Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27280-27300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26566κρεατάδικοκρε-α-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ταβέρνα που ψήνει και σερβίρει κυρ. κρεατικά. Πβ. οβελιστήριο, ψησταριά, ψητοπωλείο. Βλ. -άδικο. 2. φορτηγό ψυγείο για τη μεταφορά κρεάτων. 3. (σπάν.) κρεοπωλείο.
26567κρεατάκιακρε-α-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) (κοινό): αδενοειδείς εκβλαστήσεις στο πίσω μέρος της ρινικής κοιλότητας: Χειρουργήθηκε, για να αφαιρέσει τα ~. Βλ. αμυγδαλές.
26568κρεατάλευροκρε-α-τά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζωοτροφή με τη μορφή αλεύρου, που παρασκευάζεται από συνδετικούς ιστούς ζώων. Βλ. -άλευρο. [< αγγλ. meat-flour]
26569κρεατέμποροςκρε-α-τέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) κρεατέμπορας : έμπορος κρεάτων. Πβ. κρεοπώλης. Βλ. -έμπορος, λαχαναγορίτης.
26570κρεατένιος, ια, ιο κρε-α-τέ-νιος επίθ. (προφ.): κρεάτινος. Βλ. -ένιος.
26571κρεατικάκρε-α-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. κρεατικό}: ΜΑΓΕΙΡ. οποιοδήποτε κρέας ως φαγητό: κόκκινα/λευκά/ψητά ~. ~ της ώρας. ~ στα κάρβουνα/στη σχάρα. Ποικιλία ~ών. Βλ. λαχανικά.
26572κρεατίνηκρε-α-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αζωτούχος οργανική ένωση (σύμβ. C4H9N3O2) που βρίσκεται κυρ. στον μυϊκό ιστό· χρησιμοποιείται ευρέως από αθλητές ως συμπλήρωμα διατροφής. Βλ. αναβολικά (στερεοειδή), -ίνη, φωσφο~. [< γαλλ. créatine, αγγλ. creatine]
26573ΚρεατινήΚρε-α-τι-νή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η δεύτερη εβδομάδα της Αποκριάς κατά την οποία καταναλώνεται κρέας όλες τις ημέρες· συνεκδ. η Κυριακή της αντίστοιχης εβδομάδας: η Πέμπτη της ~ής (= Τσικνοπέμπτη). Βλ. Τυρινή. ΣΥΝ. η εβδομάδα/Κυριακή της Κρεοφάγου
26574κρεατινίνηκρε-α-τι-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μεταβολικό προϊόν της κρεατίνης (σύμβ. C4H7N3O), το οποίο βρίσκεται στο αίμα και τους μυς και αποτελεί δείκτη της λειτουργίας των νεφρών: ~ ορού/ούρων. Κάθαρση ~ης (σε νεφροπαθείς). Βλ. ουρία, ουρικό οξύ, -ίνη. [< γαλλ. créatinine, αγγλ. creatinine]
26575κρεάτινος, η, ο κρε-ά-τι-νος επίθ.: που αποτελείται από κρέας: λαρδί/λίπος χωρίς τα ~α μέρη. ΣΥΝ. κρεατένιος
26576κρεατο- & κρεατό- & κρεατ-: α΄ συνθετικό για το σχηματισμό λέξεων που αναφέρονται στο κρέας, συνήθ. των ζώων, ως τροφή ή τη σάρκα: κρεατο-μηχανή/~παραγωγή (βλ. γαλακτο-)/~φάγος (πβ. κρεο-· βλ. χορτο-). Κρεατό-πιτα/~σουπα (βλ. κοτό-). Κρεατ-αγορά (βλ. ιχθυ-)/~άλευρο.|| κρεατο-σκευάσματα. || Κρεατο-ελιά.
26577κρεατοελιάκρε-α-το-ε-λιά ουσ. (θηλ.): σκληρό μελανό εξόγκωμα του δέρματος. Βλ. θήλωμα, σπίλος.
26578κρεατομηχανήκρε-α-το-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για το άλεσμα του κρέατος, μηχανή του κιμά. Βλ. -μηχανή. 2. (μτφ.) οτιδήποτε καταστρέφει μαζικά, συνθλίβει την προσωπικότητα του ατόμου: θύμα της τηλεοπτικής ~ής.
26579κρεατόμυγακρε-α-τό-μυ-γα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μύγας (επιστ. ονομασ. Sarcophaga carnaria), η οποία γεννά τα αβγά της στη σάρκα πτωμάτων ζώων ή ανθρώπων. Βλ. αλογό-, χρυσό-μυγα. [< γαλλ. mouche de la viande]
26580κρεατοπαραγωγήκρε-α-το-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κρεοπαραγωγή: παραγωγή κρέατος: αγελάδες ~ής. Βλ. -παραγωγή.
26581κρεατοπαραγωγός, ός, ό κρε-α-το-πα-ρα-γω-γός επίθ. & (λόγ.) κρεοπαραγωγός: που σχετίζεται με την κρεατοπαραγωγή: ~ά: ζώα. Βλ. -παραγωγός2.
26582κρεατόπιτακρε-α-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με ψιλοκομμένο κρέας (ή κιμά): παραδοσιακή/χωριάτικη ~. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: κρεατοπιτάκι (το)
26583κρεατοσκευάσματακρε-α-το-σκευ-ά-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κρεατοσκεύασμα}(λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τυποποιημένα συνήθ. προϊόντα που παρασκευάζονται με επεξεργασία νωπού και κατεψυγμένου κρέατος. Βλ. γύρος, κεμπάπ, κοκορέτσι, μπιφτέκι, σουβλάκι.
26584κρεατόσουπακρε-α-τό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα με κύριο συστατικό τον ζωμό βραστού κρέατος, συνήθ. μοσχαρίσιου. Βλ. -σουπα.
26585κρεατοφαγίακρε-α-το-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κρεοφαγία: διατροφή που βασίζεται στο κρέας: αποτοξίνωση/αποχή από την ~. Μέρες στις οποίες απαγορεύεται η ~ (βλ. νηστεία). Βλ. σαρκοφαγία, -φαγία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.