| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26299 | κουρκουμπίνι | κουρ-κου-μπί-νι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. καθένα από τα σιροπιαστά γλυκά-μπουκίτσες που παρασκευάζονται από φύλλο κρούστας κομμένο σε κομματάκια, τα οποία στη συνέχεια τηγανίζονται και περιχύνονται με σιρόπι: ένα ταψί ~ια. Βλ. μπακλαβάς, σαραγλί, τουλούμπα. | |
| 26300 | κουρκούτι | κουρ-κού-τι ουσ. (ουδ.) & κουρκούτη (η) 1. ΜΑΓΕΙΡ. χυλός από αλεύρι, λάδι, μπίρα, αλάτι, πιπέρι και ενίοτε αβγά, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τηγανητών φαγητών: αραιό/πηχτό ~. Κολοκυθάκια βουτηγμένα σε ~. Ετοιμάζω/κάνω/φτιάχνω ~. 2. (μτφ.) για να δηλωθεί πνευματική κόπωση, ζαλάδα μετά από πολύωρη πνευματική εργασία ή σκέψη: Έχει γίνει το μυαλό μου ~ από το πολύ διάβασμα (= αποβλακώθηκα, χάζεψα). ● ΦΡ.: όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι βλ. χυλός [< μεσν. κουρκούτιν] | |
| 26301 | κουρκουτιάζω | κουρ-κου-τιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κουρκούτια-σε} (προφ.): κουράζεται το μυαλό μου· δεν έχω καθαρή σκέψη ή μειώνεται η πνευματική μου αντίληψη εξαιτίας των γηρατειών: ~σε το κεφάλι μου/~σα από το πολύ διάβασμα. Γέρασε και φαίνεται πως έχει ~σει (= έχει ξεκουτιάνει). Πβ. αποβλακώνομαι, ζαβλακώνομαι, κλουβιάζει, χαζεύω. | |
| 26302 | κουρκουτόπιτα | κουρ-κου-το-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα χωρίς φύλλο με κύριο συστατικό το κουρκούτι. Πβ. κασόπιτα. | |
| 26303 | κούρμπα | κούρ-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.): καμπυλωτό σχήμα, καμπύλη: σωλήνες με ~ες (= που δεν είναι ίσιοι).|| Ο δρόμος κάνει/σχηματίζει (μια) ~ (= απότομη στροφή). Πβ. καμπή. [< γαλλ. courbe] | |
| 26304 | κουρμπαδόρος | κουρ-μπα-δό-ρος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την κάμψη μεταλλικών αντικειμένων: αυτόματος/ηλεκτρικός/υδραυλικός ~. ~ χειρός. ~ σωλήνων. Βλ. -αδόρος. | |
| 26305 | κουρμπάνι | κουρ-μπά-νι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. εθιμική ζωοθυσία και συνεκδ. το θυσιαζόμενο ζώο και το μαγειρεμένο (σε καζάνια) κρέας του, το οποίο μοιράζεται στους κατοίκους του χωριού. [< μεσν. κουρμπάνι < τουρκ. kurban] | |
| 26306 | κουρμπάρισμα | κουρ-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {κουρμπαρίσμ-ατος} (λαϊκό): κάμψη μεταλλικών αντικειμένων με κατάλληλο μηχάνημα, τον κουρμπαδόρο, ή άλλο εργαλείο: ~ σωλήνων. Γωνία/καλούπια/κουτάλα ~ατος. Πβ. κύρτωση. Βλ. -ισμα. | |
| 26307 | κουρμπαριστός | , ή, ό κουρ-μπα-ρι-στός επίθ. (λαϊκό): που έχει καμφθεί ώστε να σχηματίζει καμπύλη, που είναι καμπυλωτός στη μία ή σε όλες του τις πλευρές: ~ός: σωλήνας. ~ό: τζάμι. ~ές: επιφάνειες/πόρτες. ~ά: κουφώματα/κρύσταλλα/παράθυρα/περβάζια. | |
| 26308 | κουρμπέτι | κουρ-μπέ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χώρος εργασίας ή δραστηριοποίησης, πιάτσα: Είναι νέος/παλιός στο ~ (= στη βιοπάλη). Κυρ. στις ● ΦΡ.: βγάζω κάποιον στο κουρμπέτι 1. εξωθώ κάποιον στην πορνεία. ΣΥΝ. βγάζω στο κλαρί (1) 2. αναγκάζω κάποιον να εργαστεί από μικρός., βγήκε στο κουρμπέτι 1. (για πόρνη) εκδίδεται. 2. άρχισε να δουλεύει από πολύ νέος., χρόνια στο κουρμπέτι: για πρόσωπο που έχει αποκτήσει μεγάλη πείρα σε ορισμένο τομέα: Είναι/έχει ~ ~. ΣΥΝ. παλιά καραβάνα [< τουρκ. kurbet] | |
| 26309 | κούρνια | κούρ-νια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. φωλιά πτηνού ή κοτέτσι· μικρή ράβδος κουρνιάσματος. 2. (κατ' επέκτ.) ύπνος πτηνού ή σπανιότ. άλλου ζώου. | |
| 26310 | κουρνιάζω | κουρ-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κούρνια-σα, -σμένος, κουρνιάζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (για πτηνά και σπανιότ. άλλα ζώα) κάθομαι σε προστατευμένο και ζεστό μέρος, προκειμένου να κοιμηθώ, μαζεύοντας το σώμα μου και κατεβάζοντας το κεφάλι χαμηλά στο στέρνο: Πουλιά που ~ουν στα κεραμίδια/στα κλαδιά των δέντρων/στις φωλιές τους. 2. (μτφ.-λογοτ.) μαζεύομαι κάπου που μου προσφέρεται ζεστασιά, θαλπωρή: Το παιδί ~σε στην αγκαλιά της μητέρας του (= έγειρε, χώθηκε). Το μίσος έχει ~σει στην ψυχή του (= φωλιάσει). ~σμένη σε μια γωνιά (= κουλουριασμένη)/στον καναπέ (πβ. χουχουλιάζω). Χωριό ~σμένο στην πλαγιά του βουνού. | |
| 26311 | κούρνιασμα | κούρ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) {κουρνιάσμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κουρνιάζω: ~ των πουλιών στα κλαδιά. Θέσεις ~ατος. Βλ. φώλιασμα.|| (μτφ.) ~ δίπλα στο τζάκι. Πβ. χουχούλιασμα. | |
| 26312 | κουρνιαχτός | κουρ-νια-χτός ουσ. (αρσ.) & κορνιαχτός 1. (μτφ.) αναστάτωση, θόρυβος γύρω από κάτι: ο ~ των εκλογών/των πανηγυρισμών. Τώρα που κατακάθισε/καταλάγιασε ο ~ των αποκαλύψεων, μπορούμε να ... Πβ. ντόρος, πάταγος, σάλος. 2. μεγάλο σύννεφο σκόνης: Σηκώθηκε ~. ΣΥΝ. κονιορτός (1), μπουχός [< μεσν. κουρνιαχτός] | |
| 26313 | κουρντίζω | βλ. κουρδίζω | |
| 26314 | κούρντισμα | βλ. κούρδισμα | |
| 26315 | κουρντιστήρι | βλ. κουρδιστήρι | |
| 26316 | κούρο σίβο | κού-ρο σί-βο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουροσίβο (κ. με κεφαλ. Κ, Σ): ΓΕΩΓΡ. θερμό ρεύμα του βορειοδυτικού Ειρηνικού Ωκεανού. [< αγγλ. kuroshiwo] | |
| 26317 | κούρος | [κοῦρος] κού-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αρχαϊκή πλαστική) γυμνό νεανικό ανδρικό άγαλμα σε όρθια μετωπική στάση: μαρμάρινος ~. Βλ. κόρη. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ ωραίος νέος άνδρας. [< αρχ. κοῦρος 'νέος' 1: γερμ. Kuros, αγγλ. Kouros, 1920, γαλλ. ~, 1934] | |
| 26318 | κουρού | κου-ρού επίθ./ουσ. (η) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τραγανή ζύμη που παρασκευάζεται συνήθ. με φαρίνα, βούτυρο, αβγά και γιαούρτι: τυρόπιτα/φύλλο ~. Βλ. κρούστα, σφολιάτα. [< τουρκ. kuru ‘ξερός, στεγνός’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ