| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26481 | κράμβη | κράμ-βη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (Brassica) που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το λάχανο, το κουνουπίδι και το γουλί. Βλ. ελαιο~, κραμπολάχανο, λαχανίδα, μπρόκολο. [< αρχ. κράμβη ‘λάχανο’] | |
| 26482 | κράμπα | κρά-μπα ουσ. (θηλ.) (προφ.): επώδυνος σπασμός των μυών που εκδηλώνεται συνήθ. στα κάτω άκρα: μυϊκές ~ες. ~ στη γάμπα/στο πόδι. Έπαθα/με έπιασε ~.|| ~ στο στομάχι (από το άγχος, το γέλιο). (για γυναίκα) ~ες της περιόδου. [< γαλλ. crampe] | |
| 26483 | κραμπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό με φρούτα που καλύπτεται από τριφτή ζύμη και ψήνεται στον φούρνο· συνεκδ. η αντίστοιχη ζύμη: ~ με μήλα και αχλάδια. Βλ. τάρτα.|| Μηλόπιτα με ~. [< αγγλ. crumble, 1947, γαλλ. ~, 1987] | |
| 26484 | κραμπολάχανο | κρα-μπο-λά-χα-νο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κραμβολάχανο: ΒΟΤ. είδος λάχανου (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea) με πράσινο, πολύ κατσαρό φύλλωμα. Πβ. μάπα. | |
| 26485 | κράνα | κρά-να ουσ. (θηλ.) (αργκό): κρανίο. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα/χοντρά) βλ. παίρνω [< πβ. μτγν. κράνα 'κεφαλή'] | |
| 26486 | κρανιά | κρα-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλος σφαιρικός θάμνος (γένος Cornus) με κίτρινα άνθη και κόκκινους καρπούς, γνωστός για το σκληρό ξύλο του. Βλ. κράνο. [< μεσν. κρανέα] | |
| 26487 | κρανιακός | , ή, ό κρα-νι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το κρανίο: ~ός: δείκτης (: ο λόγος του μέγιστου πλάτους προς το μέγιστο μήκος του κρανίου επί 100). ~ή: κάψα/κοιλότητα. ~ά: νεύρα/οστά.|| ~ό: κάταγμα/τραύμα. ~ές: κακώσεις. Βλ. ενδο~, εξω~, (κρανιο)εγκεφαλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκεφαλικά/κρανιακά νεύρα βλ. νεύρο [< μεσν. κρανιακός] | |
| 26488 | κρανίο | κρα-νί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. ο σκελετός του κεφαλιού των σπονδυλωτών που περικλείει και προστατεύει τον εγκέφαλο μαζί με τα οστά του προσώπου και των σιαγόνων· συνεκδ. το κεφάλι: ανθρώπινο/εγκεφαλικό/προσωπικό ή σπλαγχνικό ~. Προϊστορικό ~ (= νεκροκεφαλή). Ακτινογραφία/βάση/εκμαγείο/θόλος/οστά ~ου. Κάκωση/κάταγμα/τραύμα στο ~.|| Φαλακρό ~. ΣΥΝ. καύκαλο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κρανίου τόπος (ΚΔ) 1. (μτφ.) έρημος ή κατεστραμμένος τόπος: Το δάσος μετά την πυρκαγιά μοιάζει με ~ ~ο. Πβ. σεληνιακό τοπίο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. ο Γολγοθάς. ● ΦΡ.: τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα/χοντρά) βλ. παίρνω, τρικυμία εν κρανίω βλ. τρικυμία [< αρχ. κρανίον] | |
| 26489 | κρανιο- & κρανιό- | & κρανι-: α' συνθετικό επιστημονικών όρων με αναφορά στο κρανίο: κρανιο-εγκεφαλικός/~λογία/~προσωπικός/~συνόστωση/~φαρυγγίωμα.|| Κρανι-ακός. | |
| 26490 | κρανιοεγκεφαλικός | , ή, ό κρα-νι-ο-ε-γκε-φα-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το τμήμα του κρανίου το οποίο προστατεύει τον εγκέφαλο: ~ό: κάταγμα. ~ές: κακώσεις. Βλ. κρανιακός. [< γαλλ. craniocérébral, αγγλ. craniocerebral] | |
| 26491 | κρανιοϊερός | , ή, ό κρα-νι-ο-ϊ-ε-ρός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κρανιοϊερή θεραπεία: εναλλακτική θεραπευτική μέθοδος που εφαρμόζεται με ήπια αγγίγματα κυρ. στα οστά του κρανίου, με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας του νευρικού συστήματος. Βλ. ρεφλεξολογία, σιάτσου. [< αγγλ. craniosacral therapy, 1986, γαλλ. thérapie craniosacrale] | |
| 26492 | κρανιολογία | κρα-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη του ανθρώπινου κυρ. κρανίου (σχήμα, μέγεθος, ανάπτυξη) από ανθρωπολογική, αρχαιολογική ή εθνολογική άποψη. Βλ. -λογία. [< γαλλ. craniologie, αγγλ. craniology] | |
| 26493 | κρανιοπροσωπικός | , ή, ό κρα-νι-ο-προ-σω-πι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το κρανίο και το πρόσωπο: ~ός: διπλασιασμός. ~ή: χειρουργική. ~ό: σύμπλεγμα. ~ές: ανωμαλίες/δυσπλασίες. [< γαλλ.-αγγλ. craniofacial] | |
| 26494 | κρανιοσυνόστωση | κρα-νι-ο-συ-νό-στω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κρανιοσυνοστέωση: ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία των οστών του κρανίου, η οποία χαρακτηρίζεται από πρώιμη ένωση των ραφών του, με αποτέλεσμα την παραμορφωμένη κεφαλή και τη συμπίεση του εγκεφάλου. [< αγγλ. craniosynostosis, γαλλ. craniosynostose] | |
| 26495 | κρανιοφαρυγγίωμα | κρα-νι-ο-φα-ρυγ-γί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλοήθης επιθηλιακός όγκος στην περιοχής της υπόφυσης που μπορεί να προκαλεί οξείες κεφαλαλγίες, εμετό, διαταραχή της όρασης και αναπτυξιακά προβλήματα. Βλ. μηνιγγίωμα. [< αγγλ. craniopharyngioma, γαλλ. craniopharyngiome] | |
| 26496 | κράνμπερι | κράν-μπε-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. μικροί φυλλοβόλοι θάμνοι (επιστ. ονομασ. Vaccinium macrocarpon, V. oxycoccos) και ιδ. οι μικροσκοπικοί κόκκινοι όξινοι καρποί του οι οποίοι θεωρούνται υπερτροφή: ~ αποξηραμένα ή σε μορφή χυμού. [< αγγλ. cranberry, γαλλ. ~, 2003] | |
| 26497 | κράνο | κρά-νο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ο μικρός, στρογγυλός, βαθυκόκκινος καρπός της κρανιάς που έχει γλυκόξινη γεύση: λικέρ από ~α. Βλ. βατόμουρο, βύσσινο, κούμαρο. [< μτγν. κράνον] | |
| 26498 | κράνος | κρά-νος ουσ. (ουδ.): προστατευτικό, σχεδόν σφαιρικό, κάλυμμα της κεφαλής και συνήθ. του προσώπου από ανθεκτικό υλικό: ποδηλατικό/πυροσβεστικό/στρατιωτικό ~. ~ μοτοσικλετιστή. ~ ασφαλείας (: που φορούν συνήθ. εργάτες). Η χρήση ~ους σώζει ζωές. Πβ. κάσκα. Βλ. κουκούλα, μπαλακλάβα. [< αρχ. κράνος] | |
| 26499 | κρανοφόρος | , ος, ο κρα-νο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φορά κράνος: ~οι: αστυνομικοί.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: κεφαλή Αθηνάς/πολεμιστή.|| (ως ουσ.) Επίθεση από ~ους. Βλ. κουκουλοφόρος, -φόρος. [< γαλλ. casqué] | |
| 26501 | κρας | επίθ. {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: κρας τεστ: δοκιμασία ασφάλειας οχήματος σε σύγκρουση με ελεγχόμενη πρόσκρουσή του σε ειδικό τοίχο· κυρ. κατ' επέκτ. οριακός δοκιμαστικός έλεγχος: Έγινε ~ ~ στο νέο μοντέλο.|| Εκλογικό ~ ~. Το αυριανό παιχνίδι θα είναι ένα κρίσιμο ~ ~ για την ομάδα. Πβ. πρόκριμα. [< αγγλ. crash-test] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ