| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26319 | κουρούμπελο | κου-ρού-μπε-λο ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.) : κυρ. στη ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί | |
| 26320 | κουρούνα | κου-ρού-να ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. επιδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Corvus corone), που έχει μαύρο φτέρωμα, ράμφος και πόδια, ενώ η ράχη και το κάτω μέρος του σώματός του είναι σταχτιά: Κράζει η ~. Βλ. κοράκι, στρουθιόμορφα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πονηρή, στρίγκλα και κουτσομπόλα γυναίκα. Πβ. καρακάξα, κάργια. [< μεσν. κουρούνα < αρχ. κορώνη] | |
| 26321 | κουρούπι | κου-ρού-πι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πιθάρι, κιούπι: ~ με κρασί/λάδι. ● Μεγεθ.: κουρούπα (η) [< μεσν. κουρούπι] | |
| 26322 | κουροφέξαλα | βλ. κουραφέξαλα | |
| 26323 | κούρσα | κούρ-σα ουσ. (θηλ.) 1. αγώνας δρομέων, αυτοκινήτων, σκαφών, ποδηλάτων, αλόγων και η αντίστοιχη κάλυψη της διαδρομής: αργή/γρήγορη/δοκιμαστική/προκριματική/τελική ~. ~ ανδρών/γυναικών. ~ αντοχής/ταχύτητας (πβ. σπριντ). Ακύρωση/εκκίνηση/επικεφαλής/νικητής της ~ας. Αγωνίζομαι/παίρνω μέρος/συμμετέχω/τερματίζω/τρέχω/χάνω σε ~. Οδηγώ την ~ (: προηγούμαι, προπορεύομαι). Κέρδισε την ~ των 100/400/800/1500 μέτρων. Βλ. γκραν πρι.|| Τρελή ~ (= ταχύτατη).|| (προφ.) Οι ~ες (= οι ιπποδρομίες). 2. (μτφ.) έντονος ανταγωνισμός, συνήθ. για την πρωτιά, τη νίκη: διεθνής/ξέφρενη ~. Η ~ των εκλογών/των εξοπλισμών/της τεχνολογίας/των υποψηφιοτήτων. Στην ~ της αρχηγίας/της προεδρίας. Πβ. αντιπαλότητα, πόλεμος. 3. (προφ.) μετακίνηση με ταξί· συνεκδ. το κόστος της ή ο πελάτης: διπλή/νυχτερινή/σύντομη ~. Η ~ από το αεροδρόμιο έχει πρόσθετη επιβάρυνση. Πβ. διαδρομή.|| Πλήρωσα την ~. Πήρε ~ τον ... 4. μεγάλο και ακριβό συνήθ. αυτοκίνητο: ~ πολυτελείας. Πβ. λιμουζίνα. ● Υποκ.: κουρσάκι (το): στη σημ. 4. ● Μεγεθ.: κουρσάρα (η): στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: άλογο κούρσας: αυτό που τρέχει σε ιπποδρομίες· μτφ. πρόσωπο που ασχολείται με τον πρωταθλητισμό. [< αγγλ. racehorse] , κούρσα θανάτου: γρήγορη πορεία, συχνά καταδίωξη, που καταλήγει σε θάνατο., κούρσα διαδοχής βλ. διαδοχή [< πβ. μεσν. κούρσα 'πορεία καραβιού', γαλλ. course] | |
| 26324 | κουρσάρικος | , η, ο κουρ-σά-ρι-κος επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους κουρσάρους: ~η: γαλέρα/επιδρομή. ΣΥΝ. πειρατικός (1) ● Ουσ.: κουρσάρικο (το): ενν. πλοίο. [< μεσν. κουρσάρικος] | |
| 26325 | κουρσάρος | κουρ-σά-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. καθένας από τους ναυτικούς που κούρσευαν πλοία, νησιά ή παραθαλάσσιες περιοχές εχθρικής χώρας με εντολή του βασιλιά· (συνήθ. καταχρ.) πειρατής: Σαρακηνοί ~οι. Οι ~οι της Μεσογείου. Επιδρομές/καταφύγια/λημέρια/ορμητήριο ~ων. Περιοχή που λεηλατήθηκε από τους ~ους. [< μεσν. κουρσάρος < ιταλ. corsaro] | |
| 26326 | κουρσεύω | κουρ-σεύ-ω ρ. (μτβ.) {κούρσε-ψα, -μένος, κουρσεύ-οντας} 1. (παλαιότ.) κάνω επιδρομή και λεηλατώ: (για πειρατές:) ~ψαν το κάστρο/το νησί/τα πλοία. ~μένη: πόλη. Πβ. διαγουμίζω, λαφυραγωγώ, πλιατσικολογώ. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κυριεύω, κατακτώ: Άσχημες σκέψεις ~ουν το μυαλό. [< μεσν. κουρσεύω] | |
| 26327 | κούρσος | [κοῦρσος] κούρ-σος ουσ. (ουδ.) & κούρσο (παλαιότ.-λαϊκό): πειρατεία, πειρατική επιδρομή και συνεκδ. η αντίστοιχη λεία. [< μεσν. κούρσος] | |
| 26328 | κούρταλα | κούρ-τα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (διαλεκτ.): κρόταλα. | |
| 26330 | κουρτίνα | κουρ-τί-να ουσ. (θηλ.) {κουρτιν-ών}: ύφασμα κρεμασμένο πάνω από το κούφωμα παραθύρου ή μπαλκονόπορτας, για να εμποδίζει το φως του ήλιου ή σε συγκεκριμένο χώρο για να τον απομονώνει: βελούδινη/βουάλ/δαντελένια/διάφανη/μεταξωτή ~. Αξεσουάρ/κορδόνι/κρίκοι/μηχανισμοί (ανάρτησης)/ράβδοι (= κουρτινό-βεργες, -ξυλα)/σιδηρόδρομος/τρέσες ~ας. Ανοιχτές/βαριές/ηλεκτρικές/κλειστές/λευκές/χρωματιστές ~ες. Κρέμασμα/ραφή ~ών. Ανοίγω/κλείνω/τραβώ τις ~ες. Πβ. μπερντές, παραπέτασμα. Βλ. αερο~, περσίδες, ρολο~, στόρια.|| (Διακοσμητική/πλαστική/υφασμάτινη) ~ μπάνιου/ντους (: κυρ. για να μην πέφτει το νερό έξω από την μπανιέρα/ντουζιέρα).|| Η ~ του θεάτρου/της σκηνής (= αυλαία).|| Αερόσακοι τύπου ~ας (= οροφής).|| ~ νερού (= νεροκουρτίνα). ● Υποκ.: κουρτινάκι (το), κουρτινίτσα (η), κουρτινούλα (η) ● ΦΡ.: πίσω από τις κουρτίνες (μτφ.): στο παρασκήνιο, στα κρυφά: συμφωνία ~ ~ (= παρασκηνιακή). Δεν ξέρω τι παίζεται ~ ~. Πβ. κάτω από το τραπέζι, πίσω από τις κουίντες. [< μεσν. κο(υ)ρτίνα < μεσν. λατ. cortina] | |
| 26331 | κουρτινιέρα | κουρ-τι-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κατασκευή που καλύπτει τον σιδηρόδρομο της κουρτίνας: γύψινη ~. Βλ. -ιέρα. | |
| 26332 | κουρτινόβεργα | κουρ-τι-νό-βερ-γα ουσ. (θηλ.): κουρτινόξυλο. | |
| 26333 | κουρτινόξυλο | κουρ-τι-νό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ράβδος που στερεώνεται στον τοίχο και φέρει κυρ. κρίκους για το κρέμασμα της κουρτίνας: μεταλλικά/ξύλινα/σφυρήλατα ~α. Βλ. σιδηρόδρομος. ΣΥΝ. κουρτινόβεργα | |
| 26334 | κουσκούς1 | κου-σκούς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κους κους (προφ.): κουτσομπολιό: μεσημεριανό/πρωινό ~. Κουβεντούλα, καφεδάκι και ~. Κάνουμε ~. | |
| 26335 | κουσκούς2 | κου-σκούς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κουσκούσι: ΜΑΓΕΙΡ. χοντροκομμένο σιμιγδάλι, βρασμένο και αποξηραμένο, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην αραβική κουζίνα ως γαρνίρισμα φαγητών με κρέας ή λαχανικά: μαροκινό ~. Βλ. πλιγούρι, ταμπουλέ. ● Υποκ.: κουσκουσάκι (το) [< τουρκ. kuskus] | |
| 26336 | κουσούρι | κου-σού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ελάττωμα και κατ' επέκτ. ιδιοτροπία, χούι: Η αναίδεια είναι το μεγαλύτερο ~ του. Μεταχειρισμένο αμάξι χωρίς κανένα ~. ΑΝΤ. προτέρημα.|| Έχει το ~ να ... Πβ. παραξενιά. Βλ. κόλλημα. 2. σωματικό μειονέκτημα: Το ατύχημα του άφησε ~ (στο πόδι). Πβ. αναπηρία. ● Υποκ.: κουσουράκι (το) [< τουρκ. kusur] | |
| 26337 | κουστουμαρισμένος | , η, ο κου-στου-μα-ρι-σμέ-νος επίθ. & κοστουμαρισμένος (προφ.-συνήθ. ειρων.): ντυμένος με κοστούμι: ~ος: κύριος/τύπος. ~α: στελέχη επιχειρήσεων. ~ και γραβατωμένος/παρφουμαρισμένος Βλ. σενιαρισμένος. | |
| 26338 | κουστουμάτος | , η, ο [κουστουμᾶτος] κου-στου-μά-τος επίθ. & κοστουμάτος (αργκό-συνήθ. ειρων.): κουστουμαρισμένος. | |
| 26339 | κουστούμι | κου-στού-μι ουσ. (ουδ.) {κουστουμ-ιού | -ιών} & κοστούμι 1. σύνολο από σακάκι και παντελόνι ραμμένα από το ίδιο ύφασμα, κυρ. ως επίσημη ένδυση για άνδρες και κατ' επέκτ. για γυναίκες: βραδινό/γαμπριάτικο/καθημερινό/κλασικό/σπορ ~. Λινό/μάλλινο/μαύρο/μπλε/ριγέ/σταυρωτό ~. ~ και γραβάτα. Ντυμένος πάντα με ~ (= κουστουμαρισμένος· πβ. καλοντυμένος). Ράβω ~. Πήρε μέτρα για ~. Φόρεσε το καινούργιο/καλό του ~. Πβ. κουστουμιά.|| Γυναικείο ~. Βλ. ταγιέρ. 2. {κυρ. στον τ. κοστούμι, συνήθ. στον πληθ.} φορεσιά συνήθ. ηθοποιού, χορευτή ή σπανιότ. μεταμφιεσμένου: εντυπωσιακά/πλούσια ~ια. Θεατρικά/κινηματογραφικά ~ια. ~ια εποχής. Έκθεση/μακέτες ~ιών. Φαντασμαγορικά ~ια και σκηνικά. Μάσκες και ~ια. Σχεδίασε τα ~ια της παράστασης (βλ. ενδυματολόγος).|| Παραδοσιακά ~ια. ~ια χορού.|| Αποκριάτικο ~. Πβ. ενδυμασία, στολή. 3. (μτφ.) ρόλος: το ~ της εξουσίας. Έβαλε το ~ της υπευθυνότητας. 4. (μτφ.-λαϊκό) λογαριασμός, πληρωτέο ποσό: Πόσο πάει το ~, για να βάλω λάστιχα (πβ. πόσο πάει το μαλλί); Μου ήρθε ένα ~ ... ευρώ. ● Υποκ.: κουστουμάκι (το) (συνήθ. ειρων.) ● ΦΡ.: ράβει/προβάρει το κουστούμι & (σπάν.) ετοιμάζει το κουστούμι (μτφ.): ετοιμάζεται για κάτι, συνήθ. για ανάληψη αξιώματος ή θέσης: ~ ~ για την Προεδρία. ~ ~ του προπονητή., φοράει το ευρωπαϊκό του/της κουστούμι (μτφ., στην αθλητική δημοσιογραφία): για ελληνική ομάδα που αντιμετωπίζει ξένη στα πλαίσια ευρωπαϊκής διοργάνωσης. [< ιταλ. costume] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ