| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26340 | κουστουμιά | κου-στου-μιά ουσ. (θηλ.) & κοστουμιά (λαϊκό-συνήθ. ειρων.): καλό, ωραίο κοστούμι: ντυμένος με μαύρη/φοβερή ~. Άλα της ~! | |
| 26341 | κουστωδία | κου-στω-δί-α ουσ. (θηλ.) (ειρων.): συνοδεία κυρ. υψηλά ιστάμενου προσώπου, αποτελούμενη συνήθ. από τους στενούς συνεργάτες και τους φρουρούς του· γενικότ. ομάδα ανθρώπων που ακολουθούν κάποιους στις δραστηριότητές τους: ~ δημοσιογράφων/τηλεοπτικών συνεργείων. Συνοδεύτηκε από ~ επισήμων. Πβ. ακολουθία. [< μτγν. κουστωδία < λατ. custodia] | |
| 26342 | κούτα | κού-τα ουσ. (θηλ.): μεγάλο κουτί συσκευασίας συνήθ. από χαρτόνι: ~ με γάλατα/ρούχα/τρόφιμα. Πακετάρισαν τα πράγματα σε ~ες.|| Μια ~ τσιγάρα (: που περιέχει συνήθ. δέκα πακέτα). Πβ. πάκο. Βλ. κιβώτιο. | |
| 26343 | κουτάβι | κου-τά-βι ουσ. (ουδ.) {κουταβ-ιού} 1. σκυλάκι: ~ ράτσας. Χαρίζεται ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ια αλεπούδων (= αλεπουδάκια)/λύκων (= λυκόπουλα). Πβ. νεογνό. 2. (μτφ.-προφ.) αγαθός, απονήρευτος και αφελής άνθρωπος. Πβ. άβγαλτος, άπραγος. ΣΥΝ. αρνί (2), πρόβατο (2) ● Υποκ.: κουταβάκι (το) [< μεσν. κουτάβι(ο)ν] | |
| 26344 | κουτάλα | κου-τά-λα ουσ. (θηλ.) 1. μαγειρικό σκεύος με μακριά λαβή και βαθύ ή ρηχό κοίλωμα για ανακάτεμα ή σερβίρισμα φαγητού: ασημένια/μακρόστενη/μεταλλική/ξύλινη/πλαστική/τρυπητή ~. ~ παγωτού/σαλάτας/σάλτσας/σούπας.|| (ως δοσομετρητής:) Μία ~ ζωμός.|| (κατ' επέκτ., οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα:) ~ες χυτηρίου. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) η εξουσία και τα υλικά οφέλη που αυτή συνεπάγεται: αγώνας/καβγάς/μάχη για την ~. Βλ. κονόμα, μάσα. [< μεσν. κουτάλα] | |
| 26345 | κουτάλι | κου-τά-λι ουσ. (ουδ.) {κουταλ-ιού}: μικρό επιτραπέζιο μαγειρικό σκεύος με μακριά λαβή και ρηχή κοιλότητα στην άκρη, με το οποίο τρώγονται οι ρευστές τροφές και συνεκδ. η ποσότητα που χωράει: ασημένιο/πλαστικό ~. ~ του τσαγιού. ~-μεζούρα. Ανακατεύω τον καφέ με το ~. Ταΐζω τον ασθενή/το μωρό με το ~. Πβ. χουλιάρι. Βλ. μαχαίρι, πιρούνι, σερβίτσιο.|| Γεμάτο/μισό ~. Ένα ~ της σούπας αλεύρι/λάδι/μέλι/σιρόπι. Πβ. κουταλιά. ● Υποκ.: κουταλάκι (το): συχνά και ως δοσομετρητής σε συνταγές: ένα ~ του γλυκού σόδα. ● ΣΥΜΠΛ.: γλυκό του κουταλιού βλ. γλυκό, κοφτό κουταλάκι/κοφτή κουταλιά βλ. κοφτός ● ΦΡ.: με μαζεύουν με το κουταλάκι/τα κουταλάκια (προφ.): τραυματίζομαι σοβαρά σε ατύχημα ή εξαντλούμαι σωματικά: Αν επιχειρήσεις να ανεβείς μια τόσο απότομη πλαγιά, θα σε ~ ~!|| Αν δεν κοιμηθώ λίγες ώρες, θα ~ ~., τρώω κάτι με το κουτάλι (προφ.) 1. (μτφ.) το γνωρίζω πολύ καλά, έχω μεγάλη πείρα σε αυτό: Έχω φάει τη ζωή/θάλασσα/φτώχεια με το ~. 2. τρώω λαίμαργα ή σε μεγάλες ποσότητες: Ήταν τόσο νόστιμη η τυροκαυτερή που την έτρωγαν ~., στη μύτη του κουταλιού βλ. μύτη, τρώει με χρυσά κουτάλια βλ. χρυσός [< μεσν. κουτάλι(ν)] | |
| 26346 | κουταλιά | κου-τα-λιά ουσ. (θηλ.): ποσότητα που χωράει σε ένα κουτάλι: (στη μαγειρική-ζαχαροπλαστική ως δοσομετρητής:) Μια γεμάτη/μεγάλη/μικρή ~ ζάχαρη. Περιχύνουμε το μείγμα με τρεις ~ιές του γλυκού (= κουταλάκια)/της σούπας λάδι. ● Υποκ.: κουταλίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κοφτό κουταλάκι/κοφτή κουταλιά βλ. κοφτός ● ΦΡ.: πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω [< μεσν. κουταλέα] | |
| 26347 | κουτάλια | κου-τά-λια (τα): ΜΟΥΣ. μικρασιατικής προέλευσης κρουστά. | |
| 26348 | κουταλιανός | κου-τα-λια-νός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ) (παλαιότ.-μετωνυμ.): πολύ δυνατός, χειροδύναμος άνδρας. Πβ. σούπερμαν. [< ανθρ. Παναγής Κουταλιανός] | |
| 26349 | κουταμάρα | κου-τα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανοησία, ηλιθιότητα· συνεκδ. η αντίστοιχη κουβέντα ή πράξη: ανθρώπινη ~. ΑΝΤ. εξυπνάδα.|| Μας αράδιασε ένα σωρό ~ες (: αρλούμπες, μπαρούφες, μπούρδες, μωρολογίες, σαχλαμάρες)! Πρόσεξε μην κάνεις καμιά ~. Πβ. βλακεία, κουτουράδα, χαζομάρα. | |
| 26350 | κούτελο | κού-τε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μέτωπο: μεγάλο/μικρό/πλατύ/στενό/φαρδύ ~. Έχει ένα σημάδι στο ~. Πβ. κούτρα. Βλ. κατακούτελα, στο δόξα πατρί.|| Πού το ξέρεις, το έχει γραμμένο στο ~ό της (: πώς είσαι τόσο σίγουρος για τη στάση της); Μήπως έχω καμιά ταμπέλα στο ~ που να γράφει βλάκας (: για βλάκα με περνάς); 2. (μτφ.) τιμή, υπόληψη: Για ένα ~ ζούμε! 3. πρόσοψη: το ~ του συρταριού. Πβ. μετόπη. ● ΦΡ.: με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά βλ. μέτωπο [< μεσν. κούτελο(ν)] | |
| 26351 | κουτεντές | κου-τε-ντές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ανόητος, κουτός. Πβ. κουτορνίθι, κωθώνι. Βλ. -ές. | |
| 26352 | κουτεπιέ | βλ. κουντεπιέ | |
| 26353 | κουτί | κου-τί ουσ. (ουδ.) {κουτ-ιού | -ιών} 1. αντικείμενο, συνήθ. με επίπεδη ορθογώνια ή κυκλική βάση και ανάλογο καπάκι, για αποθήκευση, μεταφορά, συσκευασία ή φύλαξη πραγμάτων· συνεκδ. το περιεχόμενό του: άδειο/ανοιχτό/βελούδινο/επίτοιχο/κλειστό/μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό/σφραγισμένο/ταχυδρομικό (πβ. γραμματοκιβώτιο)/τετράγωνο/χάρτινο (πβ. χαρτόκουτο) ~. ~ άμμου (για γάτες). ~ εργαλείων (πβ. εργαλειοθήκη)/κοσμημάτων (πβ. κοσμηματοθήκη)/μπογιάς/τσιγάρων. ~ παραπόνων/πρώτων βοηθειών (πβ. κυτίον). ~ αμπαλάζ/δώρου/πολυτελείας. ~ των δέκα φιαλιδίων. ~ από πλέξιγκλας/για παπούτσια. Προϊόντα συσκευασμένα σε ~. Ανοίγω/γεμίζω/κλείνω το ~. Βγάλτε τη συσκευή από το ~ (πβ. θήκη). Το ~ περιέχει δύο φακούς. Οδηγίες χρήσεως θα βρείτε στο ~. Πωλείται κινητό τηλέφωνο σε άριστη κατάσταση, στο ~ του (: καινούργιο).|| Ένα ~ (με) γλυκά/σοκολάτες/σπίρτα. Πβ. πακέτο. Βλ. κιβώτιο, κούτα.|| (κατ' επέκτ.) Ηλεκτρολογικό/μαγικό/μουσικό (: με μηχανισμό που παράγει μελωδίες) ~. Ηλεκτρονικό ~ ελέγχου. ~ διακόπτη. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κειμένου (πβ. πλαίσιο). 2. (ειδικότ.) δοχείο με συσκευασμένα τρόφιμα ή ποτά, που διατίθεται στο εμπόριο: ~ αναψυκτικού/καφέ. Μπίρα σε ~. Ένα ~ γάλα/μπισκότα/σαρδέλες/χυμό ντομάτας. Ανακινήστε καλά το ~ πριν από τη χρήση. Βλ. κονσέρβα, περιέκτης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. το κύριο τμήμα ενός υπολογιστή και ειδικότ. το μεταλλικό περίβλημα που περιέχει τη μητρική πλακέτα. 4. (μτφ.) κλειστό, στενό κτίριο ή γενικότ. χώρος από μπετόν: τσιμεντένιο ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Διαμερίσματα/σπίτια-~ιά. Πβ. κλουβί, φυλακή. 5. & γυάλινο/μαγικό κουτί (μτφ.-προφ.) τηλεόραση: Κάθονται/χαζεύουν με τις ώρες στο ~. Πβ. γυαλί, χαζοκούτι. ● Υποκ.: κουτάκι (το): στις σημ. 1,2. ● ΣΥΜΠΛ.: κεχριμπαρένιο/πορτοκαλί κουτί: ΟΙΚΟΝ. μέτρα στήριξης της παραγωγής και των τιμών των αγροτικών προϊόντων. [< αγγλ. amber/orange box] , μαύρο κουτί 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικά όργανα που καταγράφουν πληροφορίες σχετικά με την πτήση αεροσκάφους κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησής της και μπορούν, σε περίπτωση δυστυχήματος, να βοηθήσουν στην εξακρίβωση των αιτίων. || (κατ' επέκτ., αντίστοιχος μηχανισμός σε πλοίο ή τρένο:) Ανασύρθηκε/εντοπίστηκε το ~ ~ του κρουαζιερόπλοιου. 2. (μτφ.) οτιδήποτε λειτουργεί με άγνωστο μηχανισμό ή παραμένει μυστήριο: το ~ ~ της ψυχής. [< αγγλ. black box, περ. 1945] , μπλε κουτί 1. ΟΙΚΟΝ. μέτρα γεωργικής πολιτικής για τον περιορισμό της παραγωγής αγροτικών προϊόντων. 2. (παλαιότ.) μικρή συσκευή παραγωγής ηχητικών τόνων, με την οποία ήταν δυνατό να αποκτήσει κάποιος παράνομα πρόσβαση σε τηλεφωνικό δίκτυο και να κάνει δωρεάν τηλεφωνήματα., πράσινο κουτί: ΟΙΚΟΝ. μέτρα γεωργικής πολιτικής, τα οποία, από τη φύση τους, είναι τελείως ανεξάρτητα από το επίπεδο της παραγωγής και των τιμών των αγροτικών προϊόντων. ● ΦΡ.: βάζω σε κουτάκια (μτφ.-προφ.): κατηγοριοποιώ: Μη ~εις ~ τους ανθρώπους (: μην τους βάζεις ταμπέλα)., του κουτιού (προφ.) 1. καινούργιος, αχρησιμοποίητος: Το μηχάνημα είναι ~ ~. ΑΝΤ. μεταχειρισμένος 2. με ωραία ενδυμασία, εμφάνιση: Ντυμένος ~ ~. ΣΥΝ. στην τρίχα/πένα, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας βλ. Πανδώρα, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι [< μεσν. κουτί, αγγλ. box, γαλλ. boîte] | |
| 26355 | κουτοπονηριά | κου-το-πο-νη-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του κουτοπόνηρου· συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη: Με ~ιές νομίζουν πως θα ξεγελάσουν τον κόσμο. | |
| 26356 | κουτοπόνηρος | , η, ο κου-το-πό-νη-ρος επίθ.: (για πρόσ.) που είναι χαμηλής νοημοσύνης και πιστεύει ότι μπορεί να εξαπατήσει τους άλλους με δόλια μέσα: || (κατ' επέκτ.) ~η: λογική/νοοτροπία/σκέψη/τακτική. ● επίρρ.: κουτοπόνηρα | |
| 26357 | κουτορνίθι | κου-τορ-νί-θι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κουτός, χαζός, εύπιστος. Πβ. ζώον, κουτεντές, κωθώνι, όρνιο, χαζοπούλι. | |
| 26358 | κουτός | , ή, ό κου-τός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από μειωμένη πνευματική ικανότητα, αντίληψη ή κρίση, ανόητος: (για πρόσ.) Μην κάνεις τον ~ό (: ότι δεν καταλαβαίνεις). Πβ. βλάκας.|| ~ός: ισχυρισμός. ~ή: ενέργεια. ~ά: λάθη. Είναι ~ό να θυμώνεις για ένα ασήμαντο γεγονός. ΣΥΝ. χαζός (1) ΑΝΤ. έξυπνος (1), ευφυής 2. αφελής, εύπιστος, απονήρευτος: Μην είσαι ~, δεν πρόκειται να σε βοηθήσουν. ● Υποκ.: κουτούτσικος , η, ο ● επίρρ.: κουτά [< μτγν. κόττος ‘πετεινός’, πβ. κοτό-μυαλος, κατά τα: κοκορό-, πετεινό-, ορνιθό-μυαλος] | |
| 26359 | κουτούκι | κου-τού-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρή ταβέρνα που προσφέρει κυρ. μεζέδες και κρασί: παραδοσιακό/υπόγειο ~. Ρεμπέτικο ~ (= ρεμπετάδικο). ~ με ζωντανή μουσική. Πβ. καπηλειό, κρασάδικο, μεζεδοπωλείο, οινομαγειρείο. ● Υποκ.: κουτουκάκι (το) [< τουρκ. kütük] | |
| 26360 | κουτουλιά | κου-του-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με το κούτελο συνήθ. στο κούτελο άλλου προσώπου: Του 'δωσε/'ριξε/'χωσε (μια γερή) ~ (= τον κουτούλησε). Έφαγε ~.|| Βάρεσε/τράβηξε μια ~ στον τοίχο. Βλ. γροθιά, κατακεφαλιά. ΣΥΝ. κεφαλιά (2), κουτουλίδι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ