Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27420-27440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26706κροατικός, ή, ό κρο-α-τι-κός επίθ. & (προφ.) κροάτικος, η, ο: που σχετίζεται με την Κροατία ή/και τους Κροάτες. ● Ουσ.: Κροατικά (τα) & (επίσ.) Κροατική (η): η κροατική γλώσσα.
26707κροίσος[κροῖσος] κροί-σος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ. από τον αρχαίο βασιλιά της Λυδίας): μεγιστάνας, πολυεκατομμυριούχος: οι ~οι του πλανήτη. Ζει σαν ~. ΣΥΝ. ζάπλουτος, πάμπλουτος [< αρχ. Κροῖσος]
26708κροκάδικρο-κά-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): (συνήθ. σε συνταγές μαγειρικής) κρόκος αβγού: Χτυπήστε χωριστά τα ~ια από τ' ασπράδια.
26709κροκάλακρο-κά-λα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: μικρή στρογγυλεμένη πέτρα που βρίσκεται στην όχθη ή τον πυθμένα θάλασσας, ποταμού ή λίμνης. Πβ. βότσαλο. Βλ. χαλίκι. [< μτγν. κροκάλη]
26710κροκαλοπαγής, ής, ές κρο-κα-λο-πα-γής επίθ. {κροκαλοπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΓΕΩΛ. που έχει δημιουργηθεί από θραύσματα κροκάλων: ~ής: βράχος. ~είς: λίθοι. Γρανιτικά-~ή εδάφη. ● Ουσ.: κροκαλοπαγή (τα): ενν. πετρώματα: ασβεστολιθικά/συνεκτικά/χαλαρά ~. [< γαλλ. conglomérat]
26711κροκέκρο-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. υπαίθριο άθλημα στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν, με τη χρήση ξύλινου σφυριού, να περάσουν ξύλινες μπάλες μέσα από μια σειρά μικρών μεταλλικών πλαισίων. Βλ. γκολφ, κρίκετ, χόκεϊ. [< γαλλ. croquet]
26712κροκέτακρο-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό, σφαιρικού συνήθ. σχήματος, που φτιάχνεται από μάζα λιωμένων ή ψιλοκομμένων συστατικών, η οποία τηγανίζεται, αφού βουτηχτεί σε αλεύρι, αβγό και τριμμένη φρυγανιά: ~ες λαχανικών/πατάτας/τυριού/ψαριού. Βλ. -έτα. 2. ζωοτροφή στρογγυλού σχήματος, κυρ. για σκύλους. ● Υποκ.: κροκετούλα (η) [< γαλλ. croquette]
26714κροκιδόλιθοςκρο-κι-δό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. μπλε αμίαντος. Πβ. μάτι της τίγρης/του τίγρη. Βλ. αμφίβολοι, τρεμολίτης. [< αγγλ. crocidolite]
26715κροκίδωσηκρο-κί-δω-ση ουσ. (θηλ.) & κροκύδωση (η) 1. ΧΗΜ. φαινόμενο συσσωμάτωσης σε κολλοειδή διαλύματα, που προκαλείται από την επίδραση φυσικού ή χημικού μέσου. 2. ΙΑΤΡ. μετατροπή ενός οργανικού κυρ. υγρού σε στερεή ή ημιστερεή μάζα. Πβ. θρόμβωση. [< 1: γαλλ. floculation, 1908, 2: γαλλ. coagulation]
26716κροκόκρο-κό επίθ. {άκλ.}: κατασκευασμένος από δέρμα κροκόδειλου: ~ ζώνη. (Δερμάτινο) ~ λουράκι/λουστρίνι. Μαύρο ~ τσαντάκι. [< γαλλ. croco]
26717κροκοδείλιος, α, ο κρο-κο-δεί-λι-ος επίθ. 1. (ειρων.) που εκφράζει προσποιητή στενοχώρια: ~ο: κλάμα. 2. που σχετίζεται με τον κροκόδειλο. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κροκοδείλια δάκρυα: που είναι ψεύτικα· γενικότ. υποκριτική θλίψη: Χύνει ~ ~ (: παριστάνει τον λυπημένο). [< γαλλ. larmes de crocodile] [< μτγν. κροκοδείλιος]
26718κροκοδειλοειδή[κροκοδειλοειδῆ] κρο-κο-δει-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη ερπετών με δυνατά σαγόνια, τέσσερα κοντά πόδια και σκληρό, φολιδωτό δέρμα, χαρακτηριστικά είδη της οποίας είναι ο κροκόδειλος και ο αλιγάτορας. [< γαλλ. crocodiliens]
26719κροκόδειλοςκρο-κό-δει-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -είλου | (σπάν.-προφ.) θηλ. κροκοδειλίνα} & (σπάν.) κροκόδιλος, (εσφαλμ.) κορκόδιλος: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο, αμφίβιο, σαρκοφάγο ερπετό (οικογ. Crocodylidae, γένος Crocodylus) που μοιάζει με σαύρα, έχει μεγάλα και ισχυρά σαγόνια, σκληρό, φολιδωτό δέρμα και ζει κυρ. σε ποτάμια, λίμνες και έλη τροπικών περιοχών: (συνεκδ.) τσάντα από ~ (: δέρμα ~ου). Βλ. αλιγάτορας. ● Υποκ.: κροκοδειλάκι (το) 1. μικρός κροκόδειλος. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (σπάν.-προφ.) ακροδέκτης σύνδεσης. [< αρχ. κροκόδιλος < κρόκη ‘βότσαλο’ + δρῖλος, πιθ. ‘σκουλήκι’, λατ. crocodilus, γαλλ.-αγγλ. crocodile]
26720κρόκοςκρό-κος ουσ. (αρσ.) 1. το κίτρινο, κεντρικό μέρος αβγού: (σε συνταγές) Ρίχνουμε/χτυπάμε τους ~ους. Βλ. δίκροκος. ΣΥΝ. κροκάδι 2. ΒΟΤ. πόα (επιστ. ονομασ. Crocus sativus) με βολβό, στενόμακρα φύλλα και κίτρινα ή μοβ άνθη· (κυρ. ειδικότ.) τα αποξηραμένα κόκκινα στίγματα του ύπερου του συγκεκριμένου φυτού, που χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό, κίτρινη χρωστική ή φαρμακευτική ουσία: άρωμα/εκχύλισμα/ίνες (: τα στίγματα) του ~ου. Βλ. ιριδίδες. ΣΥΝ. ζαφορά, σαφράν [< 1: μτγν. κρόκος 2: αρχ. ~, γαλλ.-αγγλ. crocus]
26721κροκύδωσηβλ. κροκίδωση
26722κρομμύδιβλ. κρεμμύδι
26723ΚρόνοςΚρό-νος ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο έκτος από τον ήλιο πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, ο οποίος διακρίνεται για το εντυπωσιακό σύστημα δακτυλίων του: οι δορυφόροι του ~ου.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Είσοδος του ~ου στην Παρθένο (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Κρόνος, αγγλ. Cronus]
26724κροντήρικρο-ντή-ρι ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. κρατήρας. Βλ. -τήρι. [< μεσν. κρωντήρι < κρυω(ν)τήρι(ο)ν]
26725κρόουλκρό-ουλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. το ελεύθερο (στιλ κολύμβησης). 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. κείμενο που εμφανίζεται ως κινούμενη γραμμή στο επάνω ή κάτω μέρος τηλεοπτικής συνήθ. οθόνης και αναγράφει κάποια πληροφορία: Περνούσε ~ με ειδήσεις. Βλ. λεζάντα. [< αγγλ. crawl 1: γαλλ. ~, 1905]
26726κροσέκρο-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. είδος πλεξίματος με βελονάκι: (ως επίθ.) ~ πλέξη. Υφάσματα ~. Βλ. μακραμέ. 2. ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) γροθιά που δίνεται με τον βραχίονα λυγισμένο και χτυπά τον αντίπαλο από το πλάι: αριστερό/δεξί ~. Βλ. άπερκατ, νοκ άουτ, νοκ ντάουν, ντιρέκτ. [< γαλλ. crochet]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.