Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27160-27180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26441κοχλαστός, ή, ό κο-χλα-στός επίθ.: που κοχλάζει: ~ό: νερό.
26442κοχλιακός, ή, ό κο-χλι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον κοχλία του αυτιού: ~ό: εμφύτευμα (: σε περιπτώσεις βαρηκοΐας)/νεύρο. [< γαλλ. cochléaire, αγγλ. cochlear]
26443κοχλιάριοκο-χλι-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κοχλιαρ-ίου} (λόγ.): κουτάλι με μικρή κοιλότητα και μακριά λαβή· ξέστρο με την ίδια μορφή: δοσιμετρικό/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) λίθινο ~. Μετάληψη με ~ (= λαβίδα).|| (ΙΑΤΡ.) ~ απόξεσης/οδοντίνης. [< μτγν. κοχλιάριον]
26444κοχλίαςκο-χλί-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. βίδα: δεξιόστροφος/ρυθμιστικός/φυτευτός (= μπουζόνι) ~. Η κεφαλή/το σπείρωμα του ~α. ~ες αγκύρωσης/ανύψωσης (βλ. γρύλος)/κίνησης/μεταφοράς/σύνδεσης. Βλ. περικόχλιο. 2. ΑΝΑΤ. ελικοειδές τμήμα του λαβυρίνθου του αυτιού, μέσα στο οποίο βρίσκεται το αισθητήριο όργανο της ακοής. Βλ. αίθουσα, ημικύκλιοι σωλήνες. 3. ΖΩΟΛ. σαλιγκάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ατέρμων/ατέρμονας (κοχλίας) βλ. ατέρμονος [< 1,2: μτγν. κοχλίας, γαλλ. cochlée 3: αρχ. ~]
26445κοχλίδιβλ. χοχλίδι
26446κοχλιόςβλ. χοχλιός
26447κοχλίωσηκο-χλί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. βίδωμα: ~ ή συγκόλληση ράβδων. Βιομηχανικά πιστόλια ~ης. Οπές ~ης. Βλ. ήλωση. 2. σπείρωμα: Το ανώτερο τμήμα των κοχλιών φέρει ~ώσεις.
26448κοχλιωτός, ή, ό κο-χλι-ω-τός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. σπειροειδής, βιδωτός: ~ός: σύνδεσμος. ~ό: βύσμα/πώμα. ~ές: αντλίες/συνδέσεις. ~ά: εξαρτήματα. Πβ. ελικοειδής, ελικωτός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: μόσχευμα.
26449κοχύλικο-χύ-λι ουσ. (ουδ.) {κοχυλ-ιού | -ιών}: το σπειροειδές όστρακο πολλών μαλακίων και σπανιότ. το ίδιο το μαλάκιο· κατ΄επέκτ. αντικείμενο με το αντίστοιχο σχήμα: απολιθωμένα/διακοσμητικά ~ια.|| Μενταγιόν ~. || (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια, πένες και φαρφάλες. Βλ. αχιβάδα. ● Υποκ.: κοχυλάκι (το) [< αρχ. κογχύλιον ‘μικρό κοχύλι’ < αρχ. κόγχη]
26450κόψηκό-ψη ουσ. (θηλ.): ακμή αιχμηρών εργαλείων ή εδρών: μαχαίρι διπλής/μονής ~ης. Λάμα με οδοντωτή ~. Πβ. αθέρας, στόμα.|| (ΓΕΩΜΟΡΦ.) Απότομη/βόρεια/νότια ~ (: σε ορεινούς όγκους). ● ΦΡ.: στην κόψη του ξυραφιού βλ. ξυράφι [< μεσν. κόψις]
26451κοψιάκο-ψιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. παρουσιαστικό, όψη, εμφάνιση: Έχουν την ίδια ~/είναι μια ~. 2. κόψιμο με αιχμηρό αντικείμενο· συνεκδ. η αντίστοιχη ουλή ή χαραγματιά: Του έδωσε μια γερή ~.|| Βαθιές ~ιές στο πρόσωπο (πβ. σημάδι). Η άγρια/απότομη ~ του βράχου.
26452κοψίδικο-ψί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): μικρό κομμάτι ψημένου κρέατος συνήθ. στα κάρβουνα: Πάμε για κανένα ~; Πέσανε στα ~ια. ● Υποκ.: κοψιδάκι (το)
26453κόψιμοκό-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {κοψίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. κοπή, αποκοπή, τεμαχισμός: ~ δέντρων/κλαδιών (= κλάδεμα)/λουλουδιών/ξύλων. ~ μαλλιών (= κούρεμα)/νυχιών (βλ. μανικιούρ). ~ των αυτιών/της ουράς (σκύλου). ~ πίτας/τούρτας. Μαχαίρι κατάλληλο για το ~ του ψωμιού. ~ στις άκρες/στα δύο. ~-ράψιμο.|| ~ της τράπουλας (: διαχωρισμός σε δύο ή περισσότερα μέρη). 2. ο τρόπος με τον οποίο έχει κοπεί ή κατασκευαστεί κάτι και συνεκδ. το σχήμα του: ρούχα με άνετο/ιδιαίτερο/μοντέρνο/στενό/φαρδύ ~. Πβ. γραμμή. 3. (συνεκδ.) χάραξη και ειδικότ. πληγή από αιχμηρό συνήθ. αντικείμενο: βαθύ/ελαφρύ ~ (πβ. τραύμα). ~ στο ξύρισμα. ~ στο πόδι/χέρι. ~ από μαχαίρι (πβ. ουλή, σημάδι). 4. (μτφ.) μείωση, περικοπή ή διακοπή: ~ αδειών/εξόδων/επιδομάτων. ~ των κακών συνηθειών/του τσιγάρου.|| ~ της εκπομπής. Πβ. σταμάτημα. 5. ΑΘΛ. παρεμπόδιση ενέργειας ενός αθλητή από αντίπαλο (σε ομαδικό άθλημα): (αντι)κανονικό/θεαματικό ~. ~ της μπάλας. Βλ. μαρκάρισμα. 6. αποτυχία ή απόρριψη: ~ στις εξετάσεις.|| ~ υποψηφίου. Πβ. αποκλεισμός. 7. ευκοιλιότητα, διάρροια: Μ' έπιασε ~. 8. (για ρευστό) διαχωρισμός συστατικών λόγω αλλοίωσης: ~ του γάλακτος/της μαγιονέζας. ● ΦΡ.: έχω/με πιάνει κόψιμο (για κάτι) (μτφ.): για μεγάλη, επείγουσα ανάγκη ή έντονο ενδιαφέρον: Ομολογώ πως δεν έχω και κανένα ~ να τον συναντήσω. Πβ. κόπτομαι. [< μεσν. κόψιμον]
26454κοψομεσιάζομαικο-ψο-με-σιά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {κοψομεσιά-στηκα, -σμένος} (λαϊκό): καταπονείται, πιάνεται η μέση μου λόγω μεταφοράς φορτίου ή βαριάς δουλειάς: ~στηκα να καθαρίζω το σπίτι (= ξεθεώθηκα, ξεπατώθηκα).
26455κοψομέσιασμακο-ψο-μέ-σια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πόνος, πιάσιμο στη μέση μετά από βαριά εργασία.
26456κοψοτιμήςκο-ψο-τι-μής επίρρ. (λαϊκό): κοψοχρονιά.
26457κοψοχέρηςκο-ψο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ψηφοφόρος που έχει μετανιώσει για αυτό που ψήφισε και ισχυρίζεται πως θα προτιμούσε να είχε κόψει το χέρι του παρά να το κάνει. [< μεσν. κοψοχέρης]
26458κοψοχολιάζωκο-ψο-χο-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κοψοχόλια-σα, κοψοχολιά-στηκα, σπάν. -σμένος} (προφ.): προκαλώ μεγάλη ανησυχία, τρόμο σε κάποιον: Μας ~σες με τις φωνές σου. ~στηκα έτσι που πετάχτηκε μπροστά μου! Πβ. κατατρομάζω, λαχταρώ.
26459κοψοχρονιάκο-ψο-χρο-νιά επίρρ. & κοψοχρονιάς (λαϊκό): σε πολύ χαμηλή τιμή, πολύ φτηνά: Το αγόρασε/το έδωσε/το πήρε ~. ΣΥΝ. κοψοτιμής
26460ΚΠ(ο): Κρατικός Προϋπολογισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.