Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27260-27280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26545κρατιστήςκρα-τι-στής ουσ. (αρσ.) & κρατικιστής: οπαδός του κρατισμού. ΑΝΤ. αντικρατιστής [< μτγν. κρατιστής 'κάτοχος', γαλλ. étatiste]
26546κρατιστικός, ή, ό βλ. κρατικιστικός
26547κράτιστοςκρά-τι-στος επίθ. , -ίστη, -ιστον (αρχαιοπρ.) : άριστος, ισχυρότατος: ο ~ των Ελλήνων στοχαστών. Πβ. βέλτιστος, δεινός. [< αρχ. κράτιστος]
26549κράτοςκρά-τος ουσ. (ουδ.) {κράτ-ους | -η, -ών} 1. (κ. με κεφαλ. Κ) πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνήθ. καταλαμβάνουν μια οριοθετημένη εδαφική έκταση, αναγνωρισμένη από τη διεθνή κοινότητα· οι υπηρεσίες που διαθέτει και συνεκδ. η πολιτική εξουσία: ελεύθερο/ελληνικό/νεοσύστατο/ομόσπονδο/πολυεθνικό/υποτελές ~. Εθνικά ~η. Ο αρχηγός/η κυβέρνηση του ~ους. Ασφάλεια/έξοδα (πβ. δημόσιες δαπάνες)/νόμοι/οικονομικά/περιφέρειες (βλ. νομαρχία)/προϋπολογισμός/σύνταγμα του ~ους. Διοίκηση/κατάλυση/συγκρότηση/σύσταση του ~ους. Συμφωνίες μεταξύ ~ών (βλ. διπλωματία, εξωτερική πολιτική). Βλ. υπερ~, ψευδο~.|| Σχέσεις ~ους-πολίτη. Διαχωρισμός ~ους-εκκλησίας. Εκπρόσωποι του επίσημου ~ους. Επιχείρηση/έργο/μονοπώλιο/τα μυστικά (πβ. κρατικό απόρρητο)/υποθέσεις του ~ους. Σε ετοιμότητα το ~/ο μηχανισμός του ~ους. Οικονομική ενίσχυση από το ~. Η περιουσία του περιήλθε στο ~. Πβ. πολιτεία. 2. (ειδικότ.) η μορφή της διακυβέρνησης: ανθρώπινο/αποικιακό/αποκεντρωμένο/αποτελεσματικό/αστικό/αστυνομικό/αυταρχικό/γραφειοκρατικό/δημοκρατικό/δικτατορικό/ευνομούμενο/καπιταλιστικό/κομματικό/κομμουνιστικό/ολοκληρωτικό/παρεμβατικό/πελατειακό/σοσιαλιστικό/στρατιωτικό/συγκεντρωτικό/σύγχρονο/φιλελεύθερο ~. ~ βίας/ευημερίας/καταστολής/κοινωνικών παροχών. Πβ. καθεστώς. Βλ. παρα~. 3. η γεωγραφική έκταση, η επικράτεια ενός κράτους: τα όρια/σύνορα του ~ους. Πβ. χώρα. 4. (λόγ.) κυριαρχία, εξουσία, ισχύς: το ~ του θανάτου/της λογικής/του νόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ κράτος: υπόγειος μηχανισμός εξουσίας ο οποίος καθοδηγείται από παρακρατικές οργανώσεις, κέντρα και μυστικές υπηρεσίες (κυρ. από τις Ένοπλες Δυνάμεις) και αποσκοπεί στην επιβολή της πολιτικής του στα εσωτερικά και διεθνή ζητήματα., έθνος-κράτος: μορφή πολιτικής οργάνωσης κατά την οποία ένας σχετικά ομοιογενής πληθυσμός με κοινά εθνολογικά χαρακτηριστικά κατοικεί σε ανεξάρτητο κράτος. [< αγγλ. nation-state, 1918] , κοινωνικό κράτος: που λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση των όρων ζωής των πολιτών του., κράτος (-) μέλος & χώρα-μέλος: που ανήκει σε έναν υπερεθνικό πολιτικό οργανισμό με κοινές αρχές και στόχους: ιδρυτικό ~ ~. ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ΝΑΤΟ/του ΟΗΕ. Ένταξη νέου ~ους ~ους στην Ευρωζώνη. [< αγγλ. member-state, 1931] , (Γενικό) Χημείο του Κράτους βλ. χημείο, ανεξάρτητο/κυρίαρχο κράτος βλ. ανεξάρτητος, αυτόνομο κράτος βλ. αυτόνομος, Γενικά Αρχεία του Κράτους βλ. αρχείο, ένωση κρατών βλ. ένωση, επανίδρυση του κράτους βλ. επανίδρυση, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, κράτος δικαίου βλ. δίκαιο, κράτος πρόνοιας βλ. πρόνοια, κράτος/πόλη δορυφόρος βλ. δορυφόρος, κράτος-νταντά/γκουβερνάντα βλ. νταντά, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους βλ. νομικός, ομοσπονδιακό κράτος βλ. ομοσπονδιακός, πόλη-κράτος βλ. πόλη ● ΦΡ.: κατά κράτος (λόγ.): ολοκληρωτικά, πλήρως: Νίκησαν ~ ~ τα αντίπαλα στρατεύματα. Κέρδισε ~ ~ τις εντυπώσεις.|| (ως επίθ.) ~ ~ επικράτηση/ήττα., κράτος εν κράτει (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για ομάδα, φορέα ή πρόσωπο που έχει αποκτήσει αυτονομία ή υπέρμετρη εξουσία μέσα σε ένα κράτος., το κράτος είμαι εγώ: (ρήση του Λουδοβίκου ΙΔ' της Γαλλίας) ως έκφραση απολυταρχικού πνεύματος και συγκεντρωτισμού των εξουσιών. [< γαλλ. L'État, c'est moi ] , υπό το κράτος (μτφ.): υπό την κυριαρχία, την επιβολή ή την επήρεια: ~ ~ εκβιασμών και απειλών/της μέθης/του πανικού. Ζουν ~ ~ του φόβου., κράτος-νυχτοφύλακας βλ. νυχτοφύλακας, ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους βλ. ρήτρα [< αρχ. κράτος ‘δύναμη, ανώτατη εξουσία’, γαλλ. état, γερμ. Staat]
26550κρατούμενοκρα-τού-με-νο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. (σε αριθμητικές πράξεις) ψηφίο που αναπαριστά μια βαθμίδα του συστήματος αρίθμησης (π.χ. μονάδες, δεκάδες, εκατοντάδες για το δεκαδικό σύστημα), η οποία πρέπει να υποτεθεί ότι υπάρχει για την εκτέλεση του αλγορίθμου μιας πράξης και δημιουργείται από την αμέσως προηγούμενη βαθμίδα. Βλ. υπόλοιπο. ● ΦΡ.: ένα το κρατούμενο/δύο τα κρατούμενα (προφ.): για το πρώτο ή δεύτερο, αντίστοιχα, στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπόψη σε μία σειρά παραγόντων: ~ ~ και πάμε παρακάτω. Πβ. εν πρώτοις, κατά πρώτον.
26551κρατούμενοςκρα-τού-με-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ένου} , κρατούμενη & (λόγ.) κρατουμένη (η): πρόσωπο που βρίσκεται υπό κράτηση, συνήθ. σε σωφρονιστικό ίδρυμα ή κρατητήριο: ανήλικοι/ποινικοί/πολιτικοί ~οι. ~ συνείδησης (βλ. αντιρρησίας). ~ στο τμήμα/των φυλακών. ~ για την υπόθεση ... Έκδοση ~ένου. Απελευθέρωση/απόδραση/εξέγερση ~ένων. Τα δικαιώματα των ~ένων. Προσωρινά ~ (= προφυλακιστέος) κρίθηκε μετά την απολογία του ο ... Ο ~ αποφυλακίστηκε/αφέθηκε ελεύθερος. Πβ. δεσμώτης, εγκάθειρκτος, έγκλειστος, κατάδικος, φυλακισμένος. Βλ. συγ~. ● βλ. κρατώ [< μτγν. κρατούμενος, γαλλ. détenu]
26553κρατσανίζωβλ. κριτσανίζ
26554κρατσάνισμαβλ. κριτσάνισμα
51223κρατσανιστός

, ή, ό τρα-γα-νι-στός επίθ.: που έχει ψηθεί πολύ και καθώς τρώγεται, κάνει χαρακτηριστικό ήχο και συνήθ. θρυμματίζεται: ~ή: κρούστα/σφολιάτα. ~ό: μπισκότο. ~ές: (τηγανητές) πατάτες/πίτες/τηγανίτες/φέτες ψωμιού (= ξεροψημένες). ~ά: κρουτόν. ΣΥΝ. κριτσανιστός, τραγανός (1)

26555κρατσανιστός, ή, ό βλ. κριτσανιστός
26556κρατώ[κρατῶ] κρα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρατ-άς (σπάν.) -είς, κρατ-ά κ. -άει (σπανιότ.) -εί ... | κράτ-ησα, -ιέται κ. -είται, -ήθηκα, -ώντας, -ημένος} & κρατάω 1. έχω κάτι ή κάποιον στα χέρια μου, πιάνοντάς το(ν) ώστε να μην πέσει, να μην κινείται: ~ τη βαλίτσα/λουλούδια/το μωρό (αγκαλιά)/πανό/τη ρακέτα/τη σημαία (πβ. βαστώ). Μου ~άει την πόρτα, για να περάσω. Τον ~ούσε σφιχτά από το μανίκι/τη μέση/το χέρι. ~ σταθερά το τιμόνι. ~ τον σκύλο από το λουρί. ~ά στα χέρια της ένα βιβλίο/το τρόπαιο. Κράτα το όρθιο/χαμηλά/ψηλά. Κράτα μου λίγο την τσάντα. ~ιέμαι από τα κάγκελα/την κουπαστή (πβ. πιάνομαι). ~ήσου καλά. ~ηθείτε χέρι-χέρι. ΑΝΤ. αφήνω.|| (κατ' επέκτ.) Δεν με ~άει το σκοινί. Πώς θα ~ήσει τόσο βάρος το τραπέζι; Πβ. αντέχω, σηκώνω. 2. (γενικότ.) έχω στην κατοχή μου κάτι: Θα ~ήσει το διαμέρισμα για δική του χρήση. ~ησε το μερίδιό του.|| ~άει όπλο. Δεν ~ χρήματα/ψιλά (: δεν έχω πάνω μου, δεν μου βρίσκονται). 3. διατηρώ σε ορισμένη κατάσταση: ~ησε την ανωνυμία του/την αξιοπρέπειά του/το δικαίωμα να .../μια σχέση (μυστική)/την ψυχραιμία του (ΑΝΤ. έχασε). ~ ουδετερότητα. Μας ~άει σε αγωνία/αναμονή/εγρήγορση/υπερένταση/φόρμα. ~ούν το κοινό καθηλωμένο. ~ τα βλέφαρα/μάτια ανοιχτά. ~ αποθηκευμένο το μήνυμα/απόρρητη την έκθεση/(καλά) κρυμμένο το γράμμα. ~ το παράθυρο κλειστό/πατημένο το πλήκτρο/το περιβάλλον καθαρό/τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα. Οι παίκτες ~ησαν τη διαφορά σταθερά πάνω από τους δέκα πόντους. ~ήστε το δέρμα σας ενυδατωμένο/ίσια την πλάτη/το κεφάλι ψηλά/τον οργανισμό σας υγιή. ~άει τον ρυθμό με το ντέφι. Με το ζόρι ~ιέμαι ξύπνιος/όρθιος. Κατάφερε να ~ηθεί στην εξουσία/στην επιφάνεια/στην κορυφή/στην πρώτη θέση (πβ. παραμένω). 4. φυλάω ή συγκρατώ κάτι, ώστε να μη χαθεί, καταστραφεί ή ξεχαστεί: ~ αντίγραφο/αποδείξεις/αρχεία/ντοκουμέντα/τα πρωτότυπα/φωτογραφίες. ~ (κάτι) ως εγγύηση/για ενθύμιο/ως φυλαχτό. ~ αποθέματα/δυνάμεις για ... ~ τα γραπτά μου σε συρτάρι. Μην ~άτε προσωπικά δεδομένα στον υπολογιστή σας. Τα στοιχεία ~ούνται εμπιστευτικά. ~ήστε τα εισιτήρια μέχρι την έξοδό σας από τον σταθμό.|| ~ αυτά που είπες/τα βασικά/τα θετικά/την ουσία/μια φράση από ... ~ στη μνήμη/στο μυαλό/στο νου μου τις αναμνήσεις από .../(ζωντανά) τα λόγια/τη μορφή σου (πβ. θυμάμαι). Αυτό που ~ από τις δηλώσεις/από τη φετινή χρονιά είναι ... Θα ~ήσω μόνο τα καλά. 5. φυλακίζω προσωρινά κάποιον χωρίς δικαστική απόφαση ή ένταλμα σύλληψης, του στερώ την ελευθερία του: Τον ~ησαν για ανάκριση/στην Aσφάλεια/στο αυτόφωρο/στο (αστυνομικό) τμήμα. Τους ~ούσε αιχμαλώτους/δεμένους/δέσμιους/έγκλειστους/ομήρους/φυλακισμένους. ~ούνται αδίκως/παράνομα/για τα πολιτικά τους φρονήματα/υπό περιορισμό. ~είται σε απομόνωση/σε κελί/σε στρατόπεδο/στη φυλακή. Συνελήφθη και ~είται για εμπλοκή στη ληστεία/στην υπόθεση. Εξακολουθούν να ~ούνται από τις Αρχές οι ... (: τελούν υπό κράτηση). 6. έχω κάτι υπό τον έλεγχο, τη φροντίδα, την ευθύνη, την επίβλεψή μου: ~ το μαγαζί (πβ. διευθύνω)/το νοικοκυριό/το ξενοδοχείο/το σπίτι (πβ. καθαρίζω, συντηρώ)/το ταμείο. ~ τα λογιστικά βιβλία (πβ. ενημερώνω, τηρώ). Από τότε που αρρώστησε, τα παιδιά του ~άνε τη δουλειά/το μαγαζί.|| (μτφ.) ~άμε την τύχη στα χέρια μας. Η ομάδα ~ά το εισιτήριο για τον τελικό. ~ούν τα κλειδιά της επιτυχίας. Ένας παίκτης ~ησε μόνος του όλη την ομάδα (πβ. στηρίζω). Βλ. ανδρο-, γυναικο-κρατείται. 7. δεν αφήνω κάτι να εκτεθεί, να φανερωθεί, να εκδηλωθεί: ~ησε τα δάκρυα/τον θυμό/τα νεύρα του (πβ. συγκρατώ). Έχω διαμορφώσει άποψη, αλλά την ~ για τον εαυτό μου/για μένα. Δεν μπορεί να ~ήσει τα συναισθήματά της. Το καλύτερο σας το ~ για το τέλος/έκπληξη. Μού 'ρχεται να κλάψω μα ~ιέμαι. Πώς ~ήθηκα και δεν είπα τίποτα! Δεν μπόρεσα να ~ηθώ από τα γέλια.|| Δεν μπορώ να ~ηθώ, πρέπει να πάω στην τουαλέτα. 8. τηρώ: ~ούν τις αξίες/τις αρχές/τα έθιμα/τις παραδόσεις. ~ησε την αξιοπρέπειά/το λόγο (της τιμής)/τον όρκο/την υπόσχεσή του (ΑΝΤ. αθετώ). ~ (αρνητική/θετική) στάση απέναντι σε ... Θα ~ηθεί σειρά προτεραιότητας. 9. (γενικότ.) για να δηλωθεί ενέργεια: ~ παρέα/συντροφιά σε κάποιον (πβ. κάνω). ~ τις επιφυλάξεις μου (= επιφυλάσσομαι).|| ~ ημερολόγιο (πβ. γράφω)/λογαριασμό/παρουσίες (πβ. παίρνω)/πρακτικά/σημειώσεις. ~ τα στοιχεία κάποιου (πβ. καταχωρώ, σημειώνω). Δεν ~ησα το νούμερο του αυτοκινήτου/το τηλέφωνό του. Εφαρμογή/συσκευή που ~άει τον χρόνο/την ώρα (πβ. καταγράφω). 10. κάνω κράτηση, εξασφαλίζω εκ των προτέρων θέση, εισιτήριο: ~ δωμάτιο/τραπέζι (στο όνομά μου). Πβ. αγκαζάρω, κλείνω. 11. δεσμεύω κάποιον, δεν τον αφήνω να φύγει: Την ~ησα για φαγητό. Πουλάει φτηνά, για να ~ήσει τους πελάτες. Τίποτα δεν με ~άει πια εδώ. Πώς θα τον ~ήσω κοντά μου; Η αγάπη τούς ~ησε μαζί. Μη σας ~ άλλο (πβ. καθυστερώ). Μας ~ησε μέχρι αργά. Θα τον ~ήσουν (: δεν θα τον απολύσουν) στη δουλειά. 12. παρακρατώ: ~ μέρος των χρημάτων/τους τόκους. Τι σου ~άνε από τον μισθό; ~είται προμήθεια 0,30 ευρώ ανά συναλλαγή.|| (ειδικότ.) Κράτα τα ρέστα (: μη μου τα δίνεις). 13. (για πρόσ., πράγμα ή ουσία) συγκρατώ: Κράτα με, γιατί θα του ορμήξω. Τα δέντρα ~ούν το χώμα. Ο οργανισμός του ~ά (= κατακρατεί) περισσότερα υγρά από όσα χρειάζεται (πβ. απορροφώ). 14. αντέχω: Λάστιχα που ~άνε στον δρόμο (: είναι ανθεκτικά).|| (μτφ.) ~ησε στην πολιορκία (πβ. αντιστέκομαι). Πώς ~ησε και δεν τα παράτησε! (ως προτροπή) Κράτα γερά! Παρά τις δοκιμασίες ~ήθηκε στο ύψος του. Πβ. βαστώ. 15. (προφ.) κατάγομαι: ~άει από καλή οικογένεια/σόι. ~ από τη Μάνη.|| (παλαιότ.) ~άει από αρχοντική γενιά.κρατά & κρατάει 1. διαρκεί, αντέχει στον χρόνο: Μπαταρία που δεν ~ πολύ. Όλα τα ωραία ~άνε λίγο. Η εξορία/ο πόλεμος/η σχέση ~ησε δέκα χρόνια. Καλό ήταν όσο ~ησε. Πόσο ~ησαν οι διαπραγματεύσεις; 2. διατηρείται: Το μακιγιάζ/το χτένισμα ~ (: δεν χαλάει). Δεν ~άνε τα τυριά εκτός ψυγείου (: αλλοιώνονται). ● ΦΡ.: (ο χορός) καλά κρατεί (συχνά αρνητ. συνυποδ.): για κατάσταση που έχει διάρκεια, συνεχίζεται με αμείωτη ένταση: Η βεντέτα/η κρίση/o πόλεμος ~ ~. ~ ~ η προεκλογική αντιπαράθεση. (Και) τα πανηγύρια/σκάνδαλα ~ ~ούν., δεν κρατιέμαι (προφ.): για να δηλωθεί έντονη ανυπομονησία, επιθυμία, ανάγκη για κάτι: ~ ~ιόταν από τη χαρά της., κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι με τη συνεργασία επιτυγχάνεται καλύτερα ο στόχος. Πβ. το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο., κρατά(ει) τη θέση του (μτφ.) 1. ενεργεί κατά τρόπο που να μη θίγεται η αξιοπρέπειά του ή να μην εκτίθεται: Ξέρει να ~ ~. 2. επιμένει στις απόψεις του., κρατάει χαρακτήρα (μτφ.-προφ.): παραμένει σταθερός στις απόψεις του, δεν αλλάζει στάση, συμπεριφορά., κρατάω το παιδί 1. (για έγκυο) αποφασίζω να μη διακόψω την κύηση. 2. το φυλάω, προσέχω (όταν λείπουν οι γονείς του από το σπίτι): Ποιος σου ~άει ~; Βλ. μπέιμπι σίτερ., κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή: τον βοηθώ να ζήσει ή να επιβιώσει παρά τις αντιξοότητες: Την ~ούν στη ζωή με μηχανική υποστήριξη.|| (μτφ.) Η ελπίδα/το πείσμα τον ~ησε ζωντανό. (κατ' επέκτ.) ~ησε ζωντανό το όνειρο., κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό: δεν το φανερώνω: ~ά(ει) (επτασφράγιστο) μυστικό το παρελθόν του. ~ησε κρυφό το γεγονός από τους φίλους του. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1), το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο) (προφ.): θυμάμαι το κακό που μου έκαναν και επιδιώκω εκδίκηση: Μια φορά του είπα ψέματα και ακόμη μου το ~ει. Πβ. μνησικακώ. ΣΥΝ. το βαστάω (σε κάποιον), (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου βλ. πόδι, (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) βλ. διδάσκω, έχω κάποιον στο χέρι (μου) βλ. χέρι, κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον) βλ. σεκόντο, κρατά το στόμα του κλειστό βλ. στόμα, κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο, κρατάω (κάτι) γινάτι βλ. γινάτι, κρατάω (κάτι) μέσα μου βλ. μέσα, κρατάω κόντρα βλ. κόντρα, κρατάω πισινή βλ. πισινός, κρατάω τα μπόσικα βλ. μπόσικος, κρατάω το ίσο βλ. ίσο, κρατάω/κάνω μούτρα σε κάποιον βλ. μούτρο, κρατάω/φυλάω τσίλιες βλ. τσίλια, κρατώ (κάποιον) ενήμερο βλ. ενήμερος, κρατώ (το) φανάρι βλ. φανάρι, κρατώ αντίσταση βλ. αντίσταση, κρατώ επαφή (με κάποιον) βλ. επαφή, κρατώ κακία σε κάποιον βλ. κακία, κρατώ κλειστά/κρύβω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, κρατώ μακριά βλ. μακριά, κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου βλ. τύχη, κρατώ την αναπνοή μου βλ. αναπνοή, κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια βλ. κοιλιά, κρατώ ψηλά τη σημαία βλ. σημαία, κρατώ/έχω κάποιον σε απόσταση βλ. απόσταση, κρατώ/παίρνω τα γκέμια βλ. γκέμια, κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες βλ. ισορροπία, κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, κρύβε λόγια βλ. λόγια, λαμβάνω/κρατώ υπό σημείωση βλ. σημείωση, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω, πιάνω/κρατώ τη μύτη μου βλ. μύτη, σφίγγω/τραβώ/μαζεύω τα λουριά βλ. λουρί, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή ● βλ. κράτει, κρατημένος, κρατούμενος, κρατών [< αρχ. κρατῶ ‘είμαι ισχυρός, επικρατώ, κρατώ σταθερά’]
26557κρατών, ούσα, ούν [κρατῶν] κρα-τών επίθ. {κρατ-ούντος, θηλ. -ούσας (λόγ.) -ούσης | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) 1. επικρατών: το ~ούν καθεστώς/σύστημα. Οι ~ούσες συνθήκες. Τα ~ούντα ήθη. Σύμφωνα με την ~ούσα αντίληψη/άποψη/γνώμη/θεωρία/ιδεολογία/λογική/νοοτροπία ... Διαφωνώ με την ~ούσα κατάσταση. ΣΥΝ. κυρίαρχος (1) 2. που κατέχει την εξουσία: η ~ούσα αρχή/τάξη. ● Ουσ.: κρατούντες (οι): αυτοί που ασκούν εξουσία, συνήθ. πολιτική. Πβ. ιθύνοντες, κυβερνών. ● βλ. κρατώ [< μτχ. εν. του ρ. κρατῶ]
26558κραυγάζωκραυ-γά-ζω ρ. (αμτβ.) {κραύγα-σα, κραυγάζ-οντας} 1. βγάζω κραυγή, φωνάζω δυνατά: ~σε από τον πόνο. ~ζαν "ζήτω!" (= ζητωκραύγαζαν). Πβ. αλαλάζω, ανα-κράζω, -φωνώ. ΣΥΝ. ξεφωνίζω (1), ουρλιάζω 2. (μτφ.) διαμαρτύρομαι έντονα· καθιστώ κάτι ολοφάνερο, δηλώνω ξεκάθαρα: ~ουν απελπισμένοι και αβοήθητοι. ~ουν ενάντια στην αδικία/κατά των κερδοσκόπων.|| Πολυτέλεια που δεν ~ει. Τα στοιχεία ~ουν (= βοούν) από μόνα τους (πβ. βγάζει μάτι, το πράγμα φωνάζει από μόνο του/από μακριά). [< 1: αρχ. κραυγάζω]
26559κραυγαλέος, α, ο κραυ-γα-λέ-ος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): ολοφάνερος ή/και προκλητικός· υπερβολικά έντονος ή/και κακόγουστος: ~α: αδικία/αντίθεση/απόδειξη/περίπτωση (απάτης)/υποκρισία. ~ο: λάθος/παράδειγμα. ~ες: αντιφάσεις/διαφορές/παραβιάσεις. ~α: στοιχεία. Επιδεικνύεται με ~ο τρόπο. Πβ. κατάφωρος, οφθαλμο-, προ-φανής.|| ~ο: ντύσιμο. ~α: χρώματα. ● επίρρ.: κραυγαλέα & (λόγ.) -έως [< μεσν. κραυγαλέος]
26560κραυγήκραυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. οξεία και δυνατή φωνή, συνήθ. άναρθρη, που δηλώνει έντονα αρνητικά κυρ. συναισθήματα: αγωνιώδης/πνιχτή ~. ~ πανικού/πόνου/τρόμου/φρίκης. ~ές ηδονής. Άναρθρες/υστερικές ~ές. Πολεμικές ~ές (πβ. αλαλαγμός, ιαχή). Έβγαλε μια ~. Πβ. ξεφωνητό, ουρλιαχτό.|| (η φωνή ορισμένων ζώων) Η ~ της κουκουβάγιας/του λύκου.|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Έχει καθαρό πολιτικό λόγο, δεν μιλάει με ~ές! ΑΝΤ. ψίθυρος 2. (μτφ.) έντονη, δημόσια εκδήλωση δυσαρέσκειας και γενικότ. αρνητικού συναισθήματος: ~ αγωνίας/απελπισίας/διαμαρτυρίας. Επιστολή-~ απόγνωσης. Λαϊκή ~ κατά του πολέμου. Πβ. κατα~, φωνή. [< 1: αρχ. κραυγή]
26561κραφτεπίθ. {άκλ.}: τύπος ανθεκτικού χαρτιού ή χαρτονιού, κυρ. για συσκευασία. [< γερμ. Kraftpapier]
26562κραχουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. ξαφνική και ραγδαία πτώση των τιμών του χρηματιστηρίου: χρηματιστηριακό ~. Μίνι ~. Το (μεγάλο) ~ (ενν. του 1929 στην Αμερική). Στα πρόθυρα οικονομικού/παγκόσμιου ~.|| (κατ' επέκτ.-σπάν.) Η επιχείρηση οδηγήθηκε σε ~. Πβ. πτώχευση, χρεοκοπία.|| Εφημεριακό ~ (: στα νοσοκομεία). Βλ. κατάρρευση. [< γερμ. Krach]
26563κράχτηςκρά-χτης ουσ. (αρσ.) 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) όποιος ή ό,τι προσελκύει πελάτες, τον κόσμο συνήθ. σε εμπορικό κατάστημα, νυχτερινό κέντρο, παράσταση, γήπεδο: ~ες έξω από μαγαζιά/ταβέρνες. (ως παραθετικό σύνθ.) Ονόματα/παίκτες-~ες (πβ. αβανταδόρος). Προϊόντα/προσφορές-~ες (πβ. μόστρα). Βιτρίνες που λειτουργούν ως ~ες. 2. (παλαιότ.) κήρυκας, ντελάλης. Πβ. διαλαλητής. [< μτγν. κράκτης]
26564κρέαςκρέ-ας ουσ. (ουδ.) {κρέ-ατος | -ατα, -άτων} 1. σάρκα σφαγμένου ζώου ως τροφή του ανθρώπου: αλεσμένο (= κιμάς)/άνοστο/άπαχο (βλ. φιλέτο)/άψητο/βιολογικό/βραστό/καπνιστό/κατεψυγμένο/κοκκινιστό/κρύο (βλ. πατέ)/λιπαρό/μισοψημένο (βλ. σενιάν)/νωπό/σιτεμένο/σκληρό/τηγανητό (βλ. κεφτές)/τρυφερό/φρέσκο/ψητό/ωμό ~. Άσπρο (: από πουλερικά, χοιρινό, κουνέλι ή ψάρι)/κόκκινο (: αρνίσιο, βοδινό, κατσικίσιο, μοσχαρίσιο, πρόβειο)/μαύρο (βλ. κυνήγι) ~. Βιομηχανία/εμπόριο/ζωμός/τεχνολογία ~ατος. Εισαγόμενα/επεξεργασμένα (βλ. αλλαντικά)/κονσερβοποιημένα/ντόπια ~ατα. (ΜΑΓΕΙΡ.) Βράζω/μαρινάρω/ψήνω (το) ~. ~ με πατάτες. ~ στα κάρβουνα/στην κατσαρόλα/στο φούρνο. Μαλακό ~ χωρίς κόκαλο (βλ. ψαχνό). ~ γαρνιρισμένο με λαχανικά. Η θρεπτική αξία του ~ατος. Κατασχέθηκαν ακατάλληλα/αλλοιωμένα/σάπια ~ατα. Βλ. σφάγιο. 2. (προφ.) το σύνολο των μυών και του λίπους του ανθρώπινου σώματος: πλαδαρό/σφιχτό ~. Δεν έχει/βάζει/πιάνει ~ πάνω του (= είναι αδύνατος). ● Υποκ.: κρεατάκι (το) ● ΦΡ.: ένα μάτσο κρέας & (σπάν.) σκέτο κρέας (προφ.): για άνθρωπο παχύ και νωθρό και κατ' επέκτ. χωρίς αισθήματα. Πβ. λαπάς., το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι (παροιμ.): για κάτι που είναι κατώτερης ποιότητας και επομένως άχρηστο., του έκανε τα μούτρα/τη μούρη κρέας (προφ.) 1. (συνήθ. ειρων.) τον ντρόπιασε. Πβ. εξευτελίζω, θίγω, προσβάλλω. 2. τον χτύπησε άγρια: (απειλητ.) Θα σου κάνω ~ ~ (= θα σε σπάσω/μαυρίσω στο ξύλο)!, βαφτίζει το κρέας ψάρι βλ. βαφτίζω, είναι νύχι-κρέας/σαν το νύχι με το κρέας βλ. νύχι [< αρχ. κρέας]
26565κρεαταγοράκρε-α-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά κρεάτων σε στεγασμένο ή ημιυπαίθριο χώρο· μεγάλο κρεοπωλείο: κεντρική ~. Βλ. -αγορά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.