| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26686 | κριός | κρι-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Κ) αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου· το πρώτο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Mαρτίου-19 Aπριλίου) πριν τον Ταύρο· συνεκδ. ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται στα πρόσωπα που έχουν γεννηθεί αυτή την περίοδο: το σημείο του ~ού (: η θέση του στην ουράνια σφαίρα). 2. ΖΩΟΛ. κριάρι. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. το τμήμα του κορινθιακού κιονόκρανου που έχει σχήμα σαλιγκαριού. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιορκητικός κριός 1. (μτφ.) οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε χρησιμεύει ως μέσο κατάλυσης κυρ. θεσμών. 2. ΙΣΤ. πολεμική μηχανή με μεταλλικό κεφάλι κριού στην άκρη μεγάλου δοκαριού, για την καταστροφή πυλών ή/και τειχών κατά τη διάρκεια πολιορκίας. [< αρχ. κριός] | |
| 26687 | κριοφόρος | κρι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. άγαλμα νεαρού άνδρα, κυρ. του θεού Ερμή, που κρατά στους ώμους του κριάρι. Βλ. -φόρος. [< μτγν. κριοφόρος] | |
| 26691 | κρις-κράφτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (μικρό) ταχύπλοο: ~ με εξωλέμβια μηχανή. Βλ. κότερο, σκάφος. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Chris Craft (Industries), περ. 1950, γαλλ. chris-craft, 1952] | |
| 26688 | κρίση | κρί-ση ουσ. (θηλ.) 1. δύσκολη κατάσταση ή φάση στην εξελικτική πορεία γεγονότων, πραγμάτων, ιδεών, ανατροπή της ισορροπίας ή της ομαλής πορείας· (ειδικότ. για πρόσ.) πνευματικός, συναισθηματικός, ηθικός κλονισμός: δημογραφική/διπλωματική/δομική/εσωτερική/κλιματική/κοινωνική/κυβερνητική/οξεία/πολιτειακή/πολιτική/πολυδιάστατη/συνεχιζόμενη/υγειονομική/χρηματιστηριακή ~. ~ ανεργίας/αξιοπιστίας/αξιών/εμπιστοσύνης/εξουσίας/θεσμών/υποσιτισμού/χρέους. Διεθνής ~ (πβ. ένταση, σύρραξη). Εκτόνωση/επιδείνωση/τερματισμός/υπέρβαση της ~ης. ~ στην αγορά/στις ανθρώπινες σχέσεις/στο κόμμα. Η ~ (απο)κλιμακώνεται/βαθαίνει/εκδηλώνεται/εντείνεται/ξεσπά/οξύνεται. (λόγ.) Ελλοχεύει/λανθάνει/σοβεί/υφέρπει ~. Αμβλύνω/αντιμετωπίζω/ξεπερνώ την ~. Προτάσεις για (δι)έξοδο από την ~ (βλ. ανάκαμψη). Η χώρα βρίσκεται σε/βυθίζεται σε/διέρχεται ~/διανύει περίοδο ~ης. Μηνύματα ελπίδας εν μέσω ~ης. Η οικονομική ~ (πβ. κάμψη, μαρασμός, ύφεση) πλήττει τα πιο αδύναμα στρώματα.|| Υπαρξιακή ~. Η ~ της εφηβείας/της μέσης ηλικίας. ~ προσανατολισμού/συνείδησης/ταυτότητας (βλ. δίλημμα). 2. ΙΑΤΡ. αιφνίδια και παροξυσμική επιδείνωση ή εμφάνιση των συμπτωμάτων μιας νόσου: αλλεργική/επιληπτική/ηπατική/θυρεοειδική/καρδιακή ~. ~ άσθματος/ισχιαλγίας/ρευματισμών/υπέρτασης/υπογλυκαιμίας. ~ βήχα/σκωληκοειδίτιδας/σπασμών. Γενικευμένες ~εις. Βλ. υποτροπή.|| (ειδικότ., για βίαιη εκδήλωση συναισθήματος ή διάθεσης) Νευρική ~. ~ άγχους/γέλιου/ζήλιας/θυμού/κατάθλιψης/μελαγχολίας. Πβ. έξαρση, επεισόδιο, παροξυσμός.|| (ειρων.) ~ ειλικρίνειας/ευφυΐας. Βλ. έκλαμψη. 3. άποψη που έχει σχηματίσει ή/και διατυπώσει κάποιος· ειδικότ. κριτική ή γνωμοδότηση, ετυμηγορία: αβασάνιστη/αλάνθαστη/ανεξέλεγκτη/αντιφατική/αξιολογική/απόλυτη/ατεκμηρίωτη/αυθαίρετη/βιαστική/γενικευτική/δίκαιη/εσφαλμένη/ορθή/προσωπική/τεκμηριωμένη/υποκειμενική/ώριμη ~. Η ~ του ειδικού. Έχει διαμορφώσει σαφή ~. Θα καθορίσει κατά την ~ του τις ... Η επιλογή επαφίεται στην ~ του ... Πβ. αντίληψη, γνώμη. Βλ. σύγκριση.|| (ΓΡΑΜΜ.) Προτάσεις ~εως (: με τις οποίες εκφέρεται γνώμη· βλ. προτάσεις επιθυμίας).|| Δυσμενής ~. Αρνητικές/θετικές ~εις. ~εις και επικρίσεις. Πβ. σχόλιο.|| Η ~ του δικαστηρίου/της επιτροπής/του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Πβ. απόφανση. Βλ. (επ)ανάκριση. 4. νοητική, κριτική ικανότητα: Δραστηριότητες που ασκούν/καλλιεργούν/οξύνουν την ~. ΑΝΤ. ακρισία. 5. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διαδικασία εκλογής, επιλογής, αξιολόγησης: ~εις διορισμού/εξέλιξης μελών ΔΕΠ. ~ για μονιμοποίηση. Επιτροπές/συμβούλια ~ης. Άρχισαν/ολοκληρώθηκαν οι (τακτικές) ετήσιες ~εις των αξιωματικών. 6. ΘΕΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Κ) η Δευτέρα Παρουσία: η μέλλουσα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή κρίση: έλλειψη σε πηγές ενέργειας (κυρ. πετρέλαιο) και οι επιπτώσεις της στην οικονομία, το εμπόριο, τις διεθνείς σχέσεις: Η ~ ~ οδήγησε σε κύμα ανατιμήσεων. [< αγγλ. energy crisis, 1953] , η ημέρα/η ώρα της κρίσεως/της κρίσης: ΘΕΟΛ. η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, οπότε θα κριθούν όλοι, νεκροί και ζωντανοί· κατ' επέκτ. κάθε στιγμή ελέγχου και δοκιμασίας, απόδοσης ευθυνών: ~ ~ έρχεται/πλησιάζει., διαχείριση κρίσεων βλ. διαχείριση, ερώτηση κρίσεως βλ. ερώτηση, εστιακές κρίσεις (επιληψίας) βλ. εστιακός, κατηγορική πρόταση/κρίση βλ. κατηγορικός, κρίση πανικού βλ. πανικός, νομισματική κρίση βλ. νομισματικός, πετρελαϊκή κρίση βλ. πετρελαϊκός [< 2, 3, 4: αρχ. κρίσις, γαλλ. crise, αγγλ. crisis] | |
| 26689 | κρίσιμος | , η, ο κρί-σι-μος επίθ. 1. που είναι καθοριστικής σημασίας: ~oς: αγώνας/ρόλος. ~η: ερώτηση/περίοδος/στιγμή/συνάντηση. ~ο: γεγονός/πεδίο. ~ες: ώρες. ~α: ζητήματα/θέματα (= καίρια). Έχουμε φτάσει σε ~ο σημείο/στάδιο. Τα επόμενα λεπτά είναι (ιδιαίτερα/πολύ) ~α για ... Πβ. αποφασιστ-, σημαντ-ικός. Βλ. καταλυτικός. 2. σοβαρός, επικίνδυνος, ανησυχητικός: Νοσηλεύεται σε ~η κατάσταση. Βρίσκεται σε ~η ηλικία (για έμφραγμα). Βλ. ευαίσθητος. 3. ΦΥΣ. οριακή τιμή φυσικού μεγέθους στην οποία συντελείται απότομη μεταβολή στις ιδιότητες ενός σώματος: ~η: γωνία/θερμοκρασία/πυκνότητα. Βλ. υπερ~, υπο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρίσιμη μάζα βλ. μάζα ● ΦΡ.: σε κρίσιμη καμπή βλ. καμπή [< 1, 2: αρχ. κρίσιμος, γαλλ. critique, αγγλ. critical] | |
| 26690 | κρισιμότητα | κρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ο καθοριστικός χαρακτήρας κατάστασης ή γεγονότος, σοβαρότητα: η ~ του αγώνα/των εξελίξεων/του θέματος/των καιρών/της περιόδου/του ρόλου του .../της στιγμής. Βλ. σπουδαιότητα, -ότητα. | |
| 26692 | κρίταμο | κρί-τα-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άμου} & κρίταμος (ο) & (σπάν.) κρίθαμο (το): ΒΟΤ. φυτό (επιστ. ονομασ. Crithmum maritimum) που φυτρώνει κυρ. στις βραχώδεις μεσογειακές ακτές, φέρει κιτρινοπράσινα φύλλα και εδώδιμους βλαστούς: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ τουρσί. Σαλάτα με ~ και κάππαρη. Πβ. αλμύρα, αρμυρήθρα. Βλ. γλιστρίδα. [< μτγν. κρίταμον] | |
| 26693 | κριτήριο | κρι-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κριτηρί-ου}: αρχή, κανόνας ή μέτρο με βάση το οποίο αξιολογείται, επιλέγεται κάποιος ή κάτι ή διατυπώνεται άποψη, κρίση: αριθμητικά/ασφαλή/αυθαίρετα/αυστηρά/ηθικά/κοινωνικά/οικονομικά/πολιτικά/προσωπικά/στατιστικά/υποκειμενικά ~α. ~ αξιολόγησης/εισαγωγής (στα πανεπιστήμια)/ελέγχου/επιλογής (επαγγέλματος)/πρόσληψης (προσωπικού)/συμμετοχής. Αγοράζει/αποφασίζει με ~ ... (= με γνώμονα). Πβ. προϋπόθεση.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Αναζήτηση με ~α (βλ. παράμετρος). || (ΑΘΛ.) (ως παραθετικό σύνθ.) Αγώνας ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικειμενικά κριτήρια βλ. αντικειμενικός [< αρχ. κριτήριον, αγγλ. criterion, γαλλ. critère, critérium] | |
| 26694 | κριτής | κρι-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο αρμόδιο να κρίνει τις πράξεις των άλλων: αυστηρός/δίκαιος ~. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Μέγας ~ (= ο Θεός).|| Οι ~ές του αγώνα (βλ. διαιτητής)/του διαγωνισμού/των καλλιστείων/του παιχνιδιού (= κριτική επιτροπή). Βλ. ανα~. 2. αυτός που εκφέρει άποψη, κρίση και ειδικότ. που έχει την τάση να κρίνει αρνητικά, επικριτής: σκληρός ~ του εαυτού μου.|| ~ των πράξεων των άλλων. Πβ. δικαστής, κατα~, κήνσορας, τιμητής. [< αρχ. κριτής] | |
| 26695 | κριτικάρισμα | κρι-τι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): άσκηση αρνητικής κριτικής. Πβ. επί-, κατά-κριση. Βλ. -ισμα. | |
| 26696 | κριτικάρω | κρι-τι-κά-ρω ρ. (μτβ.) {κριτίκαρ-α κ. -ισα, κριτικάρ-οντας} (προφ.): κάνω αρνητική κριτική: ~ει τα κακώς κείμενα/τους πάντες και τα πάντα. ~αν (δημόσια/έντονα) τη στάση των ... Σταμάτα να ~εις ό,τι κάνω! Πβ. επι-, κατα-κρίνω. Βλ. -άρω. [< γαλλ. critiquer, ιταλ. criticare] | |
| 26697 | κριτική | κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. εντοπισμός αδυναμιών, μειονεκτημάτων, λαθών, επίκριση· γενικότ. η αξιολόγηση: αιχμηρή/ανελέητη/αυστηρή/δριμεία/εμπαθής/οξύτατη ~ (πβ. θάψιμο). ~ στο πρόσωπο του ... Ασκώ/εξαπολύω ~ σε κάποιον. Διατυπώνουν ~ για κάτι. Έγινε αντικείμενο/δέκτης σκληρής ~ής. Δεν αντέχει/δέχεται την ~. Πβ. κατάκριση. Βλ. αυτο~, επίπληξη, μετα~, μομφή, ψόγος. ΑΝΤ. διθύραμβος, εγκώμιο.|| Άγονη/άδικη/αντικειμενική/αρνητική/ατεκμηρίωτη/δίκαιη/δυσμενής/επαινετική/εποικοδομητική/θετική/τεκμηριωμένη/υποκειμενική ~. 2. (για πνευματικό, καλλιτεχνικό έργο) μεθοδική εξέταση, επισήμανση θετικών και αρνητικών στοιχείων· συνεκδ. το σχετικό κείμενο συνήθ. στον Τύπο και το σύνολο των προσώπων που ασχολούνται επαγγελματικά με την κριτική: εγκωμιαστική/φιλολογική ~. ~ βιβλίου (= βιβλιο~)/θεάτρου/κινηματογράφου/μουσικής (μουσικο~)/τέχνης (= τεχνο~)/τηλεόρασης (= τηλε~). Θεωρία και ~ της λογοτεχνίας. Ιστορική και ανθρωπολογική ~. Βλ. δισκο~.|| Στήλη/σύνταξη ~ής. Έγραψε/δημοσίευσε/διάβασε ~ για ... Έργο που πήρε ευνοϊκές/κακές/καλές ~ές. Πβ. κρίση, σχόλιο. Βλ. λίβελος.|| Ταινία που αποδοκιμάστηκε από την ~ (= τους κριτικούς). [< αρχ. κριτική, γαλλ. critique, γερμ. Kritik] | |
| 26698 | κριτικισμός | κρι-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΦΙΛΟΣ. καντιανή θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση πρέπει να υποβάλλεται σε κριτικό έλεγχο. Βλ. καντιανισμός, -ισμός. [< γερμ. Kritizismus, γαλλ. criticisme] | |
| 26699 | κριτικογραφία | κρι-τι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): κατάλογος δημοσιευμένων κριτικών για έναν δημιουργό, κυρ. συγγραφέα ή ποιητή. Βλ. -γραφία. | |
| 26700 | κριτικός | , ή, ό κρι-τι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από τάση προσεκτικής και σε βάθος εξέτασης και αξιολόγησης, εύρεσης λαθών και παραλείψεων και τελικής διατύπωσης προσωπικών και εμπεριστατωμένων απόψεων και κρίσεων: ~ός: νους. ~ή: ανάλυση/δεξιότητα/εξέταση/ικανότητα/παρουσίαση. ~ό: μυαλό/πνεύμα. ~ή και αναλυτική σκέψη. Αντιμετώπισε το θέμα με ~ή διάθεση. Βλ. ανα~, κατα~, μετα~, συγ~. 2. που έχει ως αντικείμενο την κριτική, κυρ. πνευματικού έργου: ~ό: άρθρο/δοκίμιο/σημείωμα. || Η ~ή θεωρία. ● Ουσ.: κριτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την κριτική καλλιτεχνικών έργων: ~ βιβλίου (= βιβλιο~)/θεάτρου/κινηματογράφου (= σινε~)/λογοτεχνίας/μουσικής (= μουσικο~)/τέχνης (= τεχνο~)/τηλεόρασης (= τηλε~)/χορού. ● επίρρ.: κριτικά ● ΣΥΜΠΛ.: κριτική επιτροπή: το σύνολο των κριτών κυρ. σε διαγωνισμό ή τηλεπαιχνίδι: ~ ~ της (τηλεοπτικής) εκπομπής/του σόου/του φεστιβάλ. Η απόφαση/τα μέλη/ο πρόεδρος/η σύνθεση της ~ής ~ής. Η ~ ~ απαρτίζεται/αποτελείται από ..., κριτική έκδοση βλ. έκδοση, κριτική σκέψη βλ. σκέψη, κριτική του κειμένου βλ. κείμενο, κριτικό υπόμνημα βλ. υπόμνημα, κριτικός αναγνώστης βλ. αναγνώστης [< αρχ. κριτικός ‘ικανός να (δια)κρίνει’, γαλλ. critique, αγγλ. critical, γερμ. kritisch] | |
| 26701 | κριτσανίζω | κρι-τσα-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} & (σπάν.) κρατσανίζω (προφ.): μασώ τραγανή τροφή, προκαλώντας τον ήχο κριτς: ~ει ένα μπισκότο.|| Παξιμάδια που ~ουν στο στόμα. Πβ. ροκανίζω, τραγανίζω. | |
| 26702 | κριτσάνισμα | κρι-τσά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κρατσάνισμα (προφ.): χαρακτηριστικός ήχος που παράγεται από το μάσημα τραγανής τροφής. Πβ. ροκάνισμα, τραγάνισμα. | |
| 26703 | κριτσανιστός | , ή, ό κρι-τσα-νι-στός επίθ. & κρατσανιστός (προφ.): που κάνει κριτς κρατς, όταν μασιέται, τραγανιστός: ~ό: φύλλο (πίτας). ΣΥΝ. τραγανός (1) | |
| 26704 | κριτσίνι | κρι-τσί-νι ουσ. (ουδ.) {κριτσιν-ιού | συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τραγανό, μακρόστενο αρτοσκεύασμα συνήθ. με σουσάμι: πολύσπορα ~ια. ~ια ολικής άλεσης. Βλ. κουλούρι, κράκερ, κρουτόν, παξιμάδι, φρυγανιά. ● Υποκ.: κριτσινάκι (το) [< ιταλ. grissino, πληθ. grissini] | |
| 26705 | Κροάτης, Κροάτισσα | Κρο-ά-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Κροατία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την κροατική υπηκοότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ