| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26401 | κουτσούνι | κου-τσού-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-οικ.): (ως χαϊδευτική προσφών.) μωρό: Τι κάνεις, ~ μου; Βλ. -ούνι. ● Υποκ.: κουτσουνάκι (το) | |
| 26402 | κουτσουπιά | κου-τσου-πιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. (κοινό) θάμνος ή δέντρο φυλλοβόλο, καλλωπιστικό (επιστ. ονομασ. Cercis siliquastrum) με ρόδινα άνθη που φυτρώνουν από τα κλαδιά ή τον κορμό. ΣΥΝ. κερκίδα (5) | |
| 26403 | κουτσούρεμα | κου-τσού-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {κουτσουρέμ-ατος} (προφ.) 1. (μτφ.) περικοπή, μείωση, περιορισμός: ~ δικαιωμάτων/επιδομάτων/επιδοτήσεων/θέσεων/μισθών. ~ του κειμένου. Πβ. πετσόκομμα. 2. πολύ κοντό κόψιμο (συνήθ. κλαδιών): ~ των δέντρων. Βλ. κλάδεμα. | |
| 26404 | κουτσουρεύω | κου-τσου-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {κουτσούρ-εψα, -εύτηκε, -εμένος, κουτσουρεύ-οντας} (προφ.) 1. αφαιρώ σημαντικό τμήμα από κάτι, μειώνω υπερβολικά, περικόπτω: ~εψαν τις αποζημιώσεις/τους μισθούς. Μου ~εψαν το άρθρο. ~εμένες: άδειες/διακοπές/συντάξεις. ~εμένα: δικαιώματα. Πβ. ακρωτηριάζω, ψαλιδίζω. ΣΥΝ. πετσοκόβω (3) 2. κλαδεύω πολύ: Πήγε και ~εψε τον θάμνο. | |
| 26405 | κούτσουρο | κού-τσου-ρο ουσ. (ουδ.) 1. κομμάτι κορμού δέντρου χωρίς κλαδιά ή ρίζας: καμένο/ξερό/χοντρό ~. Ρίχνω ένα ~ στο τζάκι/στη φωτιά (πβ. καυσόξυλο). 2. (μτφ.) άνθρωπος αγράμματος, ακαλλιέργητος ή ανεπίδεκτος μαθήσεως: Σταμάτησε το σχολείο και έμεινε ~. Πβ. κουμπούρας, ντουβάρι, σκράπας, στουρνάρι, τούβλο. ● Υποκ.: κουτσουράκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: σαν (το) κούτσουρο (προφ.) 1. βαριά, βαθιά: Κοιμάμαι/πέφτω ~ ~. 2. ακίνητος: Έμεινε ξερός/στεκόταν όρθιος ~ ~. Πβ. σαν άγαλμα, ξυλάγγουρο. 3. μοναχικά, χωρίς φίλους: Απόμεινε ~ ~. Πβ. μόνος κ(α)ι έρημος. [< μεσν. κούτσουρον] | |
| 26406 | κουτσοφλέβαρος | κου-τσο-φλέ-βα-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ονομασία του Φεβρουαρίου επειδή έχει είκοσι οκτώ (ή είκοσι εννέα κάθε τέσσερα χρόνια) αντί για τριάντα ή τριανταμία ημέρες. | |
| 26407 | κουφ- | βλ. κουφο-2 | |
| 26408 | κουφαηδόνι | κου-φαη-δό-νι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο ωδικό εντομοφάγο πτηνό (επιστ. ονομασ. Cercotrichas Galactotes) με καστανή πλάτη, υπόλευκη κοιλιά και μακριά καστανοκόκκινη ουρά. | |
| 26409 | κουφαίνω | κου-φαί-νω ρ. (μτβ.) {κούφα-να, κουφά-νει, -θηκα} 1. κάνω κάποιον κουφό, του προκαλώ προβλήματα ακοής: ~θηκε από την έκρηξη.|| (επιτατ.) Χαμήλωσε τη μουσική, θα ~θούμε (: λόγω του πολύ δυνατού ήχου)! Πβ. ξε~. 2. (μτφ.-νεαν. αργκό) αφήνω κάποιον άναυδο, έκπληκτο (με κάτι που λέω ή κάνω): με ~ες τελείως! Θα μας ~νεις εντελώς (πβ. καραφλιάζω, τρελαίνω)! Καλά, ~θηκα τώρα ... (= έμεινα, κόλλησα). ΣΥΝ. με στέλνει/με έστειλε (1) [< μεσν. κουφαίνω] | |
| 26410 | κουφάλα | κου-φά-λα ουσ. (θηλ.) 1. κοιλότητα, εσοχή: η ~ της ελιάς/του πλάτανου. Η ~ του βράχου (= σπηλιά). Ζώα που φωλιάζουν μέσα σε ~ες.|| Το δόντι έχει κάνει ~ (: βαθούλωμα εξαιτίας της τερηδόνας). 2. (αργκό) καταφερτζής, κατεργάρης: Είναι μεγάλη ~! Πβ. επιτήδειος, καπάτσος. 3. (υβριστ.) πούστης ή πουτάνα: (κ. ως επίθ.) ~ ζωή/κοινωνία. ● Υποκ.: κουφαλίτσα (η): ιδ. στη σημ. 3: (οικ.) ~ πάλι τα κατάφερες! [< μεσν. κουφάλα ‘υπόγεια σήραγγα’] | |
| 26411 | κουφάλογο | κου-φά-λο-γο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): για πρόσωπο που δεν ακούει καλά: Βρε ~, εκατό φορές σου είπα ... | |
| 26412 | κουφαμάρα | κου-φα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.) 1. βαρηκοΐα ή κώφωση: Καλά, ~ έχεις (= είσαι κουφός, δεν ακούς); Με την ~ που τον δέρνει ... Πβ. κωφότητα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό) ανοησία, βλακεία: Όλο ~ες λέει! Πβ. αρλούμπα, ασυναρτησία, κοτσάνα, κουλαμάρα. ΣΥΝ. κουφό | |
| 26413 | κουφάρι | κου-φά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. νεκρό σώμα: άψυχα ~ια (πβ. λείψανο, πτώμα, σορός). ~ια ζώων (πβ. θρασίμι, λέσι, ψοφίμι). 2. (μτφ., κυρ. για σκάφος) απομεινάρι ανεπανόρθωτα φθαρμένο, κατεστραμμένο: Ανασύρθηκε το ~ (= σκελετός) του πλοίου από τον βυθό.|| ~ια καμένων δέντρων. ~ια κτιρίων, έτοιμα να καταρρεύσουν. [< μεσν. κουφάρι(ον)] | |
| 26414 | κουφέτο | κου-φέ-το ουσ. (ουδ.) 1. μικρό σκληρό ζαχαρωτό συνήθ. από αμύγδαλο καλυμμένο με στρώμα ζάχαρης που προσφέρεται κυρ. σε γάμους και βαφτίσια: άσπρο/ροζ ~. ~ με σοκολάτα. Μπομπονιέρα με ~α. Μοιράζω/πετάω/ρίχνω ~α στο γάμο.|| (ειρων.) Κατεβάζει τα χάπια σαν τα ~α (: σε μεγάλες ποσότητες). 2. (μτφ.-προφ.) για κάτι όμορφο, χαριτωμένο: Ντυμένη στα ροζ, θα είναι σαν ~. ● Υποκ.: κουφετάκι (το) ● ΦΡ.: θα φάμε κουφέτα: για πιθανό ή επικείμενο γάμο: Πότε ~ ~ από σένα (= πότε θα παντρευτείς); Μέσα στις γιορτές ~ ~., και στα κουφέτα σου!: (τυπική ευχή προς ανύπαντρο) και στα δικά σου! ΣΥΝ. στις χαρές/στη χαρά σου! όρσε γαμπρέ κουφέτα βλ. όρσε [< μεσν. κουφέτο, κονφέτο < ιταλ. confeto] | |
| 26415 | κουφικός | , ή, ό κου-φι-κός επίθ.: που προέρχεται από την αραβική πόλη του Ιράκ Κούφα ή σχετίζεται με αυτή: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γραφή (: η αρχαιότερη αραβική γραφή).|| (στη βυζαντινή αρχιτεκτονική) ~ός: διάκοσμος.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (: διακοσμητικά μοτίβα που μιμούνται την κουφική γραφή). | |
| 26416 | κουφιοκεφαλάκης | κου-φιο-κε-φα-λά-κης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) κουφιοκεφαλάκιας (προφ.): κουφιοκέφαλος. Βλ. -άκης. | |
| 26417 | κουφιοκέφαλος | , η, ο κου-φιο-κέ-φα-λος επίθ. (προφ.): άμυαλος, ανόητος, χαζός: ~οι: εξυπνάκηδες. Μην είσαι ~ και άκου αυτά που σου λένε! Πβ. ελαφρό-, κοκορό-μυαλος.|| (ως ουσ.) Άντε να εξηγήσεις στον κάθε ~ο ότι ... Βλ. -κέφαλος. ΣΥΝ. κουφιοκεφαλάκης | |
| 26418 | κούφιος | , α, ο κού-φιος επίθ. 1. που είναι κενός εσωτερικά· κατ' επέκτ. που έχει φθαρεί, χαλάσει: ~ιος: κορμός (= κοίλος)/σωλήνας (ΑΝΤ. μασίφ). ~ιο: δέντρο/καλάμι/ξύλο. ~ (από) μέσα.|| ~ιο: δόντι (= σάπιο, χαλασμένο)/καρπούζι (πβ. τζούφιος). 2. (μτφ.) που δεν έχει ουσία ή αντίκρισμα: ~ια: ρητορεία. ~ιες: ελπίδες/κουβέντες/υποσχέσεις. ~ια: λόγια/συνθήματα. Πβ. μάταιος, φρούδος, ψεύτικος.|| (για πρόσ.) ~ιος: άνθρωπος (: ακαλλιέργητος). Πβ. επιφανειακός, κενός, ρηχός. 3. (για ήχο) υπόκωφος: ~ιος: θόρυβος/κρότος. ● ΣΥΜΠΛ.: άδειο/κούφιο κεφάλι βλ. κεφάλι, κούφια καρύδια βλ. καρύδι ● ΦΡ.: κούφια η ώρα (που τ' ακούει) (προφ.): για την αποτροπή κακού ή ανεπιθύμητου συμβάντος: Κι αν, ~ ~, σου συμβεί κάτι κακό; ΣΥΝ. χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!, στα κούφια (προφ.): μάταια: Μιλούσε ~ ~, κανείς δεν τον άκουγε. [< μεσν. κούφιος] | |
| 26419 | κουφό | κου-φό ουσ. (ουδ.) (αργκό): για κουβέντα ή συμβάν τόσο ανόητο ή παράλογο που εκπλήσσει: Όλο ~ά λέει/πετάει! Μου συμβαίνουν διάφορα ~ά (= τρελά)! Το ~ είναι ότι ... ΣΥΝ. κουλό (1) ● ΦΡ.: στα κουφά: αναπάντεχα, απροσδόκητα: Με πήρε ~ ~ τηλέφωνο. | |
| 26420 | κουφο-1 & κουφό- & κουφιο- | α' συνθετικό που δηλώνει 1. κούφιο κοίλωμα: κουφ(ι)ο-δόντης (βλ. κουτσο-). Κουφο-ξυλιά.|| Kουφ-άλα. 2. (μτφ.) κενότητα, ρηχότητα: κουφιο-κέφαλος. 3. (μτφ.) κάτι κρυφό, λανθάνον: κουφό-βραση/~πιετα. [< μεσν. κουφο-] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ