Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27000-27020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26279κουρέλαςκου-ρέ-λας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): οπαδός αντίπαλης συνήθ. αθλητικής ομάδας, η οποία υφίσταται συνεχείς εξευτελιστικές ήττες.
26280κουρελήςκου-ρε-λής ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που φορά βρόμικα, παλιά και φθαρμένα ρούχα, συνήθ. εξαθλιωμένος: άστεγος/γέρος/φτωχός ~. Πεινασμένοι ~ήδες. Πβ. λέτσος.|| (ως επίθ.) ~ ζητιάνος. Πβ. ρακένδυτος. ΣΥΝ. κουρελιάρης
26281κουρέλικου-ρέ-λι ουσ. (ουδ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} κομμάτι υφάσματος ή ρούχο φθαρμένο από την πολυκαιρία και βρόμικο· κατ' επέκτ. παλιόρουχο: άχρηστα ~ια. Κούκλες από ~ια. Πβ. παρτάλι, πατσαβούρα, ράκος.|| (μειωτ.) Τι ~ια είν΄αυτά που φοράς (= κουρελαρία); 2. (μτφ.) άνθρωπος εξουθενωμένος σωματικά ή/και καταρρακωμένος ψυχικά: Είμαι (ένα) ~. Κατάντησα ~ από την κούραση/από το ξενύχτι. Πβ. ερείπιο, πτώμα.|| Με έκανε ~ με τα λόγια του (: λιώμα). ΣΥΝ. ράκος (1) ● Υποκ.: κουρελάκι (το) ● ΦΡ.: είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια βλ. τσατάλι [< πβ. μεσν. κουρέλλιν ‘κοράλλι’]
26282κουρελιάζωκου-ρε-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {κουρέλια-σα, κουρελιά-σει, -στηκε, -σμένος} 1. (μτφ.) καταρρακώνω, ταπεινώνω· εξουθενώνω ψυχικά: Πολιτική που (καταπατά και) ~ει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια/κάθε έννοια δικαίου/τα δικαιώματα των εργαζομένων. Βλέπει τη δημόσια εικόνα του να (διασύρεται/ποδοπατείται και να) ~εται. ~στηκαν τα όνειρά του. Πβ. εξευτελίζω.|| Η κατάσταση είχε ~σει τα νεύρα του (: τον είχε εκνευρίσει, εξοργίσει). Με έχουν ~σει ψυχολογικά (: με έχουν κάνει λιώμα, ράκος). Πβ. σμπαραλιάζω, συντρίβω, τσακίζω, τσαλακώνω, τσαλαπατώ. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} (για ύφασμα) σκίζω, φθείρω: Τα ρούχα του ~στηκαν από την πολυκαιρία. Πβ. ξεσκίζω, ξεφτίζω.
26283κουρελιάρηςκου-ρε-λιά-ρης επίθ./ουσ. {θηλ. κουρελιάρα} (προφ.): κουρελής. Βλ. -ιάρης.
26284κουρέλιασμακου-ρέ-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) εξευτελισμός, καταρράκωση: ~ των ανθρώπινων δικαιωμάτων/της αξιοπρέπειάς μας/της αξιοπιστίας τους/του Διεθνούς Δικαίου/των θεσμών. Πβ. σμπαράλιασμα, ταπείνωση, τσαλάκωμα. 2. (σπάν., για ύφασμα) σκίσιμο. Πβ. ξέσκισμα.
26285κουρελιασμένος, η, ο κου-ρε-λια-σμέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που φορά σκισμένα, ξεφτισμένα, φθαρμένα ρούχα ή (για ύφασμα) που έχει φθαρεί από τη χρήση και την πολυκαιρία: Γύριζε στους δρόμους πεινασμένος, ξυπόλυτος και ~. Πβ. κουρελής.|| ~ο: πουκάμισο. ~α: πανιά. 2. (μτφ.) καταρρακωμένος, ψυχικά εξουθενωμένος: ~η: αξιοπρέπεια. ~α: νεύρα.
26286κουρελο- & κουρελό-: το ουσιαστικό κουρέλι ως α' συνθετικό λέξεων: κουρελό-πανο.|| Κουρελο-ντυμένος.|| Κουρελό-χαρτο. Πβ. παλιο-.
26287κουρελόπανοκου-ρε-λό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κουρέλι: ~ για ξεσκόνισμα (= ξεσκονόπανο).
26288κουρελού[κουρελοῦ] κου-ρε-λού ουσ. (θηλ.) {κουρελ-ούδες} (κυρ. παλαιότ.) 1. υφαντό, συνήθ. πολύχρωμο, που κατασκευάζεται από παλιά ρούχα ή υφάσματα και χρησιμοποιείται κυρ. ως κάλυμμα δαπέδου ή τοίχου ή ως στρωσίδι: χειροποίητη ~. ~ με κρόσσια. Πάτωμα στρωμένο με ~ούδες. Βλ. βελέντζα, κιλίμι, φλοκάτη. 2. (μτφ.-μειωτ., ως παραθετικό σύνθ.) οτιδήποτε θεωρείται ευτελές, αποτελεί συνονθύλευμα διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων ή έχει γίνει πρόχειρα: κείμενο/κόμμα/νομοσχέδιο ~. [< κουρελής]
26289κουρελόχαρτοκου-ρε-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): επίσημο έγγραφο που θεωρείται άχρηστο, χωρίς αξία ή αντίκρισμα: πτυχία-~α (: που δεν οδηγούν σε επαγγελματική αποκατάσταση). Έχουν κάνει ~ το καταστατικό. Πβ. κωλό-, μπακαλό-, παλιό-, χασαπό-χαρτο.
26290κούρεμακού-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {κουρέμ-ατος | -ατα} 1. κόψιμο των μαλλιών συνήθ. από κομμωτή ή κουρέα· ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο είναι κομμένα: ψαλίδι ~ατος. ~ και χτένισμα. Θέλεις/χρειάζεσαι ~. Πάω για ~.|| Μακρύ/στρατιωτικό ~. ~ με αφέλειες/φράντζα. ~ γουλί/καρέ. ~ τύπου ... Ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~ατα. Ασύμμετρα/εκκεντρικά/κλασικά/μοντέρνα/πρωτότυπα ~ατα. ~ που κολακεύει το/ταιριάζει στο πρόσωπό της. Με γεια το ~! (κυρ. παλαιότ.) ~ με την ψιλή (ενν. μηχανή: είναι τόσο κοντό που φαίνεται το δέρμα του κεφαλιού). Κιτ ~ατος. Πβ. κόμμωση, κουπ. 2. κόψιμο του τριχώματος ζώου: ~ των προβάτων/του σκύλου. Πβ. κουρά. 3. κόψιμο των κορυφών σε ποώδη ή θαμνώδη φυτά: ~ του γκαζόν. ~ και κλάδεμα. Μηχανή ~ατος (= κουρευτική). 4. ΟΙΚΟΝ. (αρνητ. συνυποδ.) μείωση, περικοπή: ~ των μισθών/ομολόγων/της περιουσίας των Ταμείων. ● Υποκ.: κουρεματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κούρεμα (χρέους): ΟΙΚΟΝ. διαδικασία διαπραγμάτευσης των όρων αποπληρωμής του χρέους μιας χώρας που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, προκειμένου να αποφύγει την οικονομική κατάρρευση: ~ ~ για προβληματικές οικονομίες. [< αγγλ. debt haircut] [< μεσν. κούρεμα]
26291κουρευτικός, ή, ό κου-ρευ-τι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για κούρεμα: ~ή: μηχανή (αιγοπροβάτων/γκαζόν/μαλλιών).|| (ως ουσ.) ~ή ρεύματος. Πβ. κομμωτικός. Βλ. θαμνοκοπτ-, θεριστ-, ξυριστ-ικός. ● Ουσ.: κουρευτικό (το): ενν. εργαλείο, μηχάνημα: ~ μπορντούρας/περιθωρίων. [< μτγν. κουρευτικός]
26292κουρεύωκου-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {κούρε-ψα, κουρεύ-τηκα, -οντας, κουρε-μένος} 1. κόβω τα μαλλιά (σε άνθρωπο) ή το τρίχωμα (σε ζώο): ~ το κεφάλι. Τον ~ψε με την ψιλή. ~τηκε σύρριζα. ~μένος γουλί.|| ~ψε τα πρόβατα/τον σκύλο. 2. κόβω τα φύλλα ή το χορτάρι, κυρ. τις άκρες που προεξέχουν: ~ τους θάμνους. Πβ. κλαδεύω.|| ~ το γκαζόν/το γρασίδι. Βλ. ψαλιδίζω. 3. ΟΙΚΟΝ. (προφ.) μειώνω, περικόπτω: ~ουν τα επιδόματα/τους μισθούς/τις συντάξεις/το χρέος κατά ...%. ● ΦΡ.: δεν πάει να κουρεύεται; & (υβριστ.) άι/άντε κουρέψου!: ως έκφραση αδιαφορίας, περιφρόνησης ή και εκνευρισμού., άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες βλ. αρμέγω, πάρ'/πιάσ' τ' αβγό και κούρευ' το βλ. αβγό & αυγό, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος βλ. μαλλί, σαν κουρεμένο γίδι βλ. γίδι [< μεσν. κουρεύω]
26293κούριερκού-ρι-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ταχυμεταφορά, ταχυδιανομή: εταιρεία/υπηρεσίες ~. Αποστολή με ~ (: για γράμμα/δέμα/παραγγελία). Βλ. ντελίβερι.κούριερ (ο): ταχυμεταφορέας, ταχυδιανομέας: παράδοση του δέματος από τον ~. [< αγγλ. courier]
26294κουρίκουλουμκου-ρί-κου-λουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) κουρίκουλο: ΠΑΙΔΑΓ. λεπτομερής περιγραφή της διαδικασίας μάθησης μιας ενότητας γνώσεων από συγκεκριμένους μαθητές σε ορισμένο χρονικό διάστημα: ανοιχτά/κλειστά ~α. Αναλυτικό Πρόγραμμα με μορφή ~. [< αγγλ. curriculum, 1824, γαλλ. ~]
26295κουρίκουλουμ βίτεκου-ρί-κου-λουμ βί-τε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουρίκουλουμ: βιογραφικό (σημείωμα). Πβ. σιβί. [< γαλλ. curriculum vitae, 1900, αγγλ. ~, 1902]
26296κούρκος[κοῦρκος] κούρ-κος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. αρσενική γαλοπούλα· γάλος, διάνος. Βλ. αγριόκουρκος. [< βουλγ. kurka]
26297κουρκουμάςκουρ-κου-μάς ουσ. (αρσ.) & κουρκούμη & κουρκούμα (η) & κούρκουμα (το): ΒΟΤ. πολυετές φυτό της Ινδίας (οικογ. Zingiberaceæ) με αρωματική ρίζα, η οποία περιέχει μια κίτρινη χρωστική ουσία που χρησιμεύει στην παραγωγή του κάρι· η ίδια η ουσία που χρησιμοποιείται και ως μπαχαρικό. Βλ. σαφράν. [< γαλλ. curcuma]
26298κουρκουμπίνεςκουρ-κου-μπί-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΜΑΓΕΙΡ. είδος χειροποίητου μακρόστενου ζυμαρικού.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.