Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27180-27200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26461ΚΠΓ(το): Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας.
26462ΚΠΕ(το): Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης.
26463ΚΠΣ1. (το) Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. 2. (ο) Κρατικός Παιδικός Σταθμός.
26464κραεπιφών. {άκλ.}: κράξιμο των κορακοειδών. Βλ. γαβ, κούκου, νιάου. ● ΦΡ.: κάνει κρα (αργκό) 1. επιθυμεί διακαώς κάτι: ~ ~ (για) να βγει στην τηλεόραση. ~ ~ για εκδρομές. Πβ. κάνω αμάν (και πώς) για κάτι/κάποιον, πεθαίνω. 2. είναι πολύ εμφανές, ολοφάνερο: ~ ~ ότι κάτι δεν πάει καλά! [< μεσν. κρα, λ. ηχομιμητ.]
26465Κράβαραβλ. Γκράβαρα
26466κραγιόνκρα-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. καλλυντικό, κυρ. σε μορφή στικ ή υγρή σε σωληνάριο με πινέλο, για το βάψιμο των χειλιών· συνεκδ. σημάδι, λεκές από το προϊόν αυτό: έντονο/ενυδατικό/κόκκινο/λαμπερό/ματ/ροζ ~. Μολύβι-~. Βάζω/φοράω ~. Βγάζω/διορθώνω το ~. Περίγραμμα που σταθεροποιεί το ~. Πβ. κοκκινάδι, λιπ γκλος. Βλ. ρουζ, σκιά.|| Ίχνη από ~ στο ποτήρι. 2. κραγιόνι: ~ για ζωγραφική σε ύφασμα. ● Υποκ.: κραγιονάκι (το) [< γαλλ. crayon]
26467κραγιόνικρα-γιό-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): κηρομπογιά: χρωματιστά ~ια. Πβ. παστέλ. ΣΥΝ. κραγιόν (2)
26468κραγμένος, η, ο κραγ-μέ-νος επίθ. {συνηθέστ. στο θηλ.} (αργκό-μειωτ.): άνδρας που επιδεικνύει την ομοφυλοφιλία του. ΣΥΝ. ξεφωνημένος ● βλ. κράζω
26469κραδαίνωκρα-δαί-νω ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): κρατώ αντικείμενο και το κουνώ με απειλητικό ή επιδεικτικό τρόπο: ~ουν καδρόνια/ρόπαλα (στα χέρια τους). Ο ληστής εισέβαλε ~οντας όπλο. Οι οπαδοί κράδαιναν (= κυμάτιζαν) σημαίες της ομάδας.|| (μτφ.) ~ουν (= επισείουν) την απειλή πραξικοπήματος. [< αρχ. κραδαίνω]
26470κραδασμικός, ή, ό κρα-δα-σμι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που παράγει κραδασμούς, λειτουργεί ή σχετίζεται με αυτούς: ~ός: αισθητήρας (δόνησης)/ανιχνευτής. ~ό: σύστημα (προστασίας). Πβ. δονητικός. Βλ. αντι~. [< γαλλ. vibratoire]
26471κραδασμόςκρα-δα-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. παλμική κίνηση που μεταφέρεται μέσω στερεών σωμάτων, συνήθ. μηχανημάτων ή οχημάτων: μηχανικός ~. Έλλειψη ~ών. Αποσβεστήρες ~ών (πβ. αμορτισέρ). Εξάρτημα που απορροφά τους ~ούς. Πβ. δόνηση. 2. (μτφ.) αναστάτωση, κλονισμός: ισχυροί ~οί στην κυβέρνηση/στο χρηματιστήριο λόγω ... ~οί: της ψυχής (= ψυχικοί ~οί). Πβ. ταρακούνημα, τράνταγμα, τριγμός. [< μτγν. κραδασμός]
26472κράζωκρά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έκρα-ξα, κράζ-οντας} 1. (μτφ.-προφ.) επιπλήττω ή αποδοκιμάζω έντονα, γιουχάρω: Ο διευθυντής τον ~ξε χοντρά για την αργοπορία του.|| Οι οπαδοί ~ξαν άσχημα παίκτες και προπονητή. 2. (μτφ.) φωνάζω δυνατά, κραυγάζω: Σε ακούμε, δεν χρειάζεται να ~εις! Έκραζε από τον πόνο (πβ. σκούζω). Πβ. ανα~.κράζει: (για κορακοειδή) βγάζει φωνή. ΣΥΝ. κρώζει ● βλ. κραγμένος [< 2: αρχ. κράζω]
26473κραιπάληκραι-πά-λη ουσ. (θηλ.): έκλυτη ζωή· ειδικότ. υπερβολική κατανάλωση φαγητού ή/και ποτού: Ζουν μέσα στην ~. Το 'χει ρίξει στα ξενύχτια και τις ~ες. Πβ. ακολασία, ασυδοσία, ασωτία, καταχρήσεις.|| Διατροφικές ~ες.|| (κατ' επέκτ.) Καταναλωτική ~. Βλ. όργιο. [< αρχ. κραιπάλη]
26474κρακ1επιφών.: ήχος που παράγεται συνήθ. από το σπάσιμο ή το ράγισμα αντικειμένου: Τα κόκαλά μου κάνουν ~ ~.|| (ως ουσ.) Ακούστηκε ένα ~ και έσπασε το ξύλο. [< λ. ηχομιμητ., πβ. γαλλ. crac]
26475κρακ2ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό): παράγωγο της κοκαΐνης σε κρυσταλλική μορφή, το οποίο εισπνέεται ή καπνίζεται, προκαλώντας έντονο εθισμό και σοβαρές επιπλοκές στην υγεία. Βλ. ελ ες ντι, ηρωίνη, μαριχουάνα, χασίς. [< αμερικ. crack, 1985, γαλλ. ~, 1986]
26476κρακ3ουσ. (ουδ.) (αργκό της πληροφ.): σπαστήρι. ΚΡΑΚ3
26477κράκερκρά-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λεπτό, άγλυκο μπισκότο που τρώγεται ως σνακ ή ορεκτικό: αλμυρά ~. ~ ολικής αλέσεως/ρυζιού/σικάλεως. Βλ. κριτσίνι, φρυγανιά. ● Υποκ.: κρακεράκι (το) [< αγγλ. cracker, γαλλ. ~, αρχές του 19ου αι., διαδόθηκε το 1962]
26478κράκερκρά-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. σπανιότ. πληθ. -ς} (αργκό της πληροφ.): πρόσωπο με καλή γνώση της πληροφορικής, το οποίο αποκτά παράνομα πρόσβαση σε υπολογιστικό σύστημα ή σε εφαρμογές, συνήθ. με σκοπό την καταστροφή δεδομένων, την υπεξαίρεση χρημάτων ή την υποκλοπή πληροφοριών. Πβ. κυβερνοπειρατής, χάκερ. Βλ. χακτιβιστής. [< αμερικ. cracker, 1985, γαλλ. ~ 1989]
26479κράμα[κρᾶμα] κρά-μα ουσ. (ουδ.) {κράμ-ατος | -ατα} 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. προϊόν της σύντηξης μετάλλων ή μετάλλου με άλλο υλικό: ελαφρύ ~ αλουμινίου. ~ατα σιδήρου-άνθρακα (= ατσάλι)/χαλκού-κασσίτερου (= μπρούντζος)/χαλκού-ψευδάργυρου (= ορείχαλκος). Βλ. μεταλλόκραμα, σιδηροκράματα. 2. (μτφ.) μείγμα διαφορετικών, ετερόκλιτων στοιχείων: ~ φυλών και πολιτισμών (πβ. αμάλγαμα, μωσαϊκό, συνονθύλευμα). Η μουσική του είναι ένα ~ παραδοσιακών και σύγχρονων ακουσμάτων (πβ. ανακάτεμα, μίξη, πανσπερμία, πάντρεμα, συμφυρμός). [< 1: μτγν. κρᾶμα]
26480κραμβέλαιοκραμ-βέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): λάδι που παράγεται από τους σπόρους της ελαιοκράμβης και χρησιμοποιείται κυρ. ως βιοκαύσιμο: εξευγενισμένο/ραφιναρισμένο ~. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile de colza]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.