| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26381 | κουτσαμάρα | κου-τσα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-συχνά μειωτ.): η κατάσταση του κουτσού. Πβ. χωλότητα. Βλ. -αμάρα. | |
| 26382 | κούτσικος | , η, ο κού-τσι-κος επίθ. (λαϊκό-οικ.): πολύ μικρός, μικρούτσικος. [< τουρκ. küçük] | |
| 26383 | κουτσό | κου-τσό ουσ. (ουδ.): παιδικό παιχνίδι στο οποίο αυτοί που συμμετέχουν κάνουν μικρά πηδήματα με το ένα πόδι, προσπαθώντας να ισορροπήσουν σε τετράγωνα σχεδιασμένα στο έδαφος. Βλ. κυνηγητό, κρυφτό. | |
| 26384 | κουτσο- & κουτσ- | α' συνθετικό που δηλώνει 1. φυσική αναπηρία, ελάττωμα: κουτσο-δόντης/~πόδαρος/~χέρης. Κουτσ-άλογο. 2. (μτφ.) περιορισμένη δυνατότητα, δυσκολία: κουτσο-βλέπω (: δεν καλο-, πολυ-βλέπω· πβ. μισο-).|| Κουτσο-περνώ. Τα κουτσο-βολεύω/~καταφέρνω. | |
| 26385 | κουτσοβλαχικός | , ή, ό κου-τσο-βλα-χι-κός επίθ. & κουτσοβλάχικος, η, ο: που σχετίζεται με τους Κουτσόβλαχους. ΣΥΝ. βλάχικος (1) | |
| 26386 | Κουτσόβλαχος | Κου-τσό-βλα-χος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: Βλάχος. Βλ. βλαχόφωνος. [< τουρκ. küçük Valah] | |
| 26387 | κουτσοβολεύω | κου-τσο-βο-λεύ-ω ρ. (μτβ.) (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: τα κουτσοβολεύω: τα βγάζω πέρα με μεγάλη δυσκολία, από οικονομική συνήθ. άποψη: ~ ~ουν με έναν μικρό μισθό. Πβ. κουτσο-, ψιλο-καταφέρνω. | |
| 26388 | κουτσοκαταφέρνω | κου-τσο-κα-τα-φέρ-νω ρ. (μτβ.) (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: τα κουτσοκαταφέρνω/ψιλοκαταφέρνω: μόλις που τα καταφέρνω: ~ ~ει στα γράμματα. Επειδή κάνει και δεύτερη δουλειά, ~ ~ει (= τα κουτσοβολεύει). | |
| 26389 | κουτσομούρα | κου-τσο-μού-ρα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Mullus barbatus) με νόστιμο κρέας, που μοιάζει με το μπαρμπούνι, αλλά έχει λιγότερο οξύ ρύγχος και είναι μικρότερο σε μήκος από αυτό. | |
| 26390 | κουτσομπολεύω | κου-τσο-μπο-λεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κουτσομπόλ-εψε, κουτσομπολεύ-οντας} (προφ.): παίρνω μέρος σε κουτσομπολίστικη συζήτηση ή διαδίδω κουτσομπολιά: ~ει με τις φίλες της/τους πάντες και τα πάντα. Τον ~ουν πίσω απ' την πλάτη του. ~εψαν το ντύσιμό/τον χωρισμό της. Πβ. θάβω, ξεκατινιάζω. | |
| 26391 | κουτσομπόλης, κουτσομπόλα | κου-τσο-μπό-λης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αρσ. κουτσομπόληδες} (προφ.) : πρόσωπο που έχει τη συνήθεια να κουτσομπολεύει: μέγας ~. Οι ~ες της γειτονιάς (πβ. κατίνα). | |
| 26392 | κουτσομπολιό | κου-τσο-μπο-λιό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. συζήτηση στην οποία σχολιάζονται με αδιάκριτο ή κακεντρεχή συνήθ. τρόπο λεπτομέρειες που αφορούν την προσωπική ζωή, τις ενέργειες ή την εμφάνιση τρίτου προσώπου: κακόβουλο/τηλεοπτικό ~. Κάνουν ~ (για τα πάντα) (= κουτσομπολεύουν). Έπεσε το ~ του αιώνα! Το ~ πάει σύννεφο! Έχει γίνει αντικείμενο ~ιού. Μαζεύονται για ~ και καφέ.|| (ειρων.) Αθώο ~. Πβ. θάψιμο, κουβεντολόι, ξεκατίνιασμα, ράδιο-αρβύλα, σπερμολογία, ψιλή κουβέντα. ΣΥΝ. κουσκούς1 2. (συνεκδ.) το συγκεκριμένο σχόλιο: φήμες και ~ιά. Να σου πω ένα ~; Μας μετέφερε όλα τα ~ιά. | |
| 26393 | κουτσομπολίστικος | , η, ο κου-τσο-μπο-λί-στι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το κουτσομπολιό: ~ος: Τύπος. ~η: διάθεση. ~ο: κανάλι/ρεπορτάζ. ~ες: ειδήσεις/εκπομπές/εφημερίδες/στήλες. ~α: περιοδικά/σχόλια. Πβ. κατινίστικος, κίτρινος, σκανδαλοθηρικός.|| (ως ουσ.) Άσε τα ~α (ενν. θέματα). Βλ. -ίστικος. | |
| 26394 | κουτσοπίνω | κου-τσο-πί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (λαϊκό): πίνω αργά-αργά οινοπνευματώδες ποτό ή πίνω περιστασιακά: Τα ~ει στην ταβέρνα. Τσιμπολογάνε και ~ουν. Πβ. σιγοπίνω. | |
| 26395 | κουτσός | , ή, ό κου-τσός επίθ. 1. που έχει μια μορφή αναπηρίας στο ένα ή και στα δύο κάτω άκρα. Πβ. σακάτης, χωλός. 2. (μτφ.-προφ., για έπιπλο) που του έχει σπάσει κάποιο πόδι: ~ή: καρέκλα. ~ό: τραπέζι. 3. (μτφ.-προφ.) ελλιπής, λειψός: ~ές: φράσεις. ● επίρρ.: κουτσά ● ΦΡ.: κουτσά στραβά (προφ.): έστω και με δυσκολίες, πρόχειρα: ~ ~ τα καταφέραμε/συνεννοηθήκαμε. Πβ. έτσι κι έτσι, κούτσα-κούτσα, μόλις και μετά βίας, όπως όπως., κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα (παροιμ.-συνήθ. ειρων.): για πλήθος που συρρέει ή καταφεύγει κάπου, για να βρει βοήθεια., και/κι η κουτσή Μαρία/Μαριώ βλ. Μαρία, ποντάρει σε κουτσό άλογο βλ. άλογο [< μεσν. κουτσός] | |
| 26396 | κουτσούβελο | κου-τσού-βε-λο (προφ.): μωρό ή μικρό παιδί: Μ' ένα ~ στην αγκαλιά. Έχει και δυο ~α να θρέψει. Πβ. πιτσιρίκι. Βλ. μυξιάρικο. | |
| 26397 | κουτσουκέλα | κου-τσου-κέ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατεργαριά, μικρή απάτη ή συζυγική απιστία: Την έκανε την ~ του. Πβ. λαδιά, παρασπονδία. [< μεσν. κουτσουκέλα] | |
| 26398 | κουτσουλάει & κουτσουλά | [κουτσουλᾷ] κου-τσου-λά-ει ρ. (μτβ.) {κουτσούλ-ησε, -ήσει, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} & κουτσουλίζει: (για πουλί) λερώνει κάποιον ή κάτι με κουτσουλιές: Τα περιστέρια έχουν ~ήσει το αυτοκίνητο/τη βεράντα. | |
| 26399 | κουτσουλιά | κου-τσου-λιά ουσ. (θηλ.) 1. περίττωμα των πουλιών: ~ιές κότας. 2. (μτφ.) απερίσκεπτος λόγος ή πράξη: Άφησες/έκανες την ~ σου και τώρα το παίζεις αθώα. Πβ. βλακεία. ● ΦΡ.: μια κουτσουλιά (μτφ.-προφ.): πολύ μικρός: ~ ~ σπίτι! Νησί σαν ~ ~ στο χάρτη. Πβ. μια σταλιά, τόσος δα. [< κουτσιλιά < κοτ-ο + τσιλιά] | |
| 26400 | κουτσούνα | κου-τσού-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (οικ., συνήθ. προσφών. σε μικρά κορίτσια) κούκλα: ~ μου! 2. ΛΑΟΓΡ. (σπάν.) μικρό ζυμωτό ψωμί με ζάχαρη ψημένο στα κάρβουνα: λαμπριάτικες ~ες. Πβ. κουλούρα. [< 17ος αι., πβ. κούτσα 'κούκλα νήματος'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ