Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27380-27400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26665κριθάλευροκρι-θά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): αλεύρι από κριθάρι: κοσκινισμένο ~. Βλ. -άλευρο. [< μεσν. κριθάλευρον]
26666κρίθαμοβλ. κρίταμο
26667κριθαράκικρι-θα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικό με τη μορφή μικρών κόκκων που έχουν το σχήμα του κριθαριού: ~ χοντρό/ψιλό. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνάκι/μοσχάρι με ~ στο φούρνο (πβ. γιουβέτσι). Βλ. μακαρονάκι. ΣΥΝ. μανέστρα 2. ΙΑΤΡ. (κοινό) κριθή: Έβγαλε ~ (στο μάτι). Βλ. χαλάζιο.
26668κριθαρένιος, ια, ιο κρι-θα-ρέ-νιος επίθ.: παρασκευασμένος από κριθάρι και ειδικότ. από κριθάλευρο: ~ιο: αλεύρι.|| ~ιο: ψωμί. ~ια: παξιμάδια. Βλ. -ένιος, καλαμποκίσιος, σταρένιος. ΣΥΝ. κρίθινος [< μεσν. κριθαρένιος]
26669κριθάρικρι-θά-ρι ουσ. (ουδ.) {κριθαρ-ιού}: ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Hordeum vulgare) του οποίου ο σπόρος χρησιμοποιείται κυρ. στη διατροφή του ανθρώπου, στη ζυθοποιία και στις ζωοτροφές: αλεσμένο/βρασμένο ~. Αλεύρι ~ιού (= κριθάλευρο). Ψωμί από ~. Σούπα ~ιού. Πβ. βύνη. Βλ. βρόμη, πτισάνη, σίκαλη, σιτάρι. ΣΥΝ. κριθή (1) [< μεσν. κριθάρι(ν)]
26670κριθαρότοκρι-θα-ρό-το ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από κριθαράκι το οποίο μαγειρεύεται όπως το ριζότο.
26671κριθήκρι-θή ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. κριθάρι. 2. ΙΑΤΡ. φλεγμονή των βλεφαρικών αδένων με τη μορφή μικρού συνήθ. πυώδους εξογκώματος στη ρίζα ή τον ταρσό του βλεφάρου. Βλ. χαλάζιο. ΣΥΝ. κριθαράκι (2) [< αρχ. κριθή]
26672κρίθινος, η, ο κρί-θι-νος επίθ. (επίσ.): κριθαρένιος: ~η: κουλούρα. ~ο: παξιμάδι. [< αρχ. κρίθινος]
26673κρικέλικρι-κέ-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): κρίκος, χαλκάς. Βλ. -έλι. ● Μεγεθ.: κρικέλα (η) [< μεσν. κρικέλλι(ν)]
26674κρίκετκρί-κετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ομαδικό άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες έντεκα παικτών, με ξύλινα ρόπαλα και δερμάτινες μπάλες. Βλ. γκολφ, κροκέ, χόκεϊ. [< αγγλ. cricket, 1575, γαλλ. ~, 1728]
26675κρικοειδής, ής, ές κρι-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα κρίκου: ~ής: σωλήνας. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: κρικοειδής χόνδρος: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται στο χαμηλότερο και οπίσθιο μέρος του λάρυγγα, γύρω από την τραχεία. Βλ. θυρεοειδής, το μήλο του Αδάμ. [< μτγν. κρικοειδής, γαλλ. cricoїde, αγγλ. cricoid]
26676κρίκοςκρί-κος ουσ. (αρσ.) 1. μικρό, συνήθ. μεταλλικό, κυκλικό αντικείμενο, που μοιάζει με δαχτυλίδι: ~ αναρρίχησης/ανάρτησης/ασφαλείας/κλειδιών/μπρελόκ/πρόσδεσης (βλ. δέστρα)/ρυμούλκησης/στήριξης. ~οι κουρτίνας. Κλασέρ/ντοσιέ με ~ους. Πβ. κρικέλι, χαλκάς.|| Μενταγιόν με χρυσό ~ο. 2. (μτφ.) σύνδεσμος ανάμεσα σε πρόσωπα ή πράγματα· συνεκτικό στοιχείο ενός συνόλου, μιας διαδικασίας: βασικός/ενδιάμεσος/ενωτικός/καθοριστικός/κύριος ~. Ο ~ μεταξύ οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. Προστέθηκε ένας ακόμα ~ στην αλυσίδα των αποκαλύψεων. Βρέθηκε ο χαμένος ~ στην εξέλιξη των δεινοσαύρων. Πβ. δεσμός.κρίκοι (οι) 1. ΑΘΛ. (στην ενόργανη γυμναστική) όργανο που αποτελείται από δύο παράλληλους κρίκους που κρέμονται με σκοινί από ψηλό σημείο· το αντίστοιχο αγώνισμα των ανδρών. Βλ. πλάγιος ίππος. 2. σκουλαρίκια σε σχήμα κρίκου: ασημένιοι ~. ● Υποκ.: κρικάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατος/αδύναμος κρίκος & ασθενής/ευαίσθητος κρίκος (μτφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση μέσα σε ένα σύνολο αλληλοεξαρτώμενων παραγόντων: ο πιο ~ ~. [< αγγλ. weak ring] , συνδετικός κρίκος & συνεκτικός & (σπάν.) κρίκος σύνδεσης (μτφ.): καθετί που ενώνει, συνδέει πρόσωπα ή καταστάσεις: Η τέχνη λειτουργεί ως ~ ~ των λαών. ~ ~ ανάμεσα στο χτες και το σήμερα., ελλείπων κρίκος βλ. ελλείπει [< αρχ. κρίκος, γαλλ. anneau]
26678κρίμακρί-μα ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. σε απρόσ. ρηματικές εκφρ.) οτιδήποτε συμβαίνει άδικα ή από κακοτυχία και προκαλεί απογοήτευση, λύπη ή/και συμπάθεια (για το πρόσωπο που το υφίσταται): Tο ~ είναι πως ... (Είναι) ~ να τον κατηγορείς, χωρίς να είσαι σίγουρος. Ήταν πραγματικά ~ (= λυπηρό) που έχασε τέτοιο θέαμα! Πβ. αδικία, ατυχία.|| (ως επίρρ., & (λαϊκό) κρίμας) ~ (σ)τον κόπο μου (βλ. χαρά στο κουράγιο)/(σ)τα νιάτα του! ~ τα λεφτά που έδωσες! ~ που δεν είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε! ~ τόση δουλειά να πάει χαμένη!|| (ως επιφών.) (Αχ,) τι ~, Θεέ μου! Δεν θα 'ρθεις; ~! Πβ. πω πω. 2. {πληθ. κρίμ-ατα} παράβαση θείου ή ηθικού νόμου, αμαρτία: ανομολόγητο/ασυγχώρητο/βαρύ/θανάσιμο/νεανικό ~. Εξομολογούμαι/λέω το ~ μου. Ομολόγησε/πλήρωσε τα ~ατά του. Πβ. παράπτωμα, φταίξιμο. ΣΥΝ. αμάρτημα (1), ανόμημα ● ΦΡ.: κρίμα κι άδικο (λαϊκό-εμφατ.): μεγάλη αδικία: Είναι ~ ~ να χάσει μια τέτοια ευκαιρία!, το κρίμα στο λαιμό σου! (προφ.-εμφατ.): εσύ είσαι αποκλειστικά υπεύθυνος για το ενδεχόμενο κακό: Αν γίνει λάθος, ~ ~!, κρίμα (σ)το μπόι σου! βλ. μπόι [< αρχ. κρίμα]
26679κριμαϊκός, ή, ό κρι-μα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Κριμαία: (ΙΣΤ.) ~ Πόλεμος (: 1853-1856).
26680κριματίζομαικρι-μα-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {μτχ. -σμένος} (σπάν.-λογοτ.): αμαρτάνω. [< μεσν. κριματίζομαι]
26681κρίνοβλ. κρίνος
26682κρινοδάχτυλακρι-νο-δά-χτυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λογοτ.): μακριά και λεπτά γυναικεία δάχτυλα.
26683κρινολίνοκρι-νο-λί-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ., τον 19ο αι.): στεφάνι από μεταλλικά ελάσματα, το οποίο φοριόταν κάτω από μακριά φούστα, ώστε αυτή να φαίνεται πολύ φαρδιά· (κυρ. κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο ρούχο: κυρίες με ~α. Βλ. μεσοφόρι, φουρό. [< γαλλ. crinoline < ιταλ. crinolino ‘κάλυμμα με τζίβα’, crinolina, μέσω της γαλλ.]
26684κρίνοςκρί-νος ουσ. (αρσ.) & κρίνο (το): ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (οικογ. Liliaceae, γένος Lilium) με βολβό και αρωματικά άνθη σε σχήμα χωνιού: λευκός ~. ~ της άμμου/της θάλασσας/της Παναγίας. Βλ. αγάπανθος, αλστρομέρια, ίριδα, μενεξές, υάκινθος. ΣΥΝ. λίλιο ● Υποκ.: κρινάκι (το) ● ΦΡ.: με τον κρίνο & μύρισε τον κρίνο (ειρων.): (για γυναίκα που είναι ή επιθυμεί να μείνει έγκυος) χωρίς σεξουαλική επαφή: Και πώς το έκανε το παιδί; ~ ~; [< αρχ. κρίνον (τό)]
26685κρίνωκρί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκρι-να, κρί-θηκε, κρι-θεί, κρίν-οντας} 1. αξιολογώ, ασκώ κριτική, συνήθ. αρνητική· σχηματίζω γνώμη: ~ μια άποψη/ενέργεια/θέση/πράξη/σκέψη/στάση. Τον ~ναν δυσμενώς/ευμενώς/ευνοϊκά/θετικά. ~ εκ του ασφαλούς (: χωρίς να διακινδυνεύω κάτι). Βλ. προ~, συγ~.|| Σταμάτα να ~εις τους συνανθρώπους σου! Πβ. αποδοκιμάζω, επι~, καταδικάζω.|| Βλέποντας και ~οντας. ~οντας από το αποτέλεσμα. Αν ~ από τη συμπεριφορά του ... 2. θεωρώ, νομίζω: ~ αδύνατο/αναγκαίο/απαραίτητο/ασύμφορο/επείγον/επικίνδυνο να ... Δεν το ~ σκόπιμο. Έκρινε ότι/πως έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο. ~ναν ως επιτακτική την ανάγκη για ... Τα έξοδα ~ονται (ως) υπερβολικά. 3. (για δικαστική και γενικότ. αρμόδια Αρχή) εκδίδω απόφαση, διατυπώνω επίσημη άποψη: Τον ~ναν αθώο/ανίκανο/ένοχο/ικανό. Το δικαστήριο ~νε την αγωγή ως αβάσιμη. ~θηκε αμερόληπτα/αυστηρά/επιεικώς/τελεσίδικα. Η υπόθεση έχει ~θεί σε δεύτερο/πρώτο βαθμό. Το προϊόν ~θηκε ακατάλληλο για κατανάλωση. Απόφαση που ~θηκε (ως) αντισυνταγματική/παράνομη. Πβ. αποφαίνομαι. Βλ. ανα~. 4. {στο γ' πρόσ.} καθορίζω: Οι αναποφάσιστοι θα ~ουν το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. Μια ψήφος ~νε το βραβείο. Ένα τυχαίο γεγονός ~νε την ευτυχία/τη ζωή/τη μοίρα του. Σήμερα ~εται η τύχη του. Η μάχη ~θηκε στις λεπτομέρειες. Πβ. διαμορφώνω. ● ΦΡ.: μην κρίνεις, για να μην κριθείς (ΚΔ): μην κατακρίνεις τους άλλους, για να μη σου το ανταποδώσουν., η ιστορία θα κρίνει βλ. ιστορία, κρίνω από τον εαυτό μου βλ. εαυτός, κρίνω εξ ιδίων (τα αλλότρια) βλ. ίδιος1 [< αρχ. κρίνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.