Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27140-27160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26421κουφο-2 & κουφ-: α' συνθετικό που δηλώνει προβληματική ακοή: κουφ-άλογο.
26422κουφόβρασηκου-φό-βρα-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): καιρικές συνθήκες που χαρακτηρίζονται από άπνοια, αποπνικτική ζέστη και υγρασία: πνιγηρή ~. Έχει ~. Βλ. καύσωνας.
26423κουφοξυλιάκου-φο-ξυ-λιά ουσ. (θηλ.) (κοινό) : ΒΟΤ. σαμπούκος ο μελανός (επιστ. ονομασ. Sambucus nigra). ΣΥΝ. αφροξυλιά [< μεσν. κουφοξυλέα]
26424κουφόπιετακου-φό-πιε-τα ουσ. (θηλ.): πιέτα που σχηματίζεται από αντικριστές πιέτες, για να δίνει άνεση στην κίνηση ή ως σχέδιο.
26425κουφός, ή, ό κου-φός επίθ. 1. & (επίσ.) κωφός: που δεν ακούει καθόλου: ~ από το ένα αυτί. Γεννήθηκε ~ (= κωφάλαλος).|| (ως ουσ.) Η κοινότητα των/σχολείο κωφών. ΑΝΤ. ακούων. 2. που δεν ακούει καλά: Μη φωνάζεις, δεν είμαι (κανένας) ~! Πβ. βαρήκοος, θεόκουφος, κουφάλογο. 3. (νεαν. αργκό) άσχετος, παράξενος, ανόητος: ~ή: απάντηση/ιδέα. ~ό: ανέκδοτο. ~ές: ατάκες/ερωτήσεις. Το πιο ~ό πράγμα που άκουσα ποτέ (= παλαβό, τρελό)! ΣΥΝ. κουλός (3) ● ΦΡ.: κάνει τον κουφό (προφ.): αδιαφορεί για αυτά που του λένε. Πβ. κάνω την πάπια/το κορόιδο, κωφεύω., διάλογος (μεταξύ) κωφών/κουφών βλ. διάλογος, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα βλ. βροντά [< μεσν. κουφός < αρχ. κωφός]
26426κουφότητακου-φό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κενότητα, ρηχότητα, επιπολαιότητα: ανευθυνότητα και ~ των ομάδων εξουσίας. Πβ. ελαφρότητα.|| (ΝΟΜ.) ~ του παθόντος (πβ. ολιγωρία). Βλ. -ότητα. [< αρχ. κουφότης]
26427κούφωμακού-φω-μα ουσ. (ουδ.) {κουφώμ-ατος | -ατα} 1. ΟΙΚΟΔ. άνοιγμα στον τοίχο οικοδομής, στο οποίο προσαρμόζεται πόρτα, παράθυρο ή μπαλκονόπορτα· κατ' επέκτ. η κάσα ή η ίδια η πόρτα ή το παραθυρόφυλλο: εξωτερικά/εσωτερικά ~ατα.|| Ξύλινα ~ατα/~ατα αλουμινίου (πβ. κάσωμα, τελάρο).|| Ανοιγόμενα (-ανακλινόμενα)/συρόμενα ~ατα. Μηχανισμοί/συστήματα ~άτων. 2. (σπάν.) κοιλότητα, εσοχή: το ~ του βράχου (= κοίλωμα)/του δέντρου (= κουφάλα)/του τοίχου. [< μεσν. κούφωμα]
26428κουφώνωκου-φώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κούφω-σα, -μένος} (λαϊκό) 1. (για παράθυρα, παντζούρια) μισοκλείνω ή μισανοίγω, ώστε να σχηματιστεί γωνία: ~σε τα παραθυρόφυλλα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. αφαιρώ το εσωτερικό μέρος, την ψίχα από κάποιο λαχανικό: (σε συνταγές) ~ουμε τις ντομάτες, τα κολοκυθάκια και τις μελιτζάνες με ένα κουτάλι.κουφώνει: γίνεται κοίλο ή/και κούφιο: Ο δρόμος/ο σοβάς έχει ~σει. Πβ. βαθουλώνει. [< μεσν. κουφώνω]
26429κουφωτός, ή, ό κου-φω-τός επίθ. 1. (για παράθυρο ή παντζούρι) μισόκλειστο ή μισάνοιχτο, ώστε να δημιουργείται κούφωμα: ~ά: παραθυρόφυλλα. 2. που σχηματίζει κοιλότητα: ~ά: κεριά. [< μεσν. κουφωτός]
26430κόφακό-φα ουσ. (θηλ.) 1. (σε φορτηγό) κλειστό αμάξωμα για τη μεταφορά ξηρού φορτίου· κατ΄επέκτ. το αντίστοιχο όχημα: ~ ψυγείου. Πβ. καρότσα.|| ~ με υδραυλική πόρτα. 2. (λαϊκό) μεγάλο κοφίνι. ΣΥΝ. κοφίνα 3. ΝΑΥΤ. (σε ιστιοφόρο) ξύλινο (ημι)κυκλικό θωράκιο ιστού. [< 2: μεσν. κόφα]
26431κοφίνικο-φί-νι ουσ. (ουδ.) {κοφιν-ιού} (λαϊκό): καλάθι από πλεγμένες βέργες κυρ. λυγαριάς ή καλαμιάς, με κοντά πλαϊνά χερούλια: ψάθινο ~. ~ια γεμάτα/με φρούτα. Γαϊδουράκια φορτωμένα με ~ια.|| (δηλωτικό χωρητικότητας:) Δύο ~ια κεράσια. Πβ. πανέρι.|| ~ για ψάρεμα (πβ. κιούρτος). ● Υποκ.: κοφινάκι (το) ● Μεγεθ.: κοφίνα (η): ΣΥΝ. καλάθα, κόφα (2) ● ΦΡ.: στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει (παροιμ.): για κάποιον που δεν μένει ποτέ ικανοποιημένος. Πβ. δεν ξέρει τι του φταίει, τρώγεται με τα ρούχα του. [< μεσν. κοφίνι(ν)]
26432κόφτεικό-φτει ρ. (μτβ.) (λαϊκό) & (λόγ.) κόπτει: κυρ. στις ● ΦΡ.: δεν με κόφτει: δεν με νοιάζει, με αφήνει αδιάφορο: ~ ~ τι λένε!|| Μη σε κόφτει τι θα κάνω εγώ (: δεν σε αφορά)!, τι σε κόφτει; & (σπάν.) τι σε κόβει;: τι σε νοιάζει, τι σε ενδιαφέρει; ~ ~ πού θα πάω; Κι εσένα ~ ~;, πού σε πονεί και πού σε σφάζει/κόφτει βλ. σφάζω [< μεσν. κόφτω]
26433κοφτερός, ή, ό κο-φτε-ρός επίθ. 1. που κόβει πολύ: ~ή: λεπίδα. ~ό: εργαλείο/μαχαίρι. ~ές: πέτρες. ~ά: δόντια/νύχια. Απότομοι και ~οί βράχοι. Αντικείμενα με ~ές άκρες/γωνίες. Πβ. μυτερός, σουβλερός.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ή: οξύτητα (κρασιού). ΣΥΝ. αιχμηρός (2) 2. (μτφ.) δηκτικός, καυστικός, οξύς: ~ή: γραφή/ειρωνεία/πένα/σάτιρα. Γλώσσα ~ή και σαρκαστική. Κείμενα/λόγια ~ά σαν ξυράφι. ΣΥΝ. αιχμηρός (1) 3. (μτφ.) ευφυής, οξυδερκής· (για βλέμμα) διαπεραστικός, διεισδυτικός: ~ή: κρίση/σκέψη. ~ό: μυαλό/πνεύμα/χιούμορ.|| Η ~ή ματιά της. Έχει ~ό μάτι (= κόβει το μάτι του). [< μεσν. κοπτερός]
26434κοφτήρικο-φτή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. κοπτικό εργαλείο. Βλ. -τήρι. 2. (νεαν. αργκό) για καθηγητή που βάζει βαθμούς κάτω από τη βάση ή πολύ χαμηλούς.
26435κόφτηςκό-φτης ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) κόπτης 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή με λεπίδες για τον τεμαχισμό ή το άλεσμα τροφών ή κοπτικό εξάρτημα, εργαλείο: ανοξείδωτος ~. ~ αλλαντικών/καφέ (= μύλος)/κρέατος (= κρεατομηχανή)/λαχανικών/φρούτων. ~-τρίφτης. Μίξερ με ~η.|| (μεγάλος) ~ καλωδίων (πβ. πλαγιο~, βλ. απογυμνωτής, πένσα). Αυτόματος/χειροκίνητος ~ χαρτοταινίας (: σε ταμειακή μηχανή). ~ες πλακιδίων/πολυστερίνης. Πβ. κοπτήρας, κοπτικό, κοφτήρι. Βλ. χαρτοκόπτης. 2. ΟΙΚΟΝ. μηχανισμός περικοπής δημόσιων δαπανών: δημοσιονομικός ~. ~ σε μισθούς και συντάξεις/χρέους. 3. ΤΕΧΝΟΛ. περιοριστής: ~ ταχύτητας. 4. {συνήθ. στον τ. κόπτης, θηλ. κόπτρια & (σπάν.) κόφτρια} τεχνίτης που ειδικεύεται στην κοπή κυρ. δερμάτων και υφασμάτων: ~ ενδυμάτων/λευκών ειδών. Βλ. ράφτης. 5. {μόνο στον τ. κόφτης} (προφ.) αθλητής (ποδοσφαιριστής ή μπασκετμπολίστας) που έχει την ικανότητα ή την αποστολή να κόβει την μπάλα αμυνόμενος: καλός ~. Βλ. ριμπάουντερ, στόπερ.
26436κοφτός, ή, ό κο-φτός επίθ. 1. (μτφ.) ευθύς, άμεσος, απότομος· σύντομος και γρήγορος: ~ός: τόνος/τρόπος (βλ. έμμεσος, πλάγιος). ~ή: απάντηση/δήλωση/κίνηση/ματιά. ~ό: ύφος. ~ές και ξεκάθαρες κουβέντες.|| ~ή: ανάσα (βλ. λαχάνιασμα).|| (ΛΑΟΓΡ.) ~ός: χορός (: είδος παραδοσιακού χορού). 2. που έχει δημιουργηθεί με κόψιμο ή τομή, κομμένος: ~ή: τσέπη (: που το άνοιγμά της έγινε με εξωτερική κοπή του υφάσματος). ~ό: κέντημα (: στο οποίο το κόψιμο του υφάσματος δημιουργεί το σχέδιο)/μακαρονάκι.|| ~ός: βράχος. ~ή: πλαγιά. Πβ. απόκρημνος.|| (παλαιότ.) ~ές: βεντούζες (: πριν από την τοποθέτηση των οποίων χαράσσεται το δέρμα με σκοπό την αφαίμαξη). ● Ουσ.: κοφτή (η) (σπάν.-λαϊκό): γρήγορο και απότομο χτύπημα με την παλάμη σε οριζόντια θέση. ● επίρρ.: κοφτά ● ΣΥΜΠΛ.: κοφτό κουταλάκι/κοφτή κουταλιά & κοφτό κουτάλι: που δεν έχει γεμίσει μέχρι πάνω, ποσότητα που δεν υπερβαίνει τα άκρα του κουταλιού: μια ~ή κουταλιά ζάχαρη (ΑΝΤ. γεμάτη). ● ΦΡ.: ορθά-κοφτά (προφ.): με ευθύτητα, ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές: Απαντώ/εκφράζομαι/μιλάω ~ ~. Πβ. απερίφραστα, σταράτα. [< μεσν. κοφτός]
26437κόφτρακό-φτρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): 1. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο ή μηχάνημα για την κοπή ελασμάτων, συρμάτων ή ξύλων. 2. (αργκό) ακαταμάχητη γυναίκα.
26438κόχηκό-χη ουσ. (θηλ.) 1. προεξοχή που σχηματίζει γωνία: η ~ του τραπεζιού. 2. κόγχη: (ΑΡΧΙΤ.) ~ του ιερού.|| (ΑΝΑΤ.) ~ του ματιού.|| (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ~ του βράχου. [< μεσν. κόχη]
26439κοχλάζεικο-χλά-ζει ρ. (αμτβ.) {κόχλα-σε, κοχλά-σει, κοχλάζ-οντας} & (λαϊκό) χοχλάζει ΣΥΝ. αναβράζει 1. βράζει έντονα σχηματίζοντας φυσαλίδες: Μόλις ~σει το νερό, ρίξτε τα χόρτα.|| ~ η λάβα έτοιμη να ξεχυθεί. 2. (μτφ.) βρίσκεται σε πολύ μεγάλη ένταση ή ταραχή, πρόκειται να εκραγεί: ~ ο θυμός/το μίσος/η οργή (μέσα) του. Πβ. ανάβω, φουντώνω. ● ΦΡ.: βράζει/κοχλάζει το αίμα βλ. αίμα, καζάνι που βράζει/κοχλάζει βλ. καζάνι [< μτγν. κοχλάζω]
26440κοχλασμόςκο-χλα-σμός ουσ. (αρσ.) & (προφ.) κόχλασμα (το): έντονος βρασμός: ~ του μούστου/του νερού. ΣΥΝ. χόχλος [< μεσν. κοχλασμός, μτγν. κόχλασμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.