Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27240-27260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26522κραταιώνωκρα-ται-ώ-νω ρ. (μτβ.) {κραταίω-σε, κραταιώ-θηκε} (λόγ.): ισχυροποιώ, ενδυναμώνω: ~εται η πίστη τους. Ιδεολογία που ~θηκε και κυριάρχησε. Πβ. ενισχύω. ΑΝΤ. αποδυναμώνω [< μτγν. κραταιῶ]
26523κραταίωσηκρα-ταί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ισχυροποίηση, ενδυνάμωση: ~ του έθνους. Πβ. ενίσχυση. ΑΝΤ. αποδυνάμωση [< μτγν. κραταίωσις]
26524κρατάωβλ. κρατώ
26525κράτεικρά-τει {άκλ.}: κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω κράτει (προφ.): δείχνω αυτοσυγκράτηση, περιορίζω κάτι: Κάνε λίγο ~ στα έξοδα/στο φαγητό. ● βλ. κρατώ [< προστ. του αρχ. ρ. κρατῶ]
26527κράτημακρά-τη-μα ουσ. (ουδ.) {κρατήμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. πιάσιμο, άρπαγμα: ~ της μπάλας/του τιμονιού/των χεριών. Σωστό ~ μολυβιού. Ειδική λαβή για ασφαλές ~. Σχοινιά ~ατος. ~ του αντιπάλου (βλ. μαρκάρισμα). 2. διατήρηση, συγκράτηση: ~ της αναπνοής/της ισορροπίας (ΑΝΤ. απώλεια)/του ρυθμού. ~ των τιμών σε σταθερά επίπεδα. Ζελέ/λακ για δυνατό και ελαστικό ~ μαλλιών. Βλ. παρα~. 3. η ιδιότητα ενός οχήματος να διατηρεί σταθερή επαφή με το έδαφος, κυρ. καθώς αναπτύσσει ταχύτητα: μηχανικό ~. Λάστιχα για γερό ~. Άριστο/ιδανικό ~ στην άσφαλτο/στις στροφές/στο χιόνι. Πβ. πρόσφυση. ΑΝΤ. ολίσθηση 4. φύλαξη, τήρηση: ~ λογιστικών βιβλίων. 5. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) μελωδική παράταση της σύνθεσης με επανάληψη συλλαβών χωρίς νόημα (π.χ. τεριρέμ). Πβ. ισο~. Βλ. ίσο. 6. (σπάν.) χερούλι, λαβή. [< μτγν. κράτημα 2: γαλλ. maintien 3: αγγλ. grip 5: μεσν. ~]
26528κρατημένος, η, ο κρα-τη-μέ-νος επίθ.: που κρατιέται ή έχει κρατηθεί: Περπατούσαν ~οι (: πιασμένοι) χέρι χέρι. Πάλευε με τα κύματα ~ από μια σανίδα.|| ~η: θέση. ~ο: τραπέζι (πβ. ρεζερβέ). Σου το 'χω ~ο (: το φυλάω για σένα).|| Με ~η (την) ανάσα. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατημένη νότα βλ. νότα1 ● βλ. κρατώ
26529κρατήραςκρα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. κοίλο στόμιο ηφαιστειακού σχηματισμού από το οποίο εξέρχονται με εκρήξεις υλικά σε αέρια, στερεή ή υγρή μορφή: ενεργός ~. Ο πυθμένας/το χείλος του ~α. Λίμνη-~. Βλ. καλντέρα, κώνος, λάβα, μάγμα. 2. (κατ' επέκτ.) κοίλωμα του εδάφους με κυκλικό σχήμα και υπερυψωμένο χείλος: Η βόμβα άνοιξε ~α βάθους/διαμέτρου ... μέτρων. Πβ. άνοιγμα, βαθούλωμα.|| ~ μετεωρίτη. Οι ~ες της Σελήνης. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλο συνήθ. αγγείο για την ανάμειξη κρασιού με νερό, με στενή βάση, φαρδύ σώμα και δύο λαβές. Βλ. αμφορέας, κάνθαρος, κύλικα, οινοχόη, σκύφος, υδρία, -τήρας. ΣΥΝ. κροντήρι [< αρχ. κρατήρ, γαλλ. cratère, αγγλ. crater]
26530κρατηρίσκοςκρα-τη-ρί-σκος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρός κρατήρας ή μεγάλος σκύφος: μελανόμορφοι ~οι. Πήλινος γεωμετρικός ~. ~ με κωνικό πόδι/προχοή. Βλ. αμφορίσκος.|| (είδος κυκλαδικού αγγείου:) Mαρμάρινος ~ (= καντήλα). [< μτγν. κρατηρίσκος]
26532κράτησηκρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συμφωνία για την εκ των προτέρων εξασφάλιση εισιτηρίου, θέσης και γενικότ. παροχής υπηρεσιών: αεροπορική/έγκαιρη/ηλεκτρονική/ομαδική/τηλεφωνική ~. ~ αυτοκινήτου/δωματίου/τραπεζιού (πβ. αγκαζάρισμα, κλείσιμο). ~ σε εστιατόριο. Aίτηση/ακύρωση/επιβεβαίωση/ημερομηνία/κωδικός/φόρμα ~ης. ~ δύο ατόμων. Κάνω ~ στο όνομά μου. Βλ. διπλο~, προ~, ρεζερβέ. 2. ΝΟΜ. ποινή που συνίσταται σε προσωρινό περιορισμό της ελευθερίας προσώπου λόγω πταίσματος ή σοβαρών ενδείξεων εμπλοκής του σε παράνομη πράξη: αστυνομική/διοικητική/νόμιμη/παράνομη ~. ~ οφειλέτη/υπόπτου. ~ τριάντα ημερών. Ένταλμα/εντολή/καθεστώς/κατάστημα/παράταση ~ης. Τελώ/τίθεμαι υπό ~. Προσωρινή ~ (πβ. προσωπο~, προφυλάκιση) πριν την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης. Βλ. σύλληψη.|| Κέντρο ~ης μεταναστών. 3. συγκράτηση, παρεμπόδιση: ~ ούρων/υγρών. Πβ. κατα~. 4. ΣΤΡΑΤ. στέρηση εξόδου σε στρατιώτη για παράβαση του στρατιωτικού κανονισμού. ● κρατήσεις (οι): ποσό που παρακρατείται από μισθό ή αμοιβή κυρ. για ασφάλιση, σύνταξη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, φορολογία: μηνιαίες/νόμιμες ~. ~ υπέρ τρίτων/φόρου. Πβ. παρα~. Βλ. περικοπή. [< γαλλ. retenues] ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων βλ. κατάστημα, κράτηση κλήσης βλ. κλήση, προσωπική κράτηση βλ. προσωπικός [< 1,3: μτγν. κράτησις 2,4: μεσν. ~]
26533κρατητήριοκρα-τη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κελί σε αστυνομικό τμήμα για την προσωρινή κράτηση συλληφθέντων: αστυνομικά ~α. Οδηγήθηκε/πέρασε τη νύχτα στο ~. Πβ. μπουντρούμι, φυλακή. Βλ. -τήριο.
26535κρατίδιοκρα-τί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {κρατιδί-ου} (υποκ.) 1. μικρό κράτος, συχνά εντός των εδαφών μεγαλύτερου: αυτόνομο/νεοσύστατο ~. Το (ανεξάρτητο) ~ του Βατικανού. Εθνικά ~α. 2. ΠΟΛΙΤ. καθεμία από τις πολιτειακές οντότητες-μέλη ομοσπονδιακού κράτους: τα ομόσπονδα γερμανικά ~α. Τα ~α της Ινδίας.
26536κρατικισμόςβλ. κρατισμός
26537κρατικιστήςβλ. κρατιστής
26538κρατικιστικός, ή, ό κρα-τι-κι-στι-κός επίθ. & κρατιστικός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον κρατισμό: ~ή: αντίληψη/λογική/νοοτροπία/πολιτική. ~ό: μοντέλο. Βλ. παρεμβατ-, συγκεντρωτ-ικός, -ιστικός1. [< γαλλ. étatiste, 1902]
26539κρατικοδίαιτος, η, ο κρα-τι-κο-δί-αι-τος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που συντηρείται ή χρηματοδοτείται από το κράτος, χωρίς να αποφέρει ουσιαστικό κέρδος: ~ος: συνδικαλισμός. ~η: ανάπτυξη/οικονομία. ~ο: κόμμα. ~ες: εταιρείες. ~α: (επιχειρηματικά) συμφέροντα.|| ~οι: υπάλληλοι. Πβ. αργόμισθος.
26540κρατικομονοπωλιακός, ή, ό κρα-τι-κο-μο-νο-πω-λι-α-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στο κρατικό μονοπώλιο: ~ός: καπιταλισμός. ~ές: ρυθμίσεις.
26541κρατικοποίησηκρα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κρατικοποιώ: ~ των μέσων παραγωγής/των τραπεζών. Πβ. εθνικο-, κολεκτιβο-ποίηση. Βλ. απαλλοτρίωση, δήμευση, κατάσχεση, κοινωνικοποίηση, κρατισμός, -ποίηση. ΑΝΤ. αποκρατικοποίηση, ιδιωτικοποίηση [< γαλλ. étatisation, 1926]
26542κρατικοποιώ[κρατικοποιῶ] κρα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κρατικοποι-εί, -ώντας | κρατικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: (για κυβέρνηση) θέτω υπό τον έλεγχο του κράτους με εξαγορά ή (συνήθ. παλαιότ.) κατόπιν κυβερνητικής απόφασης (κυρ. από σοσιαλιστικές κυβερνήσεις ή σε κομμουνιστικά κράτη) ιδιωτική επιχείρηση ή περιουσία: ~ τράπεζες. ~ημένη: οικονομία. Πβ. εθνικοποιώ. Βλ. απαλλοτριώνω, δημεύω, κατάσχω, κοινωνικοποιώ, -ποιώ. ΑΝΤ. αποκρατικοποιώ, ιδιωτικοποιώ [< γαλλ. étatiser, 1905]
26543κρατικός, ή, ό κρα-τι-κός επίθ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Κ): που σχετίζεται με το κράτος: ~ός: αερολιμένας/εκπρόσωπος/έλεγχος/λειτουργός/οργανισμός/παιδικός σταθμός/παρεμβατισμός/συγκεντρωτισμός/τίτλος (σπουδών)/υπάλληλος/φορέας. ~ή: ανεξαρτησία/Αρχή/ασφάλεια/βοήθεια/γλώσσα/διοίκηση/εκπαίδευση/ενίσχυση/εξουσία/επιχείρηση/επιχορήγηση/μέριμνα/νομοθεσία/οικονομία/περιουσία/πολιτική/προστασία/τηλεόραση/τράπεζα/υπηρεσία/χρηματοδότηση. ~ό: δάνειο/έγγραφο/ίδρυμα/κεφάλαιο/πιστοποιητικό/συμβούλιο. ~ές: δαπάνες. ~ά: αρχεία/έργα/ομόλογα. ~ή Ορχήστρα Αθηνών (ακρ. ΚΟΑ). ~ό Θέατρο. ~ό Λαχείο. ~ό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Γενικό ~ό Νοσοκομείο. ~ή: αναγνώριση πτυχίου.|| ~ά και μη ~ά πανεπιστήμια. Πβ. δημόσιος, κυβερνητικός. Βλ. αντι~, δια~, ημι~, παρα~, υπερ~. ΑΝΤ. ιδιωτικός (1) ● επίρρ.: κρατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ ελεγχόμενος οργανισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κρατικός μηχανισμός/κρατική μηχανή: το σύστημα των κρατικών υπαλλήλων και υπηρεσιών: Σε εγρήγορση/επιφυλακή/ετοιμότητα (βρίσκεται/έχει τεθεί) ο ~ ~ για την κακοκαιρία., δημόσιο/κρατικό χρήμα βλ. χρήμα, κρατικό μυστικό βλ. μυστικό, κρατικός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός, κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός βλ. προϋπολογισμός [< γαλλ. étatique, de l΄état, 1918, γερμ. staatlich]
26544κρατισμόςκρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & κρατικισμός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που πρεσβεύει τον έλεγχο όλων των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων από το κράτος· το αντίστοιχο καθεστώς: σοσιαλιστικός ~. Βλ. κρατικοποίηση, καθεστωτ-, κυβερνητ-, παρεμβατ-, συγκεντρωτ-, φιλευθερ-ισμός. ΑΝΤ. αντικρατισμός [< γαλλ. étatisme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.