| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26361 | κουτουλίδι | κου-του-λί-δι ουσ. (ουδ.) (αργκό): κουτουλιά: Πέφτουν ~ια. Τον άρχισε στα ~ια. Βλ. -ίδι. | |
| 26362 | κουτουλώ | [κουτουλῶ] κου-του-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κουτουλ-άς ..., -ώντας | κουτούλ-ησα} & κουτουλάω (προφ.) 1. χτυπώ το μέτωπό μου σε κάτι ακούσια ή χτυπώ κάποιον με το κούτελό μου εκούσια: Σκόνταψε και ~ησε (το κεφάλι του) στην πόρτα.|| Τον ~ησε (= του έδωσε κουτουλιά). 2. (μτφ.-προφ.) νυστάζω πολύ: ~άω από την κούραση/τη νύστα. ΣΥΝ. κλείνουν τα μάτια μου 3. (μτφ.-προφ.) συναντώ τυχαία κάποιον: ~ήσαμε έξω από την πόρτα του γραφείου (= έπεσα πάνω του, ήρθαμε μούρη με μούρη). ● ΦΡ.: βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι | |
| 26363 | κουτουπιέ | βλ. κουντεπιέ | |
| 26364 | κουτούπωμα | κου-τού-πω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): συνουσία. Πβ. πήδημα. | |
| 26365 | κουτουπώνω | κου-του-πώ-νω ρ. (μτβ.) {κουτούπω-σα, κουτουπώ-θηκε} (λαϊκό): (κυρ. για άνδρα) συνουσιάζομαι. Πβ. πηδώ. | |
| 26366 | κουτουράδα | κου-του-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): άστοχη, επιπόλαιη πράξη ή σπανιότ. κουβέντα: Πρόσεξε μην κάνεις/πεις καμιά ~! Πβ. βλακεία, κουταμάρα. Βλ. -άδα. | |
| 26367 | κουτουρού | κου-του-ρού επίρρ. (προφ.): χωρίς σχέδιο, απρογραμμάτιστα, απερίσκεπτα: Δεν κάνω τίποτα ~! ● ΦΡ.: στα κουτουρού: στην τύχη: Πηγαίναμε/ψάχναμε ~ (= στα τυφλά). Πβ. απλώς/εική και ως έτυχε. [< μεσν. κουτουρού < τουρκ. götürü] | |
| 26368 | κουτόφραγκος | κου-τό-φρα-γκος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (ειρων.): εύπιστος Ευρωπαίος που ξεγελιέται εύκολα, συνήθ. σε αντιδιαστολή με τους καπάτσους Έλληνες. Βλ. αμερικανάκι. | |
| 26369 | κουτόχορτο | κου-τό-χορ-το ουσ. (ουδ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: ταΐζω κάποιον κουτόχορτο & κουτόχορτα {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (προφ.): τον αντιμετωπίζω ως αφελή: Μας περνάει για χαζούς και μας ~ει ~! Πβ. κοροϊδεύω, ξεγελώ, παραπλανώ., τρώω/μασάω κουτόχορτο (προφ.): ξεγελιέμαι, πιάνομαι κορόιδο: Νομίζεις/σου φαίνομαι ότι ~ ~; Εμείς δεν τρώμε ~! Πβ. δεν τρώω άχυρα/σανό, μασάει η κατσίκα ταραμά; | |
| 26370 | κούτρα | κού-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μέτωπο· συνεκδ. κεφάλι ή μυαλό. Πβ. γκλάβα, κούτελο. ● ΦΡ.: αλί που/άμα το 'χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες (παροιμ.): για άτομο που δεν μπορεί να αποβάλει τα έμφυτα ελαττώματά του και αποτυγχάνει συχνά., κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω [< μεσν. *κούτρα < λατ. scutra ‘γαβάθα, καζάνι’] | |
| 26371 | κουτρουβάλα | κου-τρου-βά-λα ουσ. (θηλ.) & κουτρουβάλιασμα & κουτρουβάλημα (το) (προφ.): κατρακύλισμα με το κεφάλι: Έφαγα (μια) ~. Πβ. τούμπα.|| (ως επίρρ., μόνο στον τ. κουτρουβάλα) Ένα στραβοπάτημα την έστειλε ~ στον γκρεμό. | |
| 26372 | κουτρουβαλώ | [κουτρουβαλῶ] κου-τρου-βα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κουτρουβαλ-άς ..., -ώντας | κουτρουβάλ-ησα} & κουτρουβαλάω (προφ.): κατρακυλώ με το κεφάλι: ~ησε στις/τις σκάλες. | |
| 26373 | Κουτρούλης | Κου-τρού-λης ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι (λαϊκό): μεγάλη φασαρία, αναταραχή, χαμός, σαματάς: Έγινε ~ ~! [< μεσν. κουτρούλης] | |
| 26374 | κουτσ- | βλ. κουτσο- | |
| 26379 | κούτσα-κούτσα | κού-τσα επίρρ. & κούτσα κούτσα (προφ.) 1. βαδίζοντας με δυσκολία, κουτσαίνοντας: Έρχεται ~. 2. (μτφ.) αργά και με πολλές δυσκολίες και εμπόδια: ~ καταφέραμε να ... Τα βολεύει ~ (: μόλις και μετά βίας). Πβ. κουτσά στραβά, με το ζόρι. [< κουτσά (επίρρ.)] | |
| 26375 | κουτσαβάκης | κου-τσα-βά-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. νταής, ψευτοπαλικαράς. Πβ. γκιουλέκας, τζάμπα μάγκας, τσαμπουκαλής. 2. (παλαιότ., στο β' μισό του 19ου αι.) καθένας από τους μάγκες της Αθήνας με συγκεκριμένο ντύσιμο και τρόπο βαδίσματος, που είχαν παράνομη δράση και προκαλούσαν καβγάδες: οι ~ηδες του Ψυρρή. ● Υποκ.: κουτσαβάκι (το) [< ανθρ. Δημήτριος Κουτσαβάκης] | |
| 26376 | κουτσαβάκικος | , η, ο κου-τσα-βά-κι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον κουτσαβάκη: ~ο: ύφος.|| (ως ουσ.) ~α και ρεμπέτικα (ενν. τραγούδια). Τα ~α (: η μάγκικη γλώσσα). ● επίρρ.: κουτσαβάκικα | |
| 26377 | κουτσαβακισμός | κου-τσα-βα-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): μαγκιά, νταηλίκι: εθνικός/πολιτικός/τοπικός ~.|| (συνεκδ.) Τσαμπουκάδες και ~οί. Πβ. ζοριλίκι. Βλ. -ισμός. | |
| 26378 | κουτσαίνω | κου-τσαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κούτσαι-να, κούτσ-ανε, κουτσά-θηκε, κουτσαίν-οντας} 1. περπατώ με δυσκολία εξαιτίας αναπηρίας, τραυματισμού ή πόνου του ενός ή/και των δύο κάτω άκρων: ~ει (ελαφρά) από το ένα πόδι. Μπήκε στο σπίτι ~οντας. ~θηκε από το ατύχημα. ΣΥΝ. χωλαίνω (2) 2. (προφ.-εμφατ.) κάνω κάποιον να μην μπορεί να βαδίσει σωστά, χτυπώντας τον στο πόδι: Του 'δωσε μια κλοτσιά και τον ~ανε. ● κουτσαίνει (μτφ.): παρουσιάζει προβλήματα, χωλαίνει: ~ η οικονομία/το σύστημα. [< μεσν. κουτσαίνω] | |
| 26380 | κουτσάλογο | κου-τσά-λο-γο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.) 1. κουτσό άλογο· (κυρ. μειωτ.) αυτό που δεν τρέχει γρήγορα: Πόνταρα σε ~ (: στον ιππόδρομο). Βλ. ψωράλογο. 2. (μτφ.) αυτός που κουτσαίνει· ειδικότ. ποδοσφαιριστής που τραυματίζεται συχνά και δεν έχει καλή απόδοση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ