: σε ανάλογους τόνους). Το πιάνο θέλει/χρειάζεται ~. Πβ. ντουζένι, χόρδισμα. 2. περιστροφή, μέσω ειδικού εξαρτήματος, του ελατηρίου ενός μηχανισμού, με σκοπό την έναρξη της λειτουργίας του: ~ του μουσικού κουτιού/του παιχνιδιού/του ρολογιού. | |
| 26272 | κουρδιστήρι | κουρ-δι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κουρντιστήρι (προφ.): εξάρτημα ή όργανο κουρδίσματος· ειδικότ. συσκευή κουρδίσματος ακουστικών και ηλεκτρικών μουσικών οργάνων: ~ ρολογιών (πβ. κορόνα).|| Αυτόματο/ηλεκτρονικό/χρωματικό/ψηφιακό ~. ~ για κιθάρα και μπάσο. ~ια-μετρονόμοι. Βλ. -τήρι. | |
| 26273 | κουρδιστής | κουρ-δι-στής ουσ. (αρσ.): χορδιστής. | |
| 26274 | κουρδιστός | , ή, ό κουρ-δι-στός επίθ.: που κουρδίζεται για να λειτουργήσει, που φέρει κουρδιστήρι: ~ό: ρολόι. ~ά: παιχνίδια. Βλ. ξεκούρδιστος. ΑΝΤ. αυτόματος.|| (μτφ.) Έχουν καταντήσει ~ά στρατιωτάκια (= ρομπότ). | |
| 26275 | κουρέας | κου-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {κουρ-έα | -είς, -έων}: επαγγελματίας που ασχολείται με την περιποίηση των ανδρικών μαλλιών και γενιών, κυρ. με το κούρεμα και το ξύρισμα: άδεια (άσκησης επαγγέλματος)/βοηθός ~έα. ~είς και κομμωτές. Πβ. μπαρμπέρης. [< αρχ. κουρεύς] | |
| 26276 | κουρείο | [κουρεῖο] κου-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα στο οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του ο κουρέας: παραδοσιακό ~. Το ~ της γειτονιάς. Πβ. κομμωτήριο, μπαρμπέρικο. [< αρχ. κουρεῖον] | |
| 26277 | κουρέλα | κου-ρέ-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): αντίπαλη αθλητική ομάδα που υφίσταται συνεχείς και μεγάλες ήττες. Πβ. ξεφτίλα. | |
| 26278 | κουρελαρία | κου-ρε-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ., προφ.) 1. παλιά, φθαρμένα ρούχα, κουρέλια και συνεκδ. το σύνολο των ανθρώπων που τα φορούν. 2. άχρηστα συνήθ. παλιά πράγματα ή γενικότ. κάθε κακογουστιά, ακαλαισθησία. Πβ. παλιατζούρα. Βλ. -αρία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ