| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1766 | ακράτητος | , η, ο [ἀκράτητος] α-κρά-τη-τος επίθ.: ανεξέλεγκτος, ασυγκράτητος: ~ος: θυμός (= άκρατος). ~η: ορμή (= αχαλίνωτη)/φλυαρία (= ακατάσχετη). ~ο: πάθος (= παράφορο). ~α: δάκρυα. Με ~ο ενθουσιασμό. ● επίρρ.: ακράτητα [< αρχ. ἀκράτητος] | |
| 1767 | άκρατος1 | , η, ο [ἄκρατος] ά-κρα-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): πολύ μεγάλος ή και υπερβολικός, ασυγκράτητος: ~ος: εγωισμός/εθνικισμός/ενθουσιασμός/ερωτισμός/θαυμασμός/ιδεαλισμός/καταναλωτισμός (πβ. υπερκαταναλωτισμός)/κομματισμός/κυνισμός/λαϊκισμός/φανατισμός/φιλελευθερισμός. ~η: ανάπτυξη (του μαζικού τουρισμού)/βία/εκμετάλλευση/επιθυμία (πβ. ασταμάτητος)/ζήλια/κερδοσκοπία/ορμή/πολυλογία (= ακατάσχετη)/φαντασία (= ακράτητη, αχαλίνωτη). ~ες: φιλοδοξίες. Πβ. ανεξέλεγκτος. | |
| 1768 | άκρατος2 | , η, ο [ἄκρατος] ά-κρα-τος επίθ. (αρχαιοπρ.) 1. που δεν έχει αναμειχθεί με κάτι άλλο: ~ος: οίνος (: χωρίς προσθήκη νερού). (ΑΡΧ.) ~ες: σπονδές (: που τελούνταν με ~ο οίνο). 2. (σπάν.-μτφ.) γνήσιος, καθαρός, ατόφιος: ~ος: λυρισμός. ΣΥΝ. ακραιφνής [< αρχ. ἄκρατος] | |
| 1769 | άκρη | [ἄκρη] ά-κρη ουσ. (θηλ.) 1. τελικό σημείο, όριο, αρχή ή τέλος: Η μυτερή ~ του ακοντίου (πβ. αιχμή, κόψη). Η ~ του βέλους (= μύτη). Οι δύο ~ες της γέφυρας/της ζώνης/του καλωδίου/της κλωστής. Στην ~ του γκρεμού (= χείλος)/του (δια)δρόμου (= τέρμα)/της θάλασσας/του νησιού/του πεζοδρομίου/του τραπεζιού. Από τη μια ~μέχρι την/ως την άλλη. Θα τον ακολουθήσω ως την ~ της γης. Πβ. άκρο, απόληξη.|| Στην άλλη ~ του τηλεφώνου/της (τηλεφωνικής) γραμμής βρίσκεται ο ...|| Με τις ~ες των δαχτύλων. 2. γωνιά, απόμερο σημείο: Καθόταν αμίλητος στην ~. Σε μια ~ του δρόμου.|| (προφ.) ~ (= κάνε στην ~)! ~ να περάσω! 3. (σπάν.) μικρή έκταση: μια ~ γης. ● Υποκ.: ακρούλα & ακρίτσα (η) ● ΦΡ.: (δεν) βρίσκω άκρη: (δεν) μπορώ να οδηγηθώ στη λύση ενός προβλήματος, να βρω αυτό που θέλω: Ρωτάω δεξιά κι αριστερά και/μα δεν ~ ~. Πού να βρεις ~; Τελικά βρήκαμε (την) ~., άκρη-άκρη {επιρρ. χρ.}: εντελώς στην άκρη: ~ ~ στο κύμα/στο ποτάμι. Περπατώ/πηγαίνω ~ ~., απ' άκρη σ' άκρη & (λόγ.) απ' άκρου εις άκρον: από τη μια άκρη στην άλλη, παντού: Γνωρίζει την περιοχή ~ ~. Είχε οργώσει/διασχίσει/διατρέξει τη χώρα ~ ~. Η φήμη του απλώνεται ~ ~. ~ ~ της γης/της Ελλάδας/της επικράτειας/του πλανήτη., βάζω στην άκρη/στην μπάντα 1. & έχω στην άκρη/στην μπάντα: αποταμιεύω: ~ ~ χρήματα, για να πάρω ... Έχει καλό κομπόδεμα ~. 2. & αφήνω στην άκρη/μπάντα: παραμερίζω κάτι ή κάποιον: Έβαλε ~ τον εγωισμό του και του μίλησε., δεν βγάζω/δεν βγαίνει άκρη (προφ.): σε περιπτώσεις που αδυνατεί κάποιος να καταλάβει, να αντιληφθεί τι γίνεται: Δεν βγαίνει ~ με τη συνάντηση. Ξαναδιάβασα το κείμενο, αλλά δεν έβγαλα ~. Προσπαθώ να καταλάβω και δεν βγάζω ~ (= νόημα). ΣΥΝ. (δεν) βρίσκω άκρη, έχει άκρες (μτφ.-προφ.): έχει μέσον, βύσμα: Έχει γερές άκρες και γνωριμίες. Πβ. κονέ. ΣΥΝ. έχει (γερές) πλάτες, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι, κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα 1. & κάθομαι/στέκομαι/τραβώ/μπαίνω στην άκρη/στη μπάντα: παραμερίζω ή υποχωρώ υπέρ κάποιου άλλου: ~ ~ (= κάνω χώρο/τόπο) να περάσει κάποιος. (υβριστ.) Κάνε/τράβα ~, ρε χαμένε! Κάντε ~ να κατέβω. Κάτσε/στάσου ~ και μη μιλάς (= παράμερα, μην ανακατεύεσαι)! 2. (μτφ.) παραγκωνίζω, περιθωριοποιώ κάποιον: Αν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, τον κάνουν ~. ~ στην άκρη (= αφήνω κατά μέρος) τους συναισθηματισμούς και σκέφτομαι λογικά. Πβ. κάνω κάποιον/κάτι πέρα., μέσες άκρες & άκρες-μέσες: περίπου: Μου είπε ~ ~ όλη την ιστορία. Άκουσα ~ ~ την κουβέντα τους. ΣΥΝ. σε γενικές γραμμές ΑΝΤ. ακριβώς (1), αναλυτικά, λεπτομερώς, (πατώ/περπατώ) στις άκρες των δαχτύλων βλ. δάχτυλο, έχω κάτι στην άκρη της γλώσσας μου βλ. γλώσσα, η άκρη του νήματος βλ. νήμα, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης βλ. κόσμος, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< μεσν. άκρη, γαλλ. bout] | |
| 1770 | άκρια | [ἄκρια] ά-κρι-α ουσ. (θηλ.) (λαϊκό.-λογοτ.): άκρη: ως την ~ της γης. [< μεσν. άκρια] | |
| 1771 | ακριανός | , ή, ό [ἀκριανός] α-κρι-α-νός επίθ. & ακρινός: που βρίσκεται στην άκρη, στο τελευταίο όριο μιας σειράς, ακρινός: ~ή: θέση/λωρίδα. ~ό: κομμάτι/σπίτι. Διάλεξε το ~ό κάθισμα, για να μπορεί να φύγει εύκολα. Βλ. κεντρικός, μεσαίος. ΣΥΝ. ακραίος (2) [< μεσν. ακρινός] | |
| 1772 | ακριβ- | βλ. ακριβο- | |
| 1773 | ακριβά | [ἀκριβά] α-κρι-βά επίρρ.: με υψηλό κόστος: Αγοράζω/πουλώ κάτι ~. Κοστίζει/στοιχίζει ~.|| Πλήρωσα ~ τα λάθη μου. ΑΝΤ. φτηνά ● Υποκ.: ακριβούτσικα ● ΦΡ.: πληρώνω ακριβά (μτφ.): υφίσταμαι αυστηρές συνέπειες: Αν τον αγνοήσεις, θα το πληρώσεις ~! Πλήρωσε ~ την επιπολαιότητα/το λάθος του. ● βλ. ακριβός [< μεσν. ακριβά] | |
| 1774 | ακριβαίνω | [ἀκριβαίνω] α-κρι-βαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ακρίβυ-νε, -νει} ΑΝΤ. φτηναίνω 1. {στο γ' πρόσ.} αυξάνεται η αγοραστική αξία των προϊόντων ή/και των υπηρεσιών: ~ει το κόστος ζωής. Θα ~νουν κι άλλο τα δίδακτρα (ΑΝΤ. υποτιμηθούν). ~νε (= ανατιμήθηκε) το γάλα. Τα εισιτήρια, τα καύσιμα ~ναν (: ανέβηκε η τιμή τους). Η ζωή έχει ~νει. 2. ανεβάζω την τιμή πώλησης προϊόντος ή/και υπηρεσίας: Οι αλυσίδες σούπερ-μάρκετ ~ναν τα είδη διατροφής. [< μεσν. ακριβαίνω] | |
| 1776 | ακρίβεια2 | [ἀκρίβεια] α-κρί-βεια ουσ. (θηλ.) (πρόφ. akrivja) & ακρίβια (προφ.): υψηλό κόστος προϊόντων ή/και υπηρεσιών: εποχή/περίοδος/κύμα ~ας. Αγώνας/εκστρατεία/λήψη μέτρων/μάχη/μέτωπο/πόλεμος κατά της ~ας. Η ~ της ζωής. Επικρατεί ~ στην αγορά. ΑΝΤ. φτήνια (1) [< μεσν. ακρίβεια] | |
| 1777 | ακριβής | , ής, ές [ἀκριβής] α-κρι-βής επίθ. {ακριβ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· ακριβέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. που συμφωνεί απολύτως με ένα πρότυπο ή με την πραγματικότητα: ~ής: μηχανισμός/σχεδιασμός/τίτλος/χάρτης. ~ής: αναπαράσταση/ανατύπωση/αναφορά/αντιστοιχία/απεικόνιση/αποτύπωση/διεύθυνση/έρευνα/ερμηνεία/μέθοδος/μετάφραση (ΣΥΝ. πιστή)/μέτρηση (= αλάνθαστη, σωστή)/ομοιότητα/παρατήρηση/περιγραφή/πληροφορία (ΣΥΝ. αξιόπιστη, έγκυρη)/πρόγνωση/ρύθμιση/χρονολόγηση. ~ές: αντίγραφο/αντίτυπο/περιεχόμενο. ~είς: συντεταγμένες. ~ή: στοιχεία. Έγκαιρη και ~ διάγνωση. Δεν θα ήταν ~ές, αν λέγαμε ότι ...|| ~ή: όργανα (= ευαίσθητα). Βλ. επ~. ΑΝΤ. ανακριβής 2. συγκεκριμένος (ποσοτικά, χρονικά, τοπικά), όχι κατά προσέγγιση: ~ής: αριθμός (τραυματιών)/έλεγχος/προσδιορισμός/υπολογισμός/χρόνος. ~ής: ανάλυση/διάρκεια/θερμοκρασία/θέση/ημερομηνία/τιμή/τοποθεσία. ~ές: αντικείμενο (έρευνας)/αποτέλεσμα/βάρος/ποσό/ποσοστό/σύνολο/υπόλοιπο/ύψος (αποζημίωσης). ~είς: διαστάσεις/ενδείξεις. 3. σαφής: ~ής: ορισμός/στόχος. ~ής: γνώση. ~είς: οδηγίες. Να είστε ~, όταν διατυπώνετε ερωτήσεις. ΑΝΤ. ανακριβής, ασαφής (2) 4. συνεπής: ~είς: πτήσεις. Είναι πάντα ~ στα ραντεβού της (πβ. τυπικός). ΣΥΝ. τακτικός (3) ΑΝΤ. ασυνεπής (1) ● ΦΡ.: για να είμαι/γίνω πιο ακριβής/σαφής: ως κειμενικός δείκτης που εξειδικεύει ή τροποποιεί την αρχική διατύπωση: ~ ~ (: πιο συγκεκριμένος) στην απάντησή μου ... Η ερώτηση είναι ασαφής ή/και (μάλιστα), ~ ~, παραπλανητική. Έδειχνε ευτυχισμένη ή, ~ ~, ήρεμη. [< αγγλ. to be more precise/specific] [< αρχ. ἀκριβής, γαλλ. précis, αγγλ. precise] | |
| 1778 | ακριβο- | : α' συνθετικό που δηλώνει ότι το β' συνθετικό γίνεται με τρόπο ακριβή ή ορθό, σαφή: ~δίκαιος.|| ~λογία/~λογώ. | |
| 1779 | ακριβο- & ακριβ- | α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ακριβού στην τιμή ή πολύτιμου: ακριβο-πληρώνω/~πουλώ.|| (μτφ.) Aκριβ-αγαπημένος (πβ. πολυ-)/~αγάπητος.|| (οικ.-λογοτ.) Ακριβο-γιός (βλ. μονάκριβος)/~θυγατέρα. 2. σπανίως: ακριβο-θώρητος/~μίλητος. 3. (λογοτ.) σωστά, με φροντίδα: ~θρεμμένος/~κοιτάζω/~ποτίζω/~ταΐζω. Βλ. καλο-. | |
| 1780 | ακριβογιός | [ἀκριβογιός] α-κρι-βο-γιός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. λογοτ.): (κυρ. για μοναχογιό) πολυαγαπημένος, μονάκριβος γιος: Πρόσεχαν και φρόντιζαν υπερβολικά τον ~ό τους. | |
| 1781 | ακριβοδίκαιος | , η, ο [ἀκριβοδίκαιος] α-κρι-βο-δί-και-ος επίθ. (λόγ.): που είναι απόλυτα δίκαιος: ~ος: δάσκαλος/κριτής. Για να είμαστε ~οι, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ...|| ~ος: επιμερισμός (των ευθυνών). ~η: απόφαση/διαιτησία/κατανομή (αγαθών)/κριτική/μοιρασιά. Πβ. αμερόληπτος. ΑΝΤ. άδικος (1) ● επίρρ.: ακριβοδίκαια [< αρχ. ἀκριβοδίκαιος] | |
| 1782 | ακριβοθυγατέρα | [ἀκριβοθυγατέρα] α-κρι-βο-θυ-γα-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. λογοτ.): (κυρ. για μοναχοκόρη) πολυαγαπημένη, μονάκριβη κόρη. | |
| 1783 | ακριβοθώρητος | , η, ο [ἀκριβοθώρητος] α-κρι-βο-θώ-ρη-τος επίθ. 1. (συνήθ. ειρων.) (κυρ. για πρόσωπο) που σπάνια ή δύσκολα μπορεί κάποιος να δει: Από τότε που μετακόμισες, έγινες ~!|| Ελιτίστικα και ~α πανεπιστήμια. 2. (σπάν.-κατ' επέκτ.-λογοτ.) εξαίρετος, αψεγάδιαστος, πολύτιμος: ~η: ομορφιά. ~ο: δημιούργημα. | |
| 1784 | ακριβολογία | [ἀκριβολογία] α-κρι-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ακριβής και σαφής έκφραση: νομική ~. ~ στη διατύπωση. Ορθοέπεια/σαφήνεια και ~. Πβ. κυριολεξία. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. αοριστολογία [< αρχ. ἀκριβολογία] | |
| 1785 | ακριβολόγος | , ος, ο [ἀκριβολόγος] α-κρι-βο-λό-γος επίθ. & ακριβόλογος, η, ο (λόγ.): που είναι απόλυτα ακριβής και σαφής, που δεν αοριστολογεί: ~ος: επιστήμονας. Λακωνικός/λιγομίλητος και ~. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ἀκριβολόγος] | |
| 1786 | ακριβολογώ | [ἀκριβολογῶ] α-κρι-βο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ακριβολογ-είς ..., -ώντας | ακριβολόγ-ησα, -ήσει} (λόγ.): εκφράζομαι με ακρίβεια και σαφήνεια: Ο συνήγορος ζήτησε από τον μάρτυρα να ~ήσει. Πβ. κυριολεκτώ, λεπτολογώ. Βλ. -λογώ. ΑΝΤ. αοριστολογώ [< μτγν. ἀκριβολογῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ