Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27320-27340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26606κρεμάστρακρε-μά-στρα ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο που έχει μορφή συνήθ. τριγωνικού πλαισίου με άγκιστρο στην κορυφή για το κρέμασμα ρούχων κυρ. μέσα σε ντουλάπα: μεταλλική/ξύλινη/πλαστική ~. Κρέμασε το σακάκι στην ~. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε κατασκευή με τη μορφή μακρόστενης ράβδου ή/και άγκιστρων, για το κρέμασμα ρούχων: ~ τοίχου. ~ για γραβάτες/ζώνες/παντελόνια/πετσέτες (στο φύλλο ντουλάπας ή ντουλαπιού). Τα παλτά κρέμονται στην ~ του χολ. Βλ. καλόγερος, κρεμαστάρι, πορτμαντό. [< μτγν. κρεμάστρα ‘σχοινί που κρέμεται, κοτσάνι’]
26607κρεματόριοκρε-μα-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κρεματορί-ου}: αποτεφρωτήριο νεκρών (κυρ. παλαιότ., στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης). Βλ. θάλαμος αερίων. ΣΥΝ. φούρνος (4) [< γερμ. Krematorium]
26608κρεμάωβλ. κρεμώ
26609κρεμεζής, -ιά, -ί κρε-με-ζής επίθ. (λογοτ.): που έχει το ζωηρό κόκκινο χρώμα του κρεμεζιού. Πβ. βυσσινής, γκρενά, κεραμιδής, μπορντό. ● Ουσ.: κρεμεζί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. [< μεσν. κερμεζής, κιρμιζής < τουρκ. τουρκ. kιrmιzι]
26610κρεμέζικρε-μέ-ζι ουσ. (ουδ.): κοκκινωπή χρωστική ουσία. [< μεσν. κρεμέζιν < τουρκ. kιrmιzι]
26611κρεμλίνοκρε-μλί-νο ουσ. (ουδ.): η έδρα της ρωσικής κυβέρνησης και μετωνυμ. η ίδια η κυβέρνηση. [< γαλλ. kremlin < ρωσ. kreml ‘φρούριο’]
26612κρεμμύδικρεμ-μύ-δι ουσ. (ουδ.) {κρεμμυδ-ιού | -ιών} & (λαϊκό) κρομμύδι: ΒΟΤ. διετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Allium cepa), λαχανικό συγγενικό με το σκόρδο, με βολβό και φύλλα που τρώγονται και έχουν χαρακτηριστική καυτερή γεύση· (συνήθ. συνεκδ.) ο βολβός του: κίτρινο/κόκκινο/λευκό ~. Ξερά/φρέσκα/χλωρά ~ια. Γλυκά/σοταρισμένα/τηγανητά/ψητά/ωμά ~ια. Καθαρίζω/τσιγαρίζω/(ψιλο)κόβω (τα) ~ια. Φέτες ~ιού. Δαχτυλίδια/ροδέλες ~ιών (= κρεμμυδοροδέλες). Γύρος/σουβλάκι/χωριάτικη σαλάτα με/χωρίς ~. Βλ. ασκαλώνιο, γεώφυτα, κοκκάρι, στιφάδο. ● Υποκ.: κρεμμυδάκι (το) ● Μεγεθ.: κρεμμύδα (η) ● ΦΡ.: (ντυμένος) σαν κρεμμύδι (προφ.): που φορά πολλά και βαριά ρούχα, το ένα πάνω στο άλλο., κάνω κάποιον με τα κρεμμυδάκια (προφ.) ΣΥΝ. κάνω κάποιον κιμά 1. του ασκώ σκληρή κριτική ή έλεγχο, τον κατατροπώνω. Πβ. κολλώ κάποιον στον τοίχο. 2. τον δέρνω άγρια. Πβ. ξυλοκοπώ. ΣΥΝ. κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο), μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι βλ. κύμινο, σκόρδο ο ένας, κρεμμύδι ο άλλος βλ. σκόρδο [< μεσν. κρεμμύδι(ν)]
26613κρεμμυδίλακρεμ-μυ-δί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσάρεστη οσμή από κρεμμύδι: Μυρίζει ~. Βλ. σκορδίλα, -ίλα.
26614κρεμμυδόπιτακρεμ-μυ-δό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με βασικό υλικό της γέμισης το κρεμμύδι. Βλ. -πιτα.
26615κρεμμυδόσουπακρεμ-μυ-δό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα με βασικό συστατικό τα κρεμμύδια: γαλλική ~. Βλ. -σουπα. [< γαλλ. soupe à l'oignon]
26616κρέμομαικρέ-μο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., μτχ. κρεμάμενος} 1. στηρίζομαι, στερεώνομαι από κάπου ψηλά σε σχέση με το έδαφος και αιωρούμαι ή έχω το κάτω μέρος ελεύθερο: Ο πολυέλαιος ~εται από το ταβάνι. Άνθρωποι ~ονταν από σχοινιά και σκάλες.|| Κάδρο/καθρέφτης που ~εται (πβ. κρεμιέται) στον τοίχο/πάνω από το τζάκι. Το χρυσό μετάλλιο ~όταν στον λαιμό του.|| (προφ.) Σου ~εται μια κλωστή (: εξέχει). Οι κοιλιές/τα προγούλια του ~ονται.|| (μτφ.) Το μοναστήρι ~εται πάνω από το φαράγγι. Τα σύννεφα ~ονταν βαριά πάνω από τα κεφάλια τους.|| (για αφηρημένη έννοια που προκαλεί ανασφάλεια ή φόβο) Η απειλή της απέλασης/η δαμόκλειος σπάθη της ανεργίας/ο κίνδυνος της απόλυσης ~εται από πάνω τους. Πβ. επικρέμαται. 2. (μτφ.) (+ από) εξαρτώμαι από κάποιον ή κάτι: Το μέλλον της ~εται από την απόφασή του. Πβ. βασίζομαι. ● ΦΡ.: κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου (μτφ.): τον ακούω με μεγάλο ενδιαφέρον, προσοχή, αγωνία, προσμονή ή γοητευμένος: Το ακροατήριο/το κοινό ~όταν κυριολεκτικά από τα χείλη του., κρέμεται από μια τρίχα βλ. τρίχα, κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή, κρέμονται σαν (τα) σταφύλια βλ. σταφύλι ● βλ. κρεμάμενος, κρεμώ [< μεσν. κρέμομαι]
26617κρεμοντούςκρε-μο-ντούς ουσ. (ουδ.): κρεμώδες αφρόλουτρο για ντους. Βλ. κρεμοσάπουνο. [< αγγλ. shower cream]
26618κρεμόριοκρε-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κρεμοτάρταρο: ΖΑΧΑΡ. λευκή κρυσταλλική σκόνη που χρησιμοποιείται για να γίνεται η μαρέγκα πιο σφιχτή και η ζύμη πιο τριφτή. Βλ. μαγειρική σόδα, μπέικιν πάουντερ, ξινό. ΣΥΝ. όξινο τρυγικό κάλιο [< γαλλ. crème de tarte]
26619κρεμοσάπουνοκρε-μο-σά-που-νο ουσ. (ουδ.): σαπούνι σε παχύρρευστη μορφή: υγρό ~ χεριών. Βλ. αφρόλουτρο, κρεμοντούς. [< αγγλ. cream soap]
26620κρεμώ[κρεμῶ] κρε-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρεμ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | κρέμ-ασα, -άσει, -ιέται, -άστηκε, -αστεί, -ασμένος} & κρεμάω 1. στηρίζω, στερεώνω κάτι σε ψηλό σημείο, ώστε το κάτω μέρος του να μένει ελεύθερο: ~ τις κουρτίνες/το πανό/τη σημαία. ~ασε το σακάκι στην κρεμάστρα/την τσάντα στον ώμο. ~ασε στον λαιμό/στο στήθος του το μετάλλιο. Αφίσα/κάδρο που ~ιέται στον τοίχο (πβ. κρέμομαι). Ο προβολέας μπορεί να ~αστεί από το/στο ταβάνι. Πβ. αναρτώ.|| (μτφ.) Του ~ασαν την ταμπέλα του αποτυχημένου (: του απέδωσαν τον χαρακτηρισμό· πβ. στιγματίζω). ΑΝΤ. ξεκρεμώ 2. (μτφ.-προφ.) παύω να ασχολούμαι (συνήθ. επαγγελματικά) με κάτι: ~ασε τα γάντια/τα παπούτσια/τη σφυρίχτρα του (: για πυγμάχο ή τερματοφύλακα, για ποδοσφαιριστή, για διαιτητή). 3. θανατώνω κάποιον στην κρεμάλα, απαγχονίζω. 4. αφήνω κάτι να κρέμεται: ~ασε τα χέρια του στα μπράτσα της πολυθρόνας (: τα άφησε να πέσουν χαλαρά).κρεμάει (προφ.) 1. (για μηχάνημα, σύστημα) σταματά να λειτουργεί, μπλοκάρει: Ο κινητήρας/το μοτέρ/η συσκευή/ο υπολογιστής ~ (= κολλάει). Το δίκτυο/πρόγραμμα δεν ~ασε ούτε μια φορά. 2. βρίσκεται χαμηλότερα από όσο θα έπρεπε, σακουλιάζει ή χαλαρώνει: Η μπλούζα ~ πίσω.|| Η επιδερμίδα/το σώμα του έχει ~άσει (: έγινε πλαδαρό). ● Παθ.: κρεμιέμαι 1. κρατιέμαι, πιάνομαι με τα χέρια από κάπου, έτσι ώστε τα πόδια να μην ακουμπούν στο έδαφος: ~ιόταν από το κάγκελο/το κλαδί. Πβ. αιωρούμαι, μετεωρίζομαι.|| Την ώρα του αποχωρισμού ~άστηκε πάνω του (πβ. αγκαλιάζω).|| (μτφ.) ~άστηκαν από τα παράθυρα, για να δούνε (: έσκυψαν πολύ). 2. (μτφ.) εξαρτώμαι ολοκληρωτικά από κάποιον ή κάτι: ~άστηκαν πάνω της, με την ελπίδα να ... Πβ. κρέμομαι. 3. (προφ.-χιουμορ.) παντρεύομαι: Πήγε και ~άστηκε! Πβ. στεφανώνομαι. ● ΦΡ.: ας/να πάει να κρεμαστεί! (προφ.): ως έκφραση έντονης περιφρόνησης, αδιαφορίας. Πβ. ας/δεν πάει να κόψει το λαιμό του/δεν πάει να κουρεύεται;/να/ας/δεν πάει να πνιγεί!, θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! (απειλητ.): για αποτροπή: Κοίτα μην πειράξεις τα πράγματά μου, ~ ~! ΣΥΝ. θα σε γδάρω ζωντανό!, κρεμάω κάποιον (μτφ.-προφ.): τον αφήνω εκτεθειμένο: Μια φορά την χρειάστηκα και με ~ασε (= πούλησε).|| ~ασε την ομάδα του με την αστοχία του., του κρέμασαν κουδούνια (μτφ.): τον γελοιοποίησαν. Πβ. παίρνω κάποιον στο ψιλό. Βλ. γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα., καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω/καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο βλ. κόσκινο, ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο ● βλ. κρεμασμένος, κρέμομαι [< αρχ. κρεμῶ]
26621κρεμώδης, ης, ες κρε-μώ-δης επίθ. {κρεμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με κρέμα ως προς τη μορφή ή/και τη σύσταση: ~ης: σάλτσα/σούπα. ~ες: ποτό/ρόφημα/τυρί (= τυρί-κρέμα).|| ~ες: αφρόλουτρο (= κρεμοντούς). Κραγιόν/σκιές με ~η υφή. Πβ. παχύρρευστος. Βλ. -ώδης.
26622κρένωκρέ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (διαλεκτ.): μιλώ, λέω, απαντώ. [< μεσν. κρένω]
26623κρεο-: α' συνθετικό για τον σχηματισμό λέξεων που αναφέρονται στο κρέας ως τροφή του ανθρώπου: κρεο-παραγωγή (βλ. γαλακτο-)/~πωλείο (βλ. οπωρο-, ιχθυο-)/~φαγία (πβ. κρεατο-· βλ. χορτο-).
26624κρεόζωτοκρε-ό-ζω-το ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ελαιώδες υγρό που παράγεται με απόσταξη από την ξυλόπισσα και χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό και συντηρητικό. [< γερμ. Kreosot < κρέας + σωτήρ, γαλλ. créosote, αγγλ. creosote]
36300κρεολο

[ὁμογενοποίηση] ο-μο-γε-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & ομοιογενοποίηση: επεξεργασία με την οποία κάτι γίνεται ενιαίο στη σύνθεση, προσδίδονται όμοιες ιδιότητες στα συστατικά του: ~ δειγμάτων (σε μορφή κρέμας ή πάστας)/ιστών/μείγματος. ~ του καυσίμου/του πηλού. Δεξαμενή/συσκευή (= ομογενοποιητής) ~ης.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ του γάλακτος (: περιορισμός του λίπους του σε πολύ μικρά σωματίδια, ώστε να κατανέμεται ομοιόμορφα).|| (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ., απουσία ποικιλίας:) Γλωσσική/εθνική/ιδεολογική/πολιτι(στι)κή ~. Η ~ των γνώσεων/της εργασίας/των λαών/των πληθυσμών/της πληροφορίας/του προσωπικού. Βλ. ενιαιο-, μαζικο-ποίηση. [< γαλλ. homogénéisation, 1907, αγγλ. homogenization, 1908]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.