| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26586 | κρεατοφαγικός | , ή, ό κρε-α-το-φα-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κρεατοφαγία: ~ή: διατροφή. Βλ. χορτοφαγικός. | |
| 26587 | κρεατοφάγος | , ος/α, ο κρε-α-το-φά-γος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που καταναλώνει κυρ. κρέας. Βλ. σαρκο-, φυτο-, χορτο-φάγος. ΣΥΝ. κρεοφάγος [< μεσν. κρεατοφάγος] | |
| 26588 | κρεβάτι | κρε-βά-τι ουσ. (ουδ.) {κρεβατ-ιού | -ιών} 1. έπιπλο με στρώμα, πάνω στο οποίο κοιμάται ή ξεκουράζεται κάποιος: ανατομικό/διπλό/μεταλλικό/μονό/νυφικό (βλ. παστάδα)/ξύλινο/παιδικό/πτυσσόμενο/χαμηλό/ψηλό ~. ~ εκστρατείας (= ράντζο)/μωρού (βλ. κούνια). ~ με κουνουπιέρα/ουρανό. Καναπές-~. ~ κουκέτα. Ντιβάνι/πολυθρόνα που γίνεται ~. Κάλυμμα/κουβέρτα ~ιού. Το κεφαλάρι/τα πόδια του ~ιού. Τελάρα ~ιών. Παραμονή στο ~ (για ασθενή). Ανακάθισε/ξάπλωσε στο ~. Να στρώσεις/φτιάξεις το ~ σου (: τα σεντόνια και σκεπάσματα). Έβαλε τα παιδιά στο ~ (: τα κοίμισε). Γρήγορα στο ~ (= για ύπνο)!|| (κυρ. για ιατρική χρήση) Εξεταστικό/ηλεκτρικό/πολύσπαστο/χειρουργικό ~. 2. κλίνη· κατ' επέκτ. δωμάτιο νοσοκομείου ή ξενοδοχείου: ~ νοσηλείας. Ψάχνουν για ~ στην εντατική.|| Ο ξενώνας διαθέτει σαράντα ~ια. 3. (προφ.) σεξουαλική πράξη. Πβ. πήδημα, σεξ, συνουσία. 4. έθιμο του γάμου, σύμφωνα με το οποίο οι καλεσμένοι των μελλονύμφων αφήνουν χρήματα στο νυφικό κρεβάτι. ● Υποκ.: κρεβατάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κρεβάτι του πόνου: για ασθενή που υποφέρει, συνήθ. από σοβαρό πρόβλημα υγείας: Βρίσκεται καθηλωμένη στο ~ ~., κλίνη/κρεβάτι του Προκρούστη βλ. Προκρούστης ● ΦΡ.: είμαι/μένω στο κρεβάτι: είμαι άρρωστος, κλινήρης., πέφτω στο κρεβάτι 1. ξαπλώνω σε αυτό ή πάω για ύπνο. Πβ. κοιμάμαι. 2. αρρωσταίνω: Έπεσε ~ ~ με ίωση., ρίχνω στο κρεβάτι (προφ.) ΣΥΝ. κρεβατώνω 1. {στο γ' πρόσ.} για αρρώστια που καταπονεί τον οργανισμό: Η γρίπη την έριξε ~ ~ με πυρετό. 2. (συνήθ. για άντρα) καταφέρνω κάποιον να κάνει έρωτα μαζί μου., σηκώνομαι από το κρεβάτι 1. ξυπνώ: Σηκώθηκε ~ νωρίς/με πονοκέφαλο. 2. γίνομαι καλά, θεραπεύομαι., (κάνει) σαν τη χήρα στο κρεβάτι βλ. χήρα, δώσε θάρρος στον/του χωριάτη, να σ' ανέβει/και θ' ανέβει στο κρεβάτι βλ. χωριάτης, χωριάτισσα [< μεσν. κρεβάτι(ον)] | |
| 26589 | κρεβατίνα | κρε-βα-τί-να ουσ. (θηλ.): ξύλινο ή μεταλλικό πλέγμα, πάνω στο οποίο αναπτύσσεται το αναρριχώμενο κλήμα· συνεκδ. η κληματαριά. [< μεσν. κρεβατίνα] | |
| 26590 | κρεβατοκάμαρα | κρε-βα-το-κά-μα-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) κρεβατοκάμαρη 1. υπνοδωμάτιο, συνήθ. ζευγαριού: άνετη ~. 2. (συνεκδ.) τα έπιπλα του αντίστοιχου δωματίου και κυρ. το διπλό συνήθ. κρεβάτι: σετ ~ας. Μεταλλικές/ξύλινες ~ες. Παιδικές ~ες. 3. (μτφ.) ιδιωτική, κυρ. ερωτική, ζωή. | |
| 26591 | κρεβατομουρμούρα | κρε-βα-το-μουρ-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): χαμηλόφωνη γκρίνια, συνήθ. της συζύγου προς τον σύζυγο ή της συντρόφου προς τον σύντροφο, αφού έχουν ξαπλώσει στο κρεβάτι για ύπνο το βράδυ: Τον έχει πρήξει/τρελάνει με την ~ της. | |
| 26592 | κρεβάτωμα | κρε-βά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αναγκαστική παραμονή στο κρεβάτι, συνήθ. εξαιτίας ασθένειας. 2. ερωτική πράξη. | |
| 26593 | κρεβατώνω | κρε-βα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {κρεβάτω-σε, κρεβατώ-σει, -θηκα, -μένος} (προφ.) ΣΥΝ. ρίχνω στο κρεβάτι 1. (για ασθένεια συνήθ. παροδική) υποχρεώνω κάποιον να παραμείνει στο κρεβάτι: Τον έχει ~σει μια άσχημη ίωση. ~θηκα με γρίπη (= αρρώστησα, έπεσα στο κρεβάτι). Είναι ~μένος με πυρετό. 2. (λαϊκό, συνήθ. για άντρα) κάνω έρωτα. ΣΥΝ. κουτουπώνω | |
| 26594 | κρείσσων | , ων, ον κρείσ-σων επίθ. {κρείσσ-ονες} & (σπάν.) κρείττων (αρχαιοπρ.): ισχυρότερος, καλύτερος: ~ονες: δυνάμεις.|| (ΝΟΜ.) Το δικαστήριο ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για ~ονες αποδείξεις. ΑΝΤ. χείρων [< αρχ. κρείσσων] | |
| 26595 | κρεμ | επίθ. {άκλ.}: που έχει το χρώμα της κρέμας, ελαφρά κίτρινος: ~ φόρεμα. Σε ~ αποχρώσεις. Πβ. εκρού, ιβουάρ, μπεζ, υπόλευκος. ● Ουσ.: κρεμ (το) 1. το αντίστοιχο χρώμα: ανοιχτό ~. Αυτό το πουλόβερ το έχετε στο ~; 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρέμα γάλακτος· είδος κρέμας ζαχαροπλαστικής: (ΜΑΓΕΙΡ.) κοτόπουλο/μανιτάρια/πατάτες αλά ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρεμ μπρουλέ & κρεμ μπριλέ: ΖΑΧΑΡ. κρέμα με κρούστα από καραμελωμένη ζάχαρη. Βλ. καζάν ντιπί, πανακότα. [< γαλλ. crème brûlée] , κρέμα/κρεμ καραμελέ βλ. καραμελέ [< γαλλ. crème] | |
| 26596 | κρέμα | κρέ-μα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μίγμα από γάλα κυρ., αλλά και βούτυρο, αβγά, αλεύρι και συνήθ. ζάχαρη: βρεφική (βλ. φρουτόκρεμα)/παιδική ~. ~ γαλακτομπούρεκου/ζαχαροπλαστικής(= πατισερί)/πιάτου (βλ. μουχαλεμπί). ~ αραβοσίτου/βανίλια(ς)/λεμόνι/σοκολάτα(ς) (: ως επιδόρπιο). Παγωτό ~. Μπουγάτσα με ~.|| Τυρί-~ (= με κρεμώδη υφή).|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ μπεσαμέλ. 2. καλλυντικό ή φαρμακευτικό παρασκεύασμα με λιπαρή υφή, συνήθ. παχύρρευστο: αντηλιακή/αντιρυτιδική/(εν)υδατική/θρεπτική/καταπραϋντική/κολπική/προστατευτική/υποαλλεργική ~. ~ αδυνατίσματος/αντιγήρανσης/ημέρας/καθαρισμού/ματιών/νύχτας/προσώπου/σύσφιξης/σώματος/χεριών. ~ για εγκαύματα/κατά της ακμής/με εκχύλισμα .../ξυρίσματος (: για να μαλακώνουν τα γένια πριν από το ξύρισμα· βλ. αφρός). ~ περιποίησης για ξηρή και ευαίσθητη επιδερμίδα. Μαλακτική ~ μαλλιών. Eπάλειψη με ~. Απλώστε/εφαρμόστε την ~. Βάζω ~. Πβ. αλοιφή. Βλ. οδοντόκρεμα. ● Υποκ.: κρεμούλα & (σπάν.) κρεμίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κρέμα (γάλακτος): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ανθόγαλα, καϊμάκι: πηχτή/φυτική/χτυπημένη (= σαντιγί) ~ ~. [< γαλλ. crème fraîche] , κρέμα/κρεμ καραμελέ βλ. καραμελέ ● ΦΡ.: φάε την κρέμα/την κρεμούλα σου (ειρων.): σε άπειρο ή/και νεαρό συνομιλητή. ΣΥΝ. πιες το γάλα/το γαλατάκι σου [< 1: ιταλ. crema 2: γαλλ. crème] | |
| 26597 | κρεμαγιέρα | κρε-μα-γιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα στο σύστημα διεύθυνσης αυτοκινήτου για τη μετάδοση της κίνησης στους τροχούς, το οποίο αποτελείται από οδοντωτό τροχό και κανόνα: ~ με υδραυλική υποβοήθηση. Βλ. κιβώτιο (ταχυτήτων), σασμάν, -ιέρα. [< γαλλ. crémaillère] | |
| 26598 | κρεμάλα | κρε-μά-λα ουσ. (θηλ.) 1. όργανο θανατικών εκτελέσεων που έχει σχήμα ορθής γωνίας, από την άκρη της οποίας κρέμεται σχοινί με θηλιά· συνεκδ. απαγχονισμός: η ποινή της ~ας. Γλίτωσε την ~. Οδηγήθηκε στην ~ (: καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό). Πβ. αγχόνη. 2. παιχνίδι στο οποίο ο ένας παίκτης γράφει το πρώτο και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης και ο άλλος μαντεύει τα υπόλοιπα που έχουν αντικατασταθεί από παύλες, ενώ για κάθε λάθος ζωγραφίζεται σταδιακά ένα ανθρωπάκι κρεμασμένο σε αγχόνη. 3. (μτφ.-χιουμορ.) γάμος. ΣΥΝ. κρέμασμα (4) ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρεμάλα (μτφ.-προφ.): (για υπεύθυνο, ένοχο) πρέπει να τιμωρηθεί πολύ αυστηρά. ΣΥΝ. είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο, στέλνω κάποιον στο απόσπασμα/στην κρεμάλα βλ. στέλνω | |
| 26599 | κρεμάμενος | , η, ο κρε-μά-με-νος επίθ. (λόγ.): που κρέμεται. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: κρεμάμενη κοιλία: ΙΑΤΡ. γενικευμένη χαλάρωση μυών, επιδερμίδας και γενικότ. μαλακών μορίων του κοιλιακού τοιχώματος. Βλ. κοιλιοπλαστική. ● ΦΡ.: επί ξύλου κρεμάμενος βλ. ξύλο ● βλ. κρέμομαι | |
| 26600 | κρεμανταλάς | κρε-μα-ντα-λάς ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): άνδρας ψηλός και άχαρος. Βλ. -άς. ΣΥΝ. μαγκλαράς, μαντράχαλος, νταγλαράς || ~ τζακιού. | |
| 26601 | κρέμαση | κρέ-μα-ση ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. προεξέχον προς τα κάτω οικοδομικό στοιχείο. Βλ. κυμάτιο, περίζωμα. [< αρχ. κρέμασις ‘ανάρτηση, κρέμασμα’] | |
| 26602 | κρέμασμα | κρέ-μα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. στερέωση από ψηλό σημείο: ~ των κουρτινών/των ρούχων (στην ντουλάπα)/της ταμπέλας. ~ από το ταβάνι. ~ με γάντζο (πβ. ανάρτηση).|| (μτφ.) ~ του δέρματος (= χαλάρωση). ΑΝΤ. ξεκρέμασμα 2. απαγχονισμός. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό της πληροφ.) πρόβλημα λειτουργίας, μπλοκάρισμα: ~ατα του συστήματος. Πβ. κόλλημα, κρασάρισμα. 4. (μτφ.-χιουμορ.) γάμος. ΣΥΝ. κρεμάλα (3) ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο: (ως έκφρ. έντονης δυσαρέσκειας) πρέπει να τιμωρηθεί σκληρά. ΣΥΝ. είναι για/θέλει κρεμάλα [< μτγν. κρέμασμα 3: αγγλ. hanging] | |
| 26603 | κρεμασμένος | , η, ο κρε-μα-σμέ-νος επίθ. 1. που κρέμεται από κάπου, αναρτημένος: ~ος: πίνακας. ~η: φωτογραφία. ~ο: πανό. ~α: ρούχα (στη ντουλάπα). Κάδρα ~α στον τοίχο. Τσάντα ~η στον/από τον ώμο. Πινακίδα ~η πάνω από την πόρτα. ~ στο κενό (βλ. αιωρούμαι). Είναι ~η πάνω του (: τον κρατά αγκαλιά ή μτφ. είναι εξαρτημένη από αυτόν). 2. (για πρόσ.) που έχει κρεμαστεί, απαγχονιστεί: Βρέθηκε ~ σε δέντρο. ● ΦΡ.: στο σπίτι του κρεμασμένου δε(ν) μιλάνε για σκοινί (παροιμ.): δεν πρέπει να αναφέρονται θέματα ή καταστάσεις που θυμίζουν σε κάποιον τις τραυματικές του εμπειρίες. [< γαλλ. on ne parle pas de corde dans la maison d’un pendu] ● βλ. κρεμώ | |
| 26604 | κρεμαστάρι | κρε-μα-στά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξάρτημα, γάντζος για το κρέμασμα αντικειμένων: ~ια καντηλιών. Πβ. αναρτήρας. Βλ. κρεμάστρα. ● Υποκ.: κρεμασταράκι (το) ● ΦΡ.: όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού [< μεσν. κρεμαστάριον ‘κηροπήγιο, πολύφωτο’] | |
| 26605 | κρεμαστός | , ή, ό κρε-μα-στός επίθ. 1. που κρεμιέται από κάπου, που στερεώνεται σε ψηλό σημείο: ~ή: τσάντα (βλ. περασμένος). ~ά: κοσμήματα (βλ. κολιέ)/σκουλαρίκια (= μακριά).|| ~ός: σάκος πυγμαχίας. ~ό: ρολόι/φωτιστικό. ~ά: ντουλάπια/ράφια (από τον τοίχο). Βλ. ξεκρέμαστος. 2. (κατ' επέκτ.) που δίνει την εντύπωση ότι είναι μετέωρος, ότι αιωρείται: ~ή: γέφυρα (βλ. αερογέφυρα, καλωδιωτή γέφυρα)/γλάστρα/σκάλα. ● ΣΥΜΠΛ.: κρεμαστοί κήποι βλ. κήπος [< αρχ. κρεμαστός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ