Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2700-2720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1745ακούραστος, η, ο [ἀκούραστος] α-κού-ρα-στος επίθ.: που δεν κουράζεται ή δεν σταματά: ~ος: εργάτης (της επιστήμης)/ερευνητής (= ακάματος, ακαταπόνητος)/μαχητής (= ακατάβλητος)/μελετητής (= άοκνος)/οδηγός/ταξιδιώτης. Υπήρξε ~ δάσκαλος και σοφός παιδαγωγός.|| ~ος: αγώνας/ενθουσιασμός/ζήλος (= διαρκής, επίμονος). ~η: διάθεση/δράση/προσπάθεια/προσφορά. ~ο: πάθος. ● επίρρ.: ακούραστα [< μεσν. ακούραστος]
1746ακούρευτος, η, ο [ἀκούρευτος] α-κού-ρευ-τος επίθ.: που δεν έχει κουρευτεί: ~ο: γένι/κεφάλι/μαλλί/μούσι/τρίχωμα. ~ και άλουστος/αξύριστος.|| ~η: χλόη (γηπέδου). ~ο: γκαζόν. ~α: γίδια/πρόβατα. [< μεσν. ακούρευτος]
1747ακούσιος, α, ο [ἀκούσιος] α-κού-σι-ος επίθ. (λόγ.): που συμβαίνει χωρίς τη θέληση εκείνου που κάνει ή υφίσταται κάτι: ~ος: τραυματισμός. ~α: διαγραφή/μετάδοση (ιού)/παράλειψη (ΑΝΤ. εσκεμμένη, ηθελημένη)/συμμετοχή. ~ο: λάθος/χτύπημα (= αθέλητο, άθελο).|| ~ος: χωρισμός. ~α: ανεργία/απαγωγή/απώλεια/εξαφάνιση/νοσηλεία (: χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενούς)/πτώχευση/στέρηση (της ελευθερίας κάποιου).|| (για πρόσ.) ~ος: δράστης/καπνιστής (= παθητικός)/(αυτόπτης) μάρτυρας/συνένοχος. ~ο: θύμα.|| (ΦΥΣΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~α: νευρική σύσπαση του προσώπου (= τικ)/ούρηση (= ακράτεια ούρων). ~ες: κινήσεις/λειτουργίες (ενός οργανισμού, π.χ. αναπνοή). ~οι: σπασμοί. Πβ. άκων. ΑΝΤ. εκούσιος, εσκεμμένος ● επίρρ.: ακούσια & (λόγ.) ακουσίως [< αρχ. ἀκούσιος, γαλλ. involontaire]
1749άκουσονβλ. ακούω
1750ακουστά[ἀκουστά] α-κου-στά επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: έχω ακουστά: γνωρίζω, ξέρω κάποιον ή κάτι εξ ακοής και συνήθ. όχι καλά, σε βάθος: Τον ~ ~, αλλά δεν τον έχω δει ποτέ μου. ~ετε ~ για ...; ● βλ. ακουστός
1751ακουστική[ἀκουστική] α-κου-στι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. (κ. με κεφαλ. Α) κλάδος της φυσικής που μελετά τους ήχους και τα ηχητικά κύματα: εφαρμοσμένη ~. Βλ. βιο~, ηλεκτρο~. 2. οι ιδιότητες ενός χώρου που καθορίζουν τη διάδοση και τα χαρακτηριστικά ενός ήχου στο εσωτερικό του: ~ και ηχομόνωση. Το ΜΜΑ έχει άριστη/θαυμάσια ~. ΣΥΝ. ακουστικότητα.|| ~ μουσικών οργάνων. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική τεχνολογία & ακουστική βλ. ακουστικός [< γαλλ. acoustique, αγγλ. acoustics]
1752ακουστικό[ἀκουστικό] α-κου-στι-κό ουσ. (ουδ.): συσκευή που εφάπτεται ή προσαρμόζεται στο αυτί ή στα αυτιά, ώστε να ληφθεί και να μεταδοθεί ο ήχος και να περιοριστεί ο εξωγενής θόρυβος: (ως εξάρτημα σταθερού τηλεφώνου:) Κατεβάζω/κλείνω/σηκώνω το ~.|| Μεγάλα/μεσαία/μίνι/στερεοφωνικά ~ά. ~ά ακρόασης/ενδοεπικοινωνίας/κεφαλής/τηλεόρασης/υψηλής πιστότητας. Ασύρματο/φορητό ~ για κινητά τηλέφωνα/με τεχνολογία μπλουτούθ (βλ. μικρο~). ~ για δηµοσιογραφικά κασετόφωνα/ηλεκτρονικό υπολογιστή/φορητά ραδιόφωνα τσέπης. Μικρόφωνο και ~ για συνομιλία στο διαδίκτυο.|| Τα ~ά του γιατρού (= το στηθοσκόπιο). ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικά (βαρηκοΐας): μικροσκοπική συσκευή που ενισχύει τους ήχους και προσαρμόζεται στο αυτί ατόμων με προβλήματα ακοής: ενδοκαναλικά ~. Φοράει ψηφιακά ~ ~., ακουστικά ψείρες: που είναι μικροσκοπικά και τοποθετούνται μέσα στο αυτί. [< αγγλ. earbuds, 1983] ● ΦΡ.: αναμείνατε/περιμένετε στο ακουστικό σας 1. τυπική έκφραση αυτόματου τηλεφωνητή σε περίπτωση που είναι κατειλημμένη η τηλεφωνική γραμμή: Παρακαλώ περιμένετε ~. 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) για προοπτική μακρόχρονης αναμονής, κωλυσιεργίας: ~ ~ για το επίδομα ... ~ ~ και θα υπάρξει ανακοίνωση., αναμένω/περιμένω στο ακουστικό (μου) (μτφ.): περιμένω (αγωνιωδώς) ειδοποίηση, οριστική απάντηση: Αναμένουν ~ τους, ώστε να υπογράψουν συμβόλαιο συνεργασίας., αφήνω κάποιον στο ακουστικό του: τον αφήνω να περιμένει. [< γαλλ. écouteur, 1922, αγγλ. earphone, 1924]
1753ακουστικός, ή, ό [ἀκουστικός] α-κου-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ακοή ή την ακουστική, που γίνεται μέσω της ακοής: ~ός: ενισχυτής/εξοπλισμός/συναγερμός. ~ή: αίσθηση/αναπηρία/διάδοση/εμπέδηση/ένταση/ευαισθησία/ικανότητα/ισχύς/μόνωση/ποιότητα/ωκεανογραφία. ~ό: βοήθημα (βαρηκοΐας)/λάθος/σύστημα στάθμευσης. ~οί: αισθητήρες. ~ές: αναμνήσεις/διαταραχές/εντυπώσεις/ιδιότητες (: θεάτρου, ναού, βλ. ακουστική)/μετρήσεις/παραισθήσεις/παραστάσεις. ~ά: ερεθίσματα/κύματα (βλ. ηχητικά ~)/όργανα/σήματα/φαινόμενα. Αντιθορυβική ~ή τεχνολογία. Οπτική και ~ή επαφή. Βλ. ηλεκτρο~.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: πόρος (: μεταφέρει τα ηχητικά κύματα στο τύμπανο και μαζί με το πτερύγιο αποτελεί το εξωτερικό αυτί). ~ό: κέντρο/νεύρο (: μεταδίδει τους ηλεκτρικούς παλμούς στον εγκέφαλο, για να αποκωδικοποιηθούν ως ήχοι)/οστάριο/πτερύγιο. (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: φωνητική. 2. ΜΟΥΣ. (για μουσικό όργανο) που δεν είναι ηλεκτρικό ή (για μουσική) που προορίζεται να ακουστεί (και όχι να τραγουδηθεί): ~ό: μπάσο. ~οί: αυτοσχεδιασμοί. ~ές: εκτελέσεις/ενορχηστρώσεις. ● επίρρ.: ακουστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων επιπέδων ήχου: Λύσεις ακουστικής απορρόφησης που προσφέρουν τη μέγιστη ~ ~. [< αγγλ. acoustic comfort] , ακουστική αντίληψη: ΨΥΧΟΛ. ικανότητα αποκωδικοποίησης των ερεθισμάτων που λαμβάνονται από τα όργανα της ακοής: επαρκής/μειωμένη ~ ~. Βλ. οπτική αντίληψη. [< αγγλ. acoustic perception] , ακουστική συχνότητα: ΦΥΣ. η συχνότητα των ηχητικών κυμάτων που μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τον άνθρωπο: εύρος/πλάτος ~ής ~ας. [< αγγλ. audio frequency, 1913] , ακουστική τεχνολογία & ακουστική: ΤΕΧΝΟΛ. ο τομέας που ασχολείται με τις τεχνικές που εξασφαλίζουν την καλή διάδοση του ήχου και τον έλεγχο θορύβων και αντηχήσεων: ~ ~ χώρων. Αρχιτεκτονική ακουστική. Περιβαλλοντική ~ και ηχορύπανση., ακουστικός τύπος: πρόσωπο που αντιλαμβάνεται και μαθαίνει ευκολότερα κάτι, όταν το ακούει: Βλ. οπτικός τύπος. [< γερμ. akustischer Typ] , ακουστική εικόνα βλ. εικόνα, ακουστική κιθάρα βλ. κιθάρα, ακουστική οικολογία βλ. οικολογία, ακουστική περιγραφή βλ. περιγραφή, ακουστικό/ηχητικό/ομιλούν βιβλίο βλ. βιβλίο [< αρχ. ἀκουστικός ‘που αφορά την ακρόαση ή είναι διτεθειμένος να ακούσει’, γαλλ. acoustique, αγγλ. acoustic]
1754ακουστικότητα[ἀκουστικότητα] α-κου-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα ενός χώρου ή μιας συσκευής να ευνοεί ή να εμποδίζει τη διάδοση του ήχου: ~ της αίθουσας/των ηχείων. Η μοναδική/υψηλή ~ (= ακουστική) των αρχαίων θεάτρων. Ασύρματα ακουστικά με τέλεια ~. Βλ. -ότητα. 2. ΦΥΣ. ακουστότητα. [< γαλλ. audibilité]
1755ακουστός, ή, ό [ἀκουστός] α-κου-στός επίθ. 1. που μπορεί να γίνει αντιληπτός μέσω της (ανθρώπινης) ακοής: ~ός: ήχος/θόρυβος/κρότος. ~ό: (ηχητικό) σήμα. ~ές: συχνότητες. Οι υπέρηχοι δεν γίνονται/δεν είναι ~οί. 2. (λογοτ.) ξακουστός. 3. (σπανιότ.) αποδεκτός, παραδεκτός: Μακάρι να γίνουν ~ές (= εισακουστούν) οι προτάσεις μας! ● βλ. ακουστά [< 1,3: αρχ. ἀκουστός 2: μεσν.]
1756ακουστότητα[ἀκουστότητα] α-κου-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. υποκειμενικό γνώρισμα του ήχου που καθορίζεται κυρ. από την ένταση και τη συχνότητά του: Ανάλογα με την ~ οι ήχοι διακρίνονται σε ασθενείς και ισχυρούς. Βλ. ντεσιμπέλ, -ότητα. [< αγγλ. audibility]
1757ακούω[ἀκούω] α-κού-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ακού-ς, -ει, -με, -τε, -ν(ε), προστ. άκου, ακούτε, ακού(γ)οντας, παρατ. άκουγα | άκου-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, (σπάν.) -όμενος, -σμένος} 1. αντιλαμβάνομαι ήχους με το αισθητήριο όργανο της ακοής: Δεν ~ει καλά από το δεξί αυτί. ~ει ό,τι τον συμφέρει. Ακούς τίποτα; Για άκου! Μόλις που ~γόταν. ~γομαι στο βάθος; Καλέ, τι κραυγή ήταν αυτή! Μέχρι εδώ ~στηκες! Βλ. βαρι~, κρυφ~, ξαν~, παρ~. 2. παρακολουθώ προσεκτικά κάποιον, κάτι: ~ την εκπομπή σας μέσω ίντερνετ/μουσική/ραδιόφωνο (πβ. ακροάζομαι). Σε ~. Τον έχω ~σει (ενν. τον καλλιτέχνη) ζωντανά σε συναυλία. 3. πληροφορούμαι, μαθαίνω: Πρώτη φορά το ~! ~σες τα νέα; Δεν ~σες ότι/πως ... Κάπου το ~σα και μου έκανε εντύπωση. Από ποιον το ~σες; Το ~σα από επίσημα χείλη. Όταν τα ~σε, έσκασε στα γέλια. Δεν ~στηκες τελευταία και ανησυχήσαμε (: δεν εμφανίστηκες, δεν μάθαμε νέα σου). Τραγούδια λιγότερο ~σμένα. Βλ. πρωτ~. 4. κατανοώ αυτά που λέει κάποιος, πείθομαι, υπακούω: Ακούς (= καταλαβαίνεις) τι σου λέω; Τον ~σα και την πάτησα. Δεν ~σες τα παρακάλια μου/τη συμβουλή μου! Δεν ~ει κανένα. Μην ακούς τι σου λένε οι άλλοι. Πρέπει να ~τε τους γονείς σας (= να ακολουθείτε τις συμβουλές, τις υποδείξεις τους)! Βλ. πειθαρχώ.|| Άκου την καρδιά σου! Βλ. εισ~. ● Παθ.: ακούγεται: δημιουργεί (ορισμένη) εντύπωση: Αυτό που λες ~ απίστευτο/αστείο/γελοίο/πολύ ενδιαφέρον/παράδοξο (ΣΥΝ. ηχεί). ~ άσχημα/ωραία (: προκαλεί αρνητική/θετική αίσθηση)., ακούγομαι 1. βρίσκομαι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αποκτώ φήμη: Το όνομά του ~εται πολύ τώρα τελευταία.|| (παλαιότ.-αρνητ. συνυποδ.) ~στηκε στη γειτονιά και δεν τολμάει να ξεμυτίσει. 2. {στο γ' πρόσ.} (απρόσ.) διαδίδεται, θρυλείται, συζητιέται, φημολογείται: ~εται ότι θα γίνουν αυξήσεις. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} εισακούομαι: Ο λόγος του ~εται (= μετράει, πιάνει). Δεν ~εται πια (η γνώμη/η πρότασή του). Αν το πεις εσύ, θα ~στείς. ● ΦΡ.: άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω!: για επίπληξη, πρόκληση ενδιαφέροντος ή εμφατ. στον λόγο: Άκου/κοίτα να σου πω, δεν θα μου πεις εσύ τι να κάνω! Λοιπόν, ~ ~ τι έγινε! ΣΥΝ. άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) (1), άκου (με) που σου λέω!: για επιβεβαίωση των λόγων κάποιου: Αυτοί κάτι μαγειρεύουν, ~ ~!, άκου λέει! 1. για δήλωση αποδοκιμασίας, αγανάκτησης: ~ ~ να πάμε περπατώντας! ΣΥΝ. άκου πράγματα! 2. (εμφατ.) για ενθάρρυνση, προτροπή: Πώς δεν θέλω; ~ ~ (= θέλω και πολύ μάλιστα)!, άκου πράγματα! & (προφ.) άκου πράματα: για δυσάρεστη έκπληξη, αγανάκτηση, αποδοκιμασία: ~ ~! Τριγυρνούσαν ξημερώματα μεθυσμένοι! ~ ~ να παρακολουθούν τα τηλέφωνα του κόσμου! ΣΥΝ. άκου λέει! (1), άκουσον, άκουσον!, άκουσε τα εξ αμάξης/τον εξάψαλμο/της χρονιάς του/τα σκολιανά του/τον αναβαλλόμενο: τον επέπληξαν, τον κατσάδιασαν: Άργησε να πάει στη δουλειά κι ~ ~., άκουσον, άκουσον! (λόγ.): έκπληξη για κάτι αρνητικό, αγανάκτηση, διαμαρτυρία, αποδοκιμασία. ΣΥΝ. (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί, άκου πράγματα!, πού (ξαν)ακούστηκε/πού έχει ακουστεί ...;, αυτό που άκουσες! (προφ.-επιτατ.): για έκφραση αγανάκτησης: Ναι λοιπόν, ~ ~, βαρέθηκα να σε παρακαλώ!, θα τ’ ακούσεις από την καλή (κι απ' την ανάποδη)!: (απειλητ.) ως επίπληξη., μ' ακούς;: για επιβεβαίωση ότι το κανάλι επικοινωνίας είναι ανοιχτό· (εμφατ. στο τέλος πρότασης) για δήλωση ισχυρής επιθυμίας του ομιλητή να τον προσέξει ιδιαίτερα ο ακροατής ή για απόλυτη επιβεβαίωση των λεγομένων με δραματικό τόνο: (σε τηλεφωνική συνδιάλεξη) Εγώ είμαι, ~ ~;|| Θέλω να σου μιλήσω, ~ ~;, όποιος έχει αυτιά, ακούει: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πασιφανές, οπότε δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις. Βλ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω., ούτε (που) να τ' ακούσει/δεν θέλει ούτε να (τ') ακούσει (προφ.): για δήλωση κατηγορηματικής άρνησης: Διάβασμα; ~ ~! Παντρεύεται; Αυτός ούτε που ήθελε ν' ακούσει για γάμο!, πού (ξαν)ακούστηκε/πού έχει ακουστεί ...; & δεν έχει ξανακουστεί/δεν ξανακούστηκε! (προφ.): για δήλωση δυσάρεστης έκπληξης, αγανάκτησης, αποδοκιμασίας· είναι αδιανόητο: ~ ~ να μην εφαρμόζονται οι αποφάσεις/ότι ισχύει κάτι τέτοιο; ~ ~ αυτό; Πβ. άκουσον, άκουσον!, δεν ξανάγινε!, τ(α) άκουσα (προφ.): με επέπληξε, με κατσάδιασε: ~ ~ γερά/για τα καλά/ένα χεράκι. Δεν φτάνει που τη βοήθησα, ~ ~ κι από πάνω! Πβ. άκουσε τα εξ αμάξης., τ’ ακούς, τ’ ακούω να λες: για επιβεβαίωση ή εμφατικό τονισμό των λεγομένων., την άκουσα (αργκό) 1. ήπια πολύ αλκοόλ και ζαλίστηκα: ~ ~ από το πιοτό. ~ ~ για τα καλά. Πβ. γίνομαι κουδούνι, μεθώ. 2. (σπάν.) σε περιπτώσεις που ακούει κάποιος μια ανοησία, μια κοτσάνα. Βλ. την πέταξε., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί βλ. βλέπω, άκου εδώ βλ. εδώ, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) βλ. βλέπω, ακούει στο όνομα βλ. όνομα, άκουσα με τα ίδια μου τ' αυτιά/με τ' αυτιά μου βλ. αυτί, ακούω (κάτι) βερεσέ βλ. βερεσέ, ακούω τα σχολιανά μου βλ. σχολιανός, ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο βλ. εξάψαλμος, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! βλ. Χριστός, εγώ μιλάω, εγώ τ' ακούω βλ. μιλώ, εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω βλ. εγώ, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω βλ. ους, πάταξον μεν, άκουσον δε βλ. πατάσσω, τα 'θελες και τ' άκουσες βλ. θέλω, τα λέω στην πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη βλ. πεθερά [< αρχ. ἀκούω]
1758ακούων[ἀκούων] α-κού-ων ουσ. (αρσ.) {ακού-οντος}: πρόσωπο που έχει την αίσθηση της ακοής: σχολείο ~όντων. ~οντες που γνωρίζουν τη νοηματική γλώσσα.|| (ως επίθ.) ~οντες: γονείς/δάσκαλοι/σπουδαστές. Βλ. κουφός.
1759άκοφτος, η, ο [ἄκοφτος] ά-κο-φτος επίθ. (προφ.): άκοπος.
1760άκρα βλ. άκρο
1761ακράδαντος, η, ο [ἀκράδαντος] α-κρά-δα-ντος επίθ. (λόγ.): ακλόνητος, αδιάσειστος, αναμφισβήτητος, σταθερός: ~η: βεβαιότητα/εμπιστοσύνη/θέληση/πεποίθηση/πίστη. ~ο: τεκμήριο. ~α: (αποδεικτικά) στοιχεία/επιχειρήματα (= ατράνταχτα). ● επίρρ.: ακράδαντα & (λόγ.) ακραδάντως [< μτγν. ἀκράδαντος]
1762ακραίος, α, ο [ἀκραῖος] α-κραί-ος επίθ. 1. που φτάνει στα άκρα, στην υπερβολή: ~ος: ανταγωνισμός/εθνικισμός/κίνδυνος/κυνισμός/λαϊκισμός/μηδενισμός/οπαδός (κόμματος, ομάδας, ΣΥΝ. φανατικός)/ρεαλισμός/συντηρητισμός/τρόπος σκέψης/χαρακτήρας (ΑΝΤ. μετριοπαθής). ~α: δίαιτα/λύση/μορφή (βίας, διαμαρτυρίας)/οργάνωση/πράξη/συμπεριφορά. ~ο: μίσος/παράδειγμα. ~ες: αντιλήψεις/αξιώσεις (= υπερβολικές)/θερμοκρασίες (: πολύ χαμηλές ή πολύ υψηλές)/θέσεις/καταστάσεις (= οριακές)/τάσεις. ~α: καιρικά φαινόμενα/μέτρα/όρια/συναισθήματα. Σε ~ο βαθμό/~ες περιπτώσεις. Είναι πάντα ~ στις αντιδράσεις του. Φαινόμενο κοινωνικού ρατσισμού στην πιο ~α εκδοχή του. Ζουν σε συνθήκες ~ας (= άκρας) φτώχειας. 2. (λόγ.) ακριανός: ~ο: σημείο.|| (ΑΘΛ., κυρ. στο ποδόσφαιρο) ~ος: αμυντικός/επιθετικός/μέσος. Πβ. εξτρέμ.|| (ΒΟΤ.) ~ος: οφθαλμός. ~ο: μερίστωμα/τμήμα βλαστού. ● ΣΥΜΠΛ.: ακραία αθλήματα βλ. άθλημα, ακραίες χρονολογίες βλ. χρονολογία [< αρχ. ἀκραῖος ‘που κατοικεί στα ύψη’, μτγν. ~ ‘που βρίσκεται στην κορυφή ή στο τέλος’, γαλλ. extrême]
1763ακραιφνής, ής, ές [ἀκραιφνής] α-κραιφ-νής επίθ. {ακραιφν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): γνήσιος, καθαρός: (για πρόσ.) ~ής: αριστερός/δεξιός/δημοκράτης (= αγνός)/καλλιτέχνης (= πραγματικός)/οπαδός/φυσιολάτρης. ~είς: θιασώτες/υποστηρικτές.|| ~ής: καπιταλισμός. ~ής: δασική έκταση (= αμιγής)/τουριστική περιοχή. Διατηρεί ~ές το κυπριακό του ιδίωμα. ● επίρρ.: ακραιφνώς [-ῶς] [< αρχ. ἀκραιφνής]
1764ακραξόνιο[ἀκραξόνιο] α-κρα-ξό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ακραξονίου}: ΤΕΧΝΟΛ. μικρός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ο τροχός του οχήματος: αρθρωτό ~. Διπλά/ενισχυμένα/σπαστά ~α. Βλ. ημιαξόνιο, πλήμνη. [< αγγλ. axle-neck]
1765ακράτεια[ἀκράτεια] α-κρά-τει-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. εγκράτεια 1. ΙΑΤΡ. αδυναμία ελέγχου των απεκκριτικών λειτουργιών: ανδρική/γυναικεία/κυστική/ουρική/πρωκτική ~. ~ κοπράνων και αερίων. ~ ενηλίκων. Πάνες ~ας. 2. (σπάν.-λόγ.) η αδυναμία να ελέγχει κάποιος τις επιθυμίες και τα πάθη του. ● ΣΥΜΠΛ.: ακράτεια λόγου (σπάν.): πολυλογία., ακράτεια ούρων: ακούσια απώλεια ούρων: ~ ~ από έπειξη (= επιτακτική, ξαφνικός σπασμός της ουροδόχου κύστης)/από προσπάθεια (: εμφανίζεται συνήθ. σε γυναίκες μέσης ή μεγάλης ηλικίας με το βήχα, το φτάρνισμα, το γέλιο ή το σκύψιμο). [< 1: γαλλ. incontinence 2: αρχ. ἀκράτεια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.