| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26645 | κρετόν | κρε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαρύ ύφασμα από βαμβάκι, λινό ή ρεγιόν, συνήθ. με σχέδια, που χρησιμοποιείται για κουρτίνες ή καλύμματα. Βλ. μπροκάρ. [< γαλλ. cretonne] | |
| 26647 | κρημνός | κρη-μνός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. σύνθετo τμήμα ιστών (κυρ. του δέρματος) που μετατίθεται με χειρουργική επέμβαση από μια περιοχή του σώματος σε μια άλλη γειτονική. 2. γκρεμός· κυρ. στη ● ΦΡ.: κατά κρημνών (λόγ.): προς την καταστροφή: Η επιχείρηση/οικονομία βαίνει/πάει ~ ~. Πβ. κατά δια(β)όλου. [< 1: γαλλ. lambeau 2: αρχ. κρημνός] | |
| 26648 | κρημνώδης | , ης, ες κρη-μνώ-δης επίθ. {κρημνώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): απόκρημνος, με γκρεμούς: ~ης: ακτή/περιοχή.|| ~εις: πλαγιές. Βλ. βραχώδης, -ώδης. [< αρχ. κρημνώδης] | |
| 26649 | κρηναίος | , α, ο [κρηναῖος] κρη-ναί-ος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που σχετίζεται με την κρήνη: ~ο: οικοδόμημα. ~α: αγάλματα. [< αρχ. κρηναῖος] | |
| 26650 | κρήνη | κρή-νη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): καλαίσθητη συνήθ. κατασκευή από την οποία αναβλύζει νερό που προέρχεται από φυσική ή τεχνητή πηγή: μαρμάρινη/μνημειακή/πέτρινη ~. Η ~ του ναού (βλ. φιάλη)/της πλατείας. Πβ. βρύση. Βλ. γούρνα, πηγάδι, σιντριβάνι, στέρνα, υδραγωγείο. [< αρχ. κρήνη] | |
| 26652 | κρηπιδότοιχος | κρη-πι-δό-τοι-χος ουσ. (αρσ.): τοίχος μεγάλου μήκους που οικοδομείται σε προβλήτες λιμανιών για προστασία από τα κύματα. Βλ. κυματοθραύστης. | |
| 26651 | κρηπίδωμα | κρη-πί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. βαθμιδωτό βάθρο κυρ. αρχαίου ναού, θεμέλιο: λίθινη ~. Βλ. στυλοβάτης.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ της Αγίας Τράπεζας (: σκαλοπάτι στο μπροστινό μέρος της).|| (μτφ.) ~ της πίστης/της φιλοσοφίας. Πβ. βάση. Βλ. υποδομή. ΣΥΝ. κρηπίδωμα (2) 2. ΓΕΩΛ. υφαλοκρηπίδα: ηπειρωτική ~. Βλ. ηπειρωτική κατωφέρεια. 3. (επίσ.) προβλήτα. Πβ. αποβάθρα, προκυμαία. ΣΥΝ. κρηπίδωμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κρηπίδα πάγου: εκτεταμένη επιφάνεια πάγου που επιπλέει στη θάλασσα και είναι ενωμένη με την ξηρά. [< αγγλ. ice shelf, shelf ice, 1910] [< αρχ. κρηπίς] | |
| 26653 | κρηπίδωμα | κρη-πί-δω-μα ουσ. (ουδ.) {κρηπιδώμ-ατος | -ατα} 1. (επίσ.) προκυμαία, προβλήτα: παραλιακά ~ατα. Το ~ του λιμανιού. Το βάθος του ~ατος. Επέκταση/κατασκευή ~ατος. Το σκάφος προσέδεσε στο ~. Βλ. κυματοθραύστης, λιμενοβραχίονας. ΣΥΝ. αποβάθρα, κρηπίδα (3), μόλος (1), μουράγιο, πλατφόρμα (2) 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κρηπίδα: ~ του βωμού/ναού.|| (μτφ.) ~ της κοινωνίας/της δημοκρατίας. Πβ. βάση, θεμέλιο. [< μτγν. κρηπίδωμα ‘θεμέλιο’] | |
| 26654 | κρησάρα | κρη-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λεπτό κόσκινο, συνήθ. για αλεύρι. ΣΥΝ. σήτα (2) ● ΦΡ.: περνάω από (ψιλή) κρησάρα (μτφ.): υποβάλλω ή υποβάλλομαι σε ενδελεχή έρευνα, εξονυχιστικό έλεγχο: Τα στοιχεία πέρασαν από ~. Πβ. κοσκινίζω, περνώ από (ψιλό) κόσκινο. Βλ. λεπτολογώ. [< αρχ. κρησέρα· πβ. μεσν. κρησάρα] | |
| 26655 | κρησφύγετο | κρη-σφύ-γε-το ουσ. (ουδ.): χώρος όπου καταφεύγει κάποιος που καταδιώκεται ή επιθυμεί να κρυφτεί: το ~ του δραπέτη/του καταζητούμενου. Ανακάλυψη/βομβαρδισμός του ~ου (των ανταρτών/τρομοκρατών). Πβ. άντρο, λημέρι.|| Ασφαλές ~. Πβ.γιάφκα, καταφύγιο, κρυψώνα. [< αρχ. κρησφύγετον] | |
| 26656 | κρητίδα | κρη-τί-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) κρητίς: ΟΡΥΚΤ. μαλακό, εύθραυστο, συνήθ. λευκό ασβεστολιθικό πέτρωμα. Βλ. μάργα, ψαμμίτης. ΣΥΝ. κιμωλία (2) [< γερμ. Kreide < λατ. (terra) creta < μτγν. κρήτη] | |
| 26657 | κρητιδικός | , ή, ό κρη-τι-δι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το Κρητιδικό: ~οί: ασβεστόλιθοι. ~ές: αποθέσεις. ~ά: πετρώματα/στρώματα. Η ~ή εποχή/περίοδος. ● Ουσ.: Κρητιδικό (το): η τελευταία περίοδος του μεσοζωικού αιώνα (περ. 145-65 εκατ. χρόνια πριν): Άνω/Κάτω/Μέσο ~. Βλ. Ιουρασικό, καινο-/παλαιο-ζωικός αιώνας, Ηώ-, Μειό-, Ολιγό-, Ολό-, Παλαιό-, Πλειστό-καινο, Τριαδικό, Τριτο-, Τεταρτο-γενές. [< γαλλ. crétacé] | |
| 26658 | κρητιδογραφία | κρη-τι-δο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. παστέλ: τεχνική της ~ας.|| (συνεκδ.) Μια ~ που παριστάνει ... Βλ. -γραφία. | |
| 26659 | κρητικός | , ή/ιά, ό κρη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Κρήτη ή/και τους Κρητικούς: ~ός: ντάκος/πεντοζάλης. ~ή: βεντέτα/λύρα. ~ό: μαντίλι (= σαρίκι). ~ές: μαντινάδες.|| Το ~ό Πέλαγος.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (= η ~ή διάλεκτος). ● ΣΥΜΠΛ.: κρητικό βόλι βλ. βόλι [< αρχ. κρητικός] | |
| 26660 | Κρητικός, Κρητικιά | Κρη-τι-κός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κρήτη. [< αρχ. Κρητικός] | |
| 26661 | κρητολογία | κρη-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): επιστημονική πραγμάτευση θεμάτων που σχετίζονται με την ιστορία και τον πολιτισμό της Κρήτης. Βλ. -λογία. | |
| 26662 | κρητολογικός | , ή, ό κρη-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κρητολογία: ~ό: συνέδριο. ~ές: έρευνες/σπουδές. | |
| 26663 | κρητομυκηναϊκός | , ή, ό κρη-το-μυ-κη-να-ϊ-κός επίθ.: ΑΡΧ. που σχετίζεται με τη Μινωική Κρήτη μετά την εγκατάσταση μυκηναϊκών πληθυσμών σε αυτήν: ~ός: πολιτισμός. ~ή: εποχή. Βλ. αρχαϊκός, γεωμετρικός, κλασικός. | |
| 26677 | κρι-κρι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. κρητικός αίγαγρος (επιστ. ονομασ. Capra aegagrus cretensis/creticus) με μεγάλα καμπυλωτά προς τα πίσω κέρατα, καφέ τρίχωμα και γένι. Πβ. αγρίμι. Βλ. αγρινό. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 26664 | κριάρι | κρι-ά-ρι ουσ. (ουδ.) {κριαρ-ιού} 1. ΖΩΟΛ. αρσενικό πρόβατο: κέρατα ~ιού. Βλ. βόδι, προβατίνα, τράγος. ΣΥΝ. κριός (2) 2. ΑΣΤΡΟΛ. (προφ.) πρόσωπο που είναι Κριός στο ζώδιο. ● Υποκ.: κριαράκι (το) [< μεσν. κριάρι(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ