| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26625 | κρεολοποίηση | κρε-ο-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. μετατροπή μιας γλώσσας πίτζιν σε κρεολή. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. créolisation, 1975] | |
| 26626 | κρεολός | , ή, ό κρε-ο-λός επίθ. & κρεολικός & κρεολέζικος, η, ο & κρεόλ {άκλ.}: που σχετίζεται με τους Κρεολούς. ● ΣΥΜΠΛ.: κρεολή (γλώσσα): ΓΛΩΣΣ. που προέρχεται από ανάμειξη της ιθαγενούς και της επικρατούσας στη συγκεκριμένη περιοχή ευρωπαϊκής γλώσσας (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, ολλανδικά) και έχει καθιερωθεί ως μητρική στην κοινότητα αυτή. Βλ. πίτζιν. [< γαλλ. créole] | |
| 26627 | Κρεολός, Κρεολή | Κρε-ο-λός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.) : πρόσωπο που είχε γεννηθεί στις παλιές ευρωπαϊκές αποικίες από έναν γονέα ιθαγενή και έναν Ευρωπαίο. Βλ. μιγάς. [< γαλλ. créole] | |
| 26628 | κρεοπαραγωγή | βλ. κρεατοπαραγωγή | |
| 26629 | κρεοπαραγωγός | , ός, ό βλ. κρεατοπαραγωγός | |
| 26630 | κρεοπωλείο | [κρεοπωλεῖο] κρε-ο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλείται κυρ. κρέας σφαγίων. Πβ. χασάπικο. Βλ. κρεαταγορά, σφαγείο, -πωλείο. [< μτγν. κρεοπωλεῖον] | |
| 26631 | κρεοπώλης | κρε-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κρεοπώλισσα}: ιδιοκτήτης ή υπάλληλος κρεοπωλείου. ~-εκδοροσφαγέας. Πβ. χασάπης. Βλ. -πώλης. [< μτγν. κρεοπώλης] | |
| 26632 | κρεοσκόπος | κρε-ο-σκό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: κρεοσκόπος κτηνίατρος: ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο και την ταυτοποίηση των προς σφαγή ζώων, καθώς και για τη σήμανση καταλληλότητας των σφαγίων. Βλ. -σκόπος. | |
| 26633 | κρεουργώ | [κρεουργῶ] κρε-ουρ-γώ ρ. (μτβ.) (σπάν.): κατακρεουργώ, κομματιάζω. [< μτγν. κρεουργῶ] | |
| 26634 | κρεοφαγία | βλ. κρεατοφαγία | |
| 26635 | κρεοφάγος | , ος, ο κρε-ο-φά-γος επίθ./ουσ. (λόγ.): κρεατοφάγος. ● ΣΥΜΠΛ.: η εβδομάδα/Κυριακή της Κρεοφάγου: ΕΚΚΛΗΣ. Κρεατινή. Βλ. τυροφάγος. [< αρχ. κρεοφάγος] | |
| 26636 | κρεπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. {κ. σπανιότ. ως επίθ.} ανάγλυφο ή πτυχωμένο ύφασμα από βαμβάκι, μαλλί ή μετάξι. Πβ. μαροκέν. Βλ. μουσελίνα, οργάντζα, σατέν, ταφτάς. ΣΥΝ. κρέπι (2) 2. συνθετική ελαστική ύλη από καουτσούκ από την οποία κατασκευάζονται σόλες. Βλ. τρακτερωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: χαρτί κρεπ: με πτυχώσεις. Βλ. γκοφρέ, οντουλέ. [< γαλλ. crêpe] | |
| 26637 | κρέπα | κρέ-πα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. λεπτή ζύμη σε σχήμα στρογγυλό, από χυλό γάλακτος, αλευριού και αβγών που ψήνεται ή τηγανίζεται και σερβίρεται διπλωμένη, με αλμυρή ή γλυκιά γέμιση: ~ με ζαμπόν και τυρί/μαρμελάδα. ~ες σοκολάτας. Βλ. βάφλα, κρεπιέρα, τηγανίτα. [< γαλλ. crêpe] | |
| 26638 | κρεπάρω | κρε-πά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρέπαρ-α, -ισμένος} (προφ.) 1. ξαίνω: ~ισμένο: μαλλί. 2. (μτφ.) εξαντλούμαι λόγω μεγάλης ψυχολογικής πίεσης ή κούρασης: Κοντεύει να ~ει. Πβ. καταρρέω, σκάω, τα παίζω, φλιπάρω. ΣΥΝ. κλατάρω 3. {μόνο στο γ' πρόσ.} (για άψυχα) σπάω, ξεχαρβαλώνομαι: Το αυτοκίνητο/η μηχανή ~ε. [< 1: γαλλ. crêper 2,3: ιταλ. crepare] | |
| 26639 | κρεπερί | κρε-πε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κατάστημα όπου παρασκευάζονται, πωλούνται ή/και σερβίρονται κρέπες. Βλ. -ερί. [< γαλλ. crêperie, 1929] | |
| 26640 | κρέπι | κρέ-πι ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό, διάφανο, μαύρο ύφασμα που αποτελούσε (κυρ. παλαιότ.) ένδειξη πένθους: πέπλο από ~. ~ στο καπέλο. Γυναίκες με (πένθιμα) ~ια. 2. (σπάν.-λαϊκό) κρεπ. [< γαλλ. crêpe] | |
| 26641 | κρεπιέρα | κρε-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική συσκευή με αντικολλητική επιφάνεια για παρασκευή κρέπας: επαγγελματική/ηλεκτρική ~. ~ες υγραερίου. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. crêpier] | |
| 26642 | κρεσέντο | κρε-σέ-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κρετσέντο 1. (μτφ.) κορύφωση ενός αρνητικού συνήθ. συναισθήματος ή φαινομένου, ξέσπασμα: εθνικιστικό ~. ~ βίας. (Μέσα) σε ένα (δραματικό) ~ αγωνίας/έντασης.|| Βρίσκεται σε δημιουργικό ~. Πβ. οργασμός, πυρετός.|| (ΑΘΛ.) Ο παίκτης συνέχισε το επιθετικό του ~. 2. ΜΟΥΣ. κλιμάκωση της έντασης κατά την εκτέλεση μουσικής σύνθεσης. ΑΝΤ. ντεκρεσέντο [< ιταλ. crescendo] | |
| 26643 | κρετινισμός | κρε-τι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. συγγενής πάθηση που οφείλεται σε βαρύ υποθυρεοειδισμό και χαρακτηρίζεται κυρ. από νοητική υστέρηση και ελλιπή σωματική ανάπτυξη. Βλ. ιδιωτεία, μυξοίδημα. 2. (κατ' επέκτ.) βλακεία, ηλιθιότητα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. crétinisme] | |
| 26644 | κρετίνος | κρε-τί-νος ουσ. (αρσ.) 1. ηλίθιος, βλάκας, καθυστερημένος. Πβ. ανεγκέφαλος, ανόητος. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) πρόσωπο που πάσχει από κρετινισμό. Βλ. ιδιώτης. [< ιταλ. cretino ‘φτωχός χριστιανός, αξιολύπητος άνθρωπος < γαλλ. crétin < chrétien < λατ. christianus < χριστιανός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ