Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27220-27240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26502κρασάδικοκρα-σά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ταβέρνα στην οποία σερβίρονται μεζέδες ως συνοδευτικά κυρ. του κρασιού. Βλ. -άδικο, μεζεδοπωλείο, ουζερί.
26503κρασάρισμακρα-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): ΠΛΗΡΟΦ. σημαντική βλάβη, ακόμα και καταστροφή τμήματος ή του συνόλου ενός ηλεκτρονικού συστήματος: ~ του προγράμματος/του σέρβερ/του σκληρού (δίσκου)/του υπολογιστή. Βλ. -ισμα. [< αγγλ. crash, 1972]
26504κρασάρωκρα-σά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κράσαρ-ε} (αργκό) 1. ΠΛΗΡΟΦ. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (κυρ. για Η/Υ) υφίσταται ξαφνική και σημαντική βλάβη, συνήθ. με αποτέλεσμα την απώλεια δεδομένων: ~ει το πρόγραμμα/ο σέρβερ/το σύστημα/ο υπολογιστής. Το ίντερνετ ~ε. 2. (μτφ.) τα χάνω, μπλοκάρω, συνήθ. από υπερβολική κούραση: Έχει ~ει το μυαλό μου. Πβ. τα παίζω. [< 1: αγγλ. crash, 1973]
26505κρασάτος, η, ο [κρασᾶτος] κρα-σά-τος επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. μαγειρεμένος με λευκό ή κόκκινο κρασί: κόκορας ~. Χταπόδι ~ο. Σουπιές ~ες. Βλ. -άτος, κοκκινιστός, λεμονάτος. ΣΥΝ. μεθυσμένος (3) ● Ουσ.: κρασάτο (το): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού και συνεκδ. κόκκινου κρασιού. Βλ. -άτο, ξινόμαυρο. [< μεσν. κρασάτος]
26506κράσηκρά-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιαίτερη φυσική κατάσταση ενός οργανισμού ή/και τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας του: αδύναμη/ασθενική/γερή/δυνατή ~. Πβ. ιδιοσυστασία, σκαρί. 2. ανάμειξη ιδ. υγρών ή ρευστών μετάλλων για την παραγωγή κράματος. 3. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. Ελλην.) η συγχώνευση του ληκτικού φωνήεντος ή της διφθόγγου μιας λέξης με το αρκτικό φωνήεν ή τη δίφθογγο της επόμενης, η οποία σημειώνεται με την κορωνίδα (’): π.χ. τὰ ἄλλα > τἄλλα. Βλ. συναίρεση. [< 1,2: αρχ. κρᾶσις 3: μτγν. ~]
26507κρασίκρα-σί ουσ. (ουδ.) {κρασ-ιού | -ιών}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση του μούστου των σταφυλιών: κόκκινο/λευκό/ροζέ ~. Δυνατό/ελαφρύ ~. Επιτραπέζιο ~. Βαρελίσιο (βλ. γιοματάρι, σώσμα)/σφραγισμένο/χύμα ~. Αρωματικό/γλυκό/ζεστό (: με μπαχαρικά, μυρωδικά)/μεστό/στυφό (βλ. μπρούσκο)/φρουτώδες (βλ. σαγκρία) ~. Ακριβό/εκλεκτό/νερωμένο ~. Βιολογικό/σπιτικό ~. Φετινό ~/~ νέας εσοδείας. ~ ονομασίας προέλευσης. Εγχώρια/εισαγόμενα ~ιά. Απόσταγμα (βλ. κονιάκ)/γεύση/γευσιγνωσία/γιορτή/διαύγεια/δοκιμή/κατακάθι/παραγωγή/ποικιλία (βλ. μοσχάτο, ρετσίνα)/ποιότητα (του) ~ιού. Περιεκτικότητα του ~ιού σε αλκοόλ. Κάβα/κατάλογος ~ιών. Κουλουράκια ~ιού (: ως συστατικό). Ξίδι από ~. Το ρίχνω στο ~. Κόβω το ~ (: δεν το πίνω πια). Το ~ ξινίζει/παλιώνει/ωριμάζει. Με χτύπησε το ~ στο κεφάλι (: ζαλίστηκα ή μέθυσα).|| (συνεκδ.) Να πιούμε ένα ~ (: ποτήρι ή μπουκάλι).|| (κατ' επέκτ.) ~ από φρούτα. ΣΥΝ. οίνος (1) ● Υποκ.: κρασάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αφρώδης οίνος/αφρώδες κρασί βλ. αφρώδης, ημίγλυκο κρασί/ημίγλυκος οίνος βλ. ημίγλυκος, νέο κρασί βλ. νέος, ξηρός οίνος/ξηρό κρασί βλ. ξηρός ● ΦΡ.: βάζω νερό στο κρασί μου & νερώνω το κρασί μου (μτφ.): τηρώ διαλλακτική στάση, υποχωρώ: Βάλε λίγο ~ ~ σου και συμβιβάσου!, καλά κρασιά! (ειρων.): για κάποιον που λέει πράγματα ασυνάρτητα ή άσχετα με το θέμα συζήτησης ή κυρ. ως έκφραση απογοήτευσης. Πβ. χαιρέτα μου/μας τον πλάτανο., μιλάει το κρασί (μτφ.-προφ.): για μεθυσμένο που φλυαρεί ή δεν ελέγχει τι λέει., σαν το παλιό καλό κρασί: για κάποιον ή κάτι που αποκτά ιδιαίτερη αξία όσο περνάει ο χρόνος., οίνοι/κρασιά με ονομασία κατά παράδοση βλ. παράδοση [< μεσν. κρασί(ν)]
26508κρασο-& κρασ-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στο κρασί: κρασο-βάρελο/~πότηρο. ~στάφυλο. ~κούλουρα. Κρασο-κατάνυξη.|| (ως χαρακτηρισμός, χιουμορ.) Κρασο-κανάτα/~πατέρας.|| Κρασ-άδικο.
26509κρασοβάρελοκρα-σο-βά-ρε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): βαρέλι για κρασί.
26510κρασοκανάτακρα-σο-κα-νά-τα ουσ. (θηλ.) 1. (χιουμορ.) για κάποιον που πίνει πολύ κρασί: Είναι γερή/μεγάλη ~ (= γερό ποτήρι). Πβ. μεθύστακας, μπεκρής, μπεκρούλιακας, οινοπότης. ΣΥΝ. κρασοπατέρας, μπεκροκανάτας, μπεκροκανάτα 2. (λαϊκό-παρωχ.) κανάτα για κρασί. Βλ. οινοχόη.
26511κρασοκατάνυξηκρα-σο-κα-τά-νυ-ξη ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατανάλωση μεγάλης ποσότητας κρασιού με παρέα: βραδιά ~ης. Τσιμπούσια και ολονύκτιες ~ύξεις. Πβ. οινοποσία. Βλ. ουζο-, τσιπουρο-κατάνυξη.
26512κρασομεζέςκρα-σο-με-ζές ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): μεζές που συνοδεύει το κρασί: χοιρινός ~. Βλ. ουζο-, τσιπουρο-μεζές.
26513κρασοπατέραςκρα-σο-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) (χιουμορ.): άνδρας που πίνει πολύ κρασί. Πβ. γερό ποτήρι, μεθύστακας, μπεκρής, μπεκρούλιακας, πότης. ΣΥΝ. κρασοκανάτα (1), μπεκροκανάτας, μπεκροκανάτα [< μεσν. κρασοπατέρας]
26514κρασοπότηροκρα-σο-πό-τη-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ποτήρι του κρασιού, μικρό, γυάλινο και χωρίς χερούλι· συνεκδ. το περιεχόμενό του ή/και η αντίστοιχη ποσότητα: Προσθέτουμε ένα ~ κονιάκ/λάδι (: στη ζαχαροπλαστική-μαγειρική ως δοσομετρητής). Βλ. φλιτζάνι.
26515κράσοςκρά-σος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-χιουμορ.): ποτήρι κρασί: Ήπιαμε τους ~ους μας (= πολύ κρασί). [< μεσν. κράσος]
26516κρασοστάφυλακρα-σο-στά-φυ-λα ουσ. (ουδ.): σταφύλια από τα οποία παράγεται κρασί. Βλ. μοσχοστάφυλο. ΣΥΝ. οινοστάφυλα
26517κρασοτύρικρα-σο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): λευκό τυρί από πρόβειο ή κατσικίσιο γάλα που ωριμάζει σε οινολάσπη. Βλ. μανούρα1.
26518κράσπεδοκρά-σπε-δο ουσ. (ουδ.) {κρασπέδ-ου} (επίσ.): άκρη πεζοδρομίου προς τον δρόμο: προστατευτικό/τσιμεντένιο ~. Βλ. ρείθρο. [< αρχ. κράσπεδον ‘παρυφή, άκρη’]
26519κρασπεδόρειθροκρα-σπε-δό-ρει-θρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΗΧΑΝ. (στην οδοποιία) τριγωνικό ρείθρο που διαμορφώνεται ανάμεσα στο κράσπεδο και την τελευταία λωρίδα του οδοστρώματος.
26520κρασπέδωσηκρα-σπέ-δω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατασκευή κρασπέδων: διάνοιξη, ~ και ασφαλτόστρωση οδών.
26521κραταιός, ή/(λόγ.) ά, ό κρα-ται-ός επίθ. (λόγ.): πολύ δυνατός, πανίσχυρος: ~ός: ηγέτης. ~ή/ά: οικονομία/χώρα. Η άλλοτε/πάλαι ποτέ ~ά εταιρεία. ΑΝΤ. ανίσχυρος, ασθενής [< αρχ. κραταιός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.