Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [27280-27300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26546κρατιστικός, ή, ό βλ. κρατικιστικός
26547κράτιστοςκρά-τι-στος επίθ. , -ίστη, -ιστον (αρχαιοπρ.) : άριστος, ισχυρότατος: ο ~ των Ελλήνων στοχαστών. Πβ. βέλτιστος, δεινός. [< αρχ. κράτιστος]
26549κράτοςκρά-τος ουσ. (ουδ.) {κράτ-ους | -η, -ών} 1. (κ. με κεφαλ. Κ) πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που συνήθ. καταλαμβάνουν μια οριοθετημένη εδαφική έκταση, αναγνωρισμένη από τη διεθνή κοινότητα· οι υπηρεσίες που διαθέτει και συνεκδ. η πολιτική εξουσία: ελεύθερο/ελληνικό/νεοσύστατο/ομόσπονδο/πολυεθνικό/υποτελές ~. Εθνικά ~η. Ο αρχηγός/η κυβέρνηση του ~ους. Ασφάλεια/έξοδα (πβ. δημόσιες δαπάνες)/νόμοι/οικονομικά/περιφέρειες (βλ. νομαρχία)/προϋπολογισμός/σύνταγμα του ~ους. Διοίκηση/κατάλυση/συγκρότηση/σύσταση του ~ους. Συμφωνίες μεταξύ ~ών (βλ. διπλωματία, εξωτερική πολιτική). Βλ. υπερ~, ψευδο~.|| Σχέσεις ~ους-πολίτη. Διαχωρισμός ~ους-εκκλησίας. Εκπρόσωποι του επίσημου ~ους. Επιχείρηση/έργο/μονοπώλιο/τα μυστικά (πβ. κρατικό απόρρητο)/υποθέσεις του ~ους. Σε ετοιμότητα το ~/ο μηχανισμός του ~ους. Οικονομική ενίσχυση από το ~. Η περιουσία του περιήλθε στο ~. Πβ. πολιτεία. 2. (ειδικότ.) η μορφή της διακυβέρνησης: ανθρώπινο/αποικιακό/αποκεντρωμένο/αποτελεσματικό/αστικό/αστυνομικό/αυταρχικό/γραφειοκρατικό/δημοκρατικό/δικτατορικό/ευνομούμενο/καπιταλιστικό/κομματικό/κομμουνιστικό/ολοκληρωτικό/παρεμβατικό/πελατειακό/σοσιαλιστικό/στρατιωτικό/συγκεντρωτικό/σύγχρονο/φιλελεύθερο ~. ~ βίας/ευημερίας/καταστολής/κοινωνικών παροχών. Πβ. καθεστώς. Βλ. παρα~. 3. η γεωγραφική έκταση, η επικράτεια ενός κράτους: τα όρια/σύνορα του ~ους. Πβ. χώρα. 4. (λόγ.) κυριαρχία, εξουσία, ισχύς: το ~ του θανάτου/της λογικής/του νόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ κράτος: υπόγειος μηχανισμός εξουσίας ο οποίος καθοδηγείται από παρακρατικές οργανώσεις, κέντρα και μυστικές υπηρεσίες (κυρ. από τις Ένοπλες Δυνάμεις) και αποσκοπεί στην επιβολή της πολιτικής του στα εσωτερικά και διεθνή ζητήματα., έθνος-κράτος: μορφή πολιτικής οργάνωσης κατά την οποία ένας σχετικά ομοιογενής πληθυσμός με κοινά εθνολογικά χαρακτηριστικά κατοικεί σε ανεξάρτητο κράτος. [< αγγλ. nation-state, 1918] , κοινωνικό κράτος: που λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση των όρων ζωής των πολιτών του., κράτος (-) μέλος & χώρα-μέλος: που ανήκει σε έναν υπερεθνικό πολιτικό οργανισμό με κοινές αρχές και στόχους: ιδρυτικό ~ ~. ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ΝΑΤΟ/του ΟΗΕ. Ένταξη νέου ~ους ~ους στην Ευρωζώνη. [< αγγλ. member-state, 1931] , (Γενικό) Χημείο του Κράτους βλ. χημείο, ανεξάρτητο/κυρίαρχο κράτος βλ. ανεξάρτητος, αυτόνομο κράτος βλ. αυτόνομος, Γενικά Αρχεία του Κράτους βλ. αρχείο, ένωση κρατών βλ. ένωση, επανίδρυση του κράτους βλ. επανίδρυση, κοσμικό/λαϊκό κράτος βλ. κοσμικός, κράτος δικαίου βλ. δίκαιο, κράτος πρόνοιας βλ. πρόνοια, κράτος/πόλη δορυφόρος βλ. δορυφόρος, κράτος-νταντά/γκουβερνάντα βλ. νταντά, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους βλ. νομικός, ομοσπονδιακό κράτος βλ. ομοσπονδιακός, πόλη-κράτος βλ. πόλη ● ΦΡ.: κατά κράτος (λόγ.): ολοκληρωτικά, πλήρως: Νίκησαν ~ ~ τα αντίπαλα στρατεύματα. Κέρδισε ~ ~ τις εντυπώσεις.|| (ως επίθ.) ~ ~ επικράτηση/ήττα., κράτος εν κράτει (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για ομάδα, φορέα ή πρόσωπο που έχει αποκτήσει αυτονομία ή υπέρμετρη εξουσία μέσα σε ένα κράτος., το κράτος είμαι εγώ: (ρήση του Λουδοβίκου ΙΔ' της Γαλλίας) ως έκφραση απολυταρχικού πνεύματος και συγκεντρωτισμού των εξουσιών. [< γαλλ. L'État, c'est moi ] , υπό το κράτος (μτφ.): υπό την κυριαρχία, την επιβολή ή την επήρεια: ~ ~ εκβιασμών και απειλών/της μέθης/του πανικού. Ζουν ~ ~ του φόβου., κράτος-νυχτοφύλακας βλ. νυχτοφύλακας, ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους βλ. ρήτρα [< αρχ. κράτος ‘δύναμη, ανώτατη εξουσία’, γαλλ. état, γερμ. Staat]
26550κρατούμενοκρα-τού-με-νο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. (σε αριθμητικές πράξεις) ψηφίο που αναπαριστά μια βαθμίδα του συστήματος αρίθμησης (π.χ. μονάδες, δεκάδες, εκατοντάδες για το δεκαδικό σύστημα), η οποία πρέπει να υποτεθεί ότι υπάρχει για την εκτέλεση του αλγορίθμου μιας πράξης και δημιουργείται από την αμέσως προηγούμενη βαθμίδα. Βλ. υπόλοιπο. ● ΦΡ.: ένα το κρατούμενο/δύο τα κρατούμενα (προφ.): για το πρώτο ή δεύτερο, αντίστοιχα, στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπόψη σε μία σειρά παραγόντων: ~ ~ και πάμε παρακάτω. Πβ. εν πρώτοις, κατά πρώτον.
26551κρατούμενοςκρα-τού-με-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ένου} , κρατούμενη & (λόγ.) κρατουμένη (η): πρόσωπο που βρίσκεται υπό κράτηση, συνήθ. σε σωφρονιστικό ίδρυμα ή κρατητήριο: ανήλικοι/ποινικοί/πολιτικοί ~οι. ~ συνείδησης (βλ. αντιρρησίας). ~ στο τμήμα/των φυλακών. ~ για την υπόθεση ... Έκδοση ~ένου. Απελευθέρωση/απόδραση/εξέγερση ~ένων. Τα δικαιώματα των ~ένων. Προσωρινά ~ (= προφυλακιστέος) κρίθηκε μετά την απολογία του ο ... Ο ~ αποφυλακίστηκε/αφέθηκε ελεύθερος. Πβ. δεσμώτης, εγκάθειρκτος, έγκλειστος, κατάδικος, φυλακισμένος. Βλ. συγ~. ● βλ. κρατώ [< μτγν. κρατούμενος, γαλλ. détenu]
26553κρατσανίζωβλ. κριτσανίζ
26554κρατσάνισμαβλ. κριτσάνισμα
51223κρατσανιστός

, ή, ό τρα-γα-νι-στός επίθ.: που έχει ψηθεί πολύ και καθώς τρώγεται, κάνει χαρακτηριστικό ήχο και συνήθ. θρυμματίζεται: ~ή: κρούστα/σφολιάτα. ~ό: μπισκότο. ~ές: (τηγανητές) πατάτες/πίτες/τηγανίτες/φέτες ψωμιού (= ξεροψημένες). ~ά: κρουτόν. ΣΥΝ. κριτσανιστός, τραγανός (1)

26555κρατσανιστός, ή, ό βλ. κριτσανιστός
26557κρατών, ούσα, ούν [κρατῶν] κρα-τών επίθ. {κρατ-ούντος, θηλ. -ούσας (λόγ.) -ούσης | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) 1. επικρατών: το ~ούν καθεστώς/σύστημα. Οι ~ούσες συνθήκες. Τα ~ούντα ήθη. Σύμφωνα με την ~ούσα αντίληψη/άποψη/γνώμη/θεωρία/ιδεολογία/λογική/νοοτροπία ... Διαφωνώ με την ~ούσα κατάσταση. ΣΥΝ. κυρίαρχος (1) 2. που κατέχει την εξουσία: η ~ούσα αρχή/τάξη. ● Ουσ.: κρατούντες (οι): αυτοί που ασκούν εξουσία, συνήθ. πολιτική. Πβ. ιθύνοντες, κυβερνών. ● βλ. κρατώ [< μτχ. εν. του ρ. κρατῶ]
26558κραυγάζωκραυ-γά-ζω ρ. (αμτβ.) {κραύγα-σα, κραυγάζ-οντας} 1. βγάζω κραυγή, φωνάζω δυνατά: ~σε από τον πόνο. ~ζαν "ζήτω!" (= ζητωκραύγαζαν). Πβ. αλαλάζω, ανα-κράζω, -φωνώ. ΣΥΝ. ξεφωνίζω (1), ουρλιάζω 2. (μτφ.) διαμαρτύρομαι έντονα· καθιστώ κάτι ολοφάνερο, δηλώνω ξεκάθαρα: ~ουν απελπισμένοι και αβοήθητοι. ~ουν ενάντια στην αδικία/κατά των κερδοσκόπων.|| Πολυτέλεια που δεν ~ει. Τα στοιχεία ~ουν (= βοούν) από μόνα τους (πβ. βγάζει μάτι, το πράγμα φωνάζει από μόνο του/από μακριά). [< 1: αρχ. κραυγάζω]
26559κραυγαλέος, α, ο κραυ-γα-λέ-ος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): ολοφάνερος ή/και προκλητικός· υπερβολικά έντονος ή/και κακόγουστος: ~α: αδικία/αντίθεση/απόδειξη/περίπτωση (απάτης)/υποκρισία. ~ο: λάθος/παράδειγμα. ~ες: αντιφάσεις/διαφορές/παραβιάσεις. ~α: στοιχεία. Επιδεικνύεται με ~ο τρόπο. Πβ. κατάφωρος, οφθαλμο-, προ-φανής.|| ~ο: ντύσιμο. ~α: χρώματα. ● επίρρ.: κραυγαλέα & (λόγ.) -έως [< μεσν. κραυγαλέος]
26560κραυγήκραυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. οξεία και δυνατή φωνή, συνήθ. άναρθρη, που δηλώνει έντονα αρνητικά κυρ. συναισθήματα: αγωνιώδης/πνιχτή ~. ~ πανικού/πόνου/τρόμου/φρίκης. ~ές ηδονής. Άναρθρες/υστερικές ~ές. Πολεμικές ~ές (πβ. αλαλαγμός, ιαχή). Έβγαλε μια ~. Πβ. ξεφωνητό, ουρλιαχτό.|| (η φωνή ορισμένων ζώων) Η ~ της κουκουβάγιας/του λύκου.|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Έχει καθαρό πολιτικό λόγο, δεν μιλάει με ~ές! ΑΝΤ. ψίθυρος 2. (μτφ.) έντονη, δημόσια εκδήλωση δυσαρέσκειας και γενικότ. αρνητικού συναισθήματος: ~ αγωνίας/απελπισίας/διαμαρτυρίας. Επιστολή-~ απόγνωσης. Λαϊκή ~ κατά του πολέμου. Πβ. κατα~, φωνή. [< 1: αρχ. κραυγή]
26561κραφτεπίθ. {άκλ.}: τύπος ανθεκτικού χαρτιού ή χαρτονιού, κυρ. για συσκευασία. [< γερμ. Kraftpapier]
26562κραχουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. ξαφνική και ραγδαία πτώση των τιμών του χρηματιστηρίου: χρηματιστηριακό ~. Μίνι ~. Το (μεγάλο) ~ (ενν. του 1929 στην Αμερική). Στα πρόθυρα οικονομικού/παγκόσμιου ~.|| (κατ' επέκτ.-σπάν.) Η επιχείρηση οδηγήθηκε σε ~. Πβ. πτώχευση, χρεοκοπία.|| Εφημεριακό ~ (: στα νοσοκομεία). Βλ. κατάρρευση. [< γερμ. Krach]
26563κράχτηςκρά-χτης ουσ. (αρσ.) 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) όποιος ή ό,τι προσελκύει πελάτες, τον κόσμο συνήθ. σε εμπορικό κατάστημα, νυχτερινό κέντρο, παράσταση, γήπεδο: ~ες έξω από μαγαζιά/ταβέρνες. (ως παραθετικό σύνθ.) Ονόματα/παίκτες-~ες (πβ. αβανταδόρος). Προϊόντα/προσφορές-~ες (πβ. μόστρα). Βιτρίνες που λειτουργούν ως ~ες. 2. (παλαιότ.) κήρυκας, ντελάλης. Πβ. διαλαλητής. [< μτγν. κράκτης]
26564κρέαςκρέ-ας ουσ. (ουδ.) {κρέ-ατος | -ατα, -άτων} 1. σάρκα σφαγμένου ζώου ως τροφή του ανθρώπου: αλεσμένο (= κιμάς)/άνοστο/άπαχο (βλ. φιλέτο)/άψητο/βιολογικό/βραστό/καπνιστό/κατεψυγμένο/κοκκινιστό/κρύο (βλ. πατέ)/λιπαρό/μισοψημένο (βλ. σενιάν)/νωπό/σιτεμένο/σκληρό/τηγανητό (βλ. κεφτές)/τρυφερό/φρέσκο/ψητό/ωμό ~. Άσπρο (: από πουλερικά, χοιρινό, κουνέλι ή ψάρι)/κόκκινο (: αρνίσιο, βοδινό, κατσικίσιο, μοσχαρίσιο, πρόβειο)/μαύρο (βλ. κυνήγι) ~. Βιομηχανία/εμπόριο/ζωμός/τεχνολογία ~ατος. Εισαγόμενα/επεξεργασμένα (βλ. αλλαντικά)/κονσερβοποιημένα/ντόπια ~ατα. (ΜΑΓΕΙΡ.) Βράζω/μαρινάρω/ψήνω (το) ~. ~ με πατάτες. ~ στα κάρβουνα/στην κατσαρόλα/στο φούρνο. Μαλακό ~ χωρίς κόκαλο (βλ. ψαχνό). ~ γαρνιρισμένο με λαχανικά. Η θρεπτική αξία του ~ατος. Κατασχέθηκαν ακατάλληλα/αλλοιωμένα/σάπια ~ατα. Βλ. σφάγιο. 2. (προφ.) το σύνολο των μυών και του λίπους του ανθρώπινου σώματος: πλαδαρό/σφιχτό ~. Δεν έχει/βάζει/πιάνει ~ πάνω του (= είναι αδύνατος). ● Υποκ.: κρεατάκι (το) ● ΦΡ.: ένα μάτσο κρέας & (σπάν.) σκέτο κρέας (προφ.): για άνθρωπο παχύ και νωθρό και κατ' επέκτ. χωρίς αισθήματα. Πβ. λαπάς., το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι (παροιμ.): για κάτι που είναι κατώτερης ποιότητας και επομένως άχρηστο., του έκανε τα μούτρα/τη μούρη κρέας (προφ.) 1. (συνήθ. ειρων.) τον ντρόπιασε. Πβ. εξευτελίζω, θίγω, προσβάλλω. 2. τον χτύπησε άγρια: (απειλητ.) Θα σου κάνω ~ ~ (= θα σε σπάσω/μαυρίσω στο ξύλο)!, βαφτίζει το κρέας ψάρι βλ. βαφτίζω, είναι νύχι-κρέας/σαν το νύχι με το κρέας βλ. νύχι [< αρχ. κρέας]
26565κρεαταγοράκρε-α-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): αγορά κρεάτων σε στεγασμένο ή ημιυπαίθριο χώρο· μεγάλο κρεοπωλείο: κεντρική ~. Βλ. -αγορά.
26566κρεατάδικοκρε-α-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ταβέρνα που ψήνει και σερβίρει κυρ. κρεατικά. Πβ. οβελιστήριο, ψησταριά, ψητοπωλείο. Βλ. -άδικο. 2. φορτηγό ψυγείο για τη μεταφορά κρεάτων. 3. (σπάν.) κρεοπωλείο.
26567κρεατάκιακρε-α-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) (κοινό): αδενοειδείς εκβλαστήσεις στο πίσω μέρος της ρινικής κοιλότητας: Χειρουργήθηκε, για να αφαιρέσει τα ~. Βλ. αμυγδαλές.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.