Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27440-27460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26728κροσσόςκροσ-σός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επιστ.): δομή ή σχηματισμός που μοιάζει στο σχήμα με κρόσσι: (ΑΝΑΤ.) ~οί στην απόληξη της σάλπιγγας.|| (ΦΥΣ.) ~οί συμβολής (: εναλλασσόμενες φωτεινές και σκοτεινές ζώνες από τη συμβολή φωτεινών κυμάτων). [< μτγν. κροσσοί ‘κρόσια, φούντες’, γαλλ. frange]
26729κροσσωτός, ή, ό κροσ-σω-τός επίθ.: που έχει κρόσσια ή κροσσούς: ~ό: μαντίλι.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: επιθήλιο. [< μτγν. κροσσωτός]
26730κροταλίαςκρο-τα-λί-ας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. δηλητηριώδες φίδι κυρ. της Αμερικής (επιστ. ονομασ. Crotalus viridis) με κεράτινους δακτυλίους στην ουρά, που παράγουν χαρακτηριστικό κροτάλισμα. Βλ. ανακόντα, κόμπρα, οχιά, πύθωνας. ● ΦΡ.: δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας (είναι το φιδάκι ο Διαμαντής) βλ. βόας [< νεολατ. crotalus]
26731κροταλίζεικρο-τα-λί-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κροτάλιζ-ε, κροταλίζ-οντας}: προκαλεί τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγουν τα κρόταλα: Οι πελαργοί ~ουν τα ράμφη τους.|| Τα δόντια του ~αν (από το κρύο). Πβ. τρίζω. [< αρχ. κροταλίζω]
26329κροταλίζω

[κουρταλῶ] κουρ-τα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κουρταλ-εί ... | μόνο στο ενεστ. θ.} (διαλεκτ.-λογοτ.): χτυπώ, κροταλίζω. [< μεσν. κουρταλίζω]

26732κροτάλισμακρο-τά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) & κροταλισμός (ο): σύνολο από συνεχόμενους ξερούς και σύντομους κρότους οι οποίοι προκαλούνται από κρόταλα ή κυρ. από κάτι που παράγει παρόμοιο ήχο: ~ των δαχτύλων/του κινητήρα/των όπλων (πβ. κλαγγή)/των πολυβόλων. Πβ. τρίξιμο. [< μεσν. κροτάλισμα, κροταλισμός]
26733κρόταλοκρό-τα-λο ουσ. (ουδ.) {κροτάλ-ου | συνήθ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. (κυρ. στην αρχαιότητα ή σε πρωτόγονους πολιτισμούς) μικρό κρουστό όργανο από δύο ή περισσότερα κομμάτια, συνήθ. ξύλου, μετάλλου ή οστού: Χτυπούν τα ~α ρυθμικά. Πβ. κούρταλα, ροκάνα. Βλ. ζίλια, καστανιέτες, κύμβαλο.|| (μτφ.) Το ~ του κροταλία (: η άκρη της ουράς του). [< αρχ. κρόταλον, αγγλ. crotalum]
26734κροταφικός, ή, ό κρο-τα-φι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον κρόταφο: ~ός: φλοιός. ~ή: αρτηρίτιδα/περιοχή/χώρα. ~ό: οστό. ● ΣΥΜΠΛ.: κροταφικός λοβός: ο κάτω πλάγιος λοβός κάθε ημισφαιρίου του εγκεφάλου, ο οποίος κυρ. ελέγχει την ακοή και μερικά τμήματα της μνήμης, της γλωσσικής αντίληψης και των συναισθημάτων: ο αριστερός/δεξιός ~ ~. Επιληψία ~ού ~ού. Βλ. αμυγδαλή, ιππόκαμπος. [< μεσν. κροταφικός, γαλλ. temporal]
26735κροταφογναθικός, ή, ό κρο-τα-φο-γνα-θι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται συγχρόνως με το κροταφικό οστό και τις γνάθους: ~ή: άρθρωση. ~ό: σύνδρομο. ~οί: σύνδεσμοι. [< γαλλ. temporomandibulaire]
26736κρόταφοςκρό-τα-φος ουσ. (αρσ.) {κροτάφ-ου}: καθεμία από τις δύο επίπεδες περιοχές στο πλάι του κεφαλιού, ανάμεσα στο μέτωπο και το αυτί· κατ' επέκτ. τα μαλλιά που τις καλύπτουν: Μασάζ στους ~ους (: για τον πονοκέφαλο). Τον σκότωσε με μια σφαίρα στον ~ο (: τον πυροβόλησε στον ~ο).|| Αξιοσέβαστος κύριος με γκρίζους ~ους. ΣΥΝ. μηνίγγι & μελίγγι & μηλίγγι ● ΦΡ.: με/βάζω το πιστόλι στον κρόταφο & (σπάν.) με/βάζω το περίστροφο στον κρόταφο 1. (μτφ.) για κάτι που εξαναγκάζεται να κάνει κάποιος, επειδή δέχεται αφόρητες πιέσεις ή απειλές: διαπραγματεύσεις ~ ~. 2. απειλώντας κάποιον με όπλο στον κρόταφο: Του έβαλαν ~ ~. [< αρχ. κρόταφος]
26737κροτεί[κροτεῖ] κρο-τεί ρ. (αμτβ.) {μτχ. ουδ. κροτ-ούν} (αρχαιοπρ.): παράγει κρότο: ~ούν τα βεγγαλικά και τα βαρελότα. ● ΣΥΜΠΛ.: κροτούν αέριο: ΧΗΜ. εκρηκτικό μείγμα υδρογόνου και οξυγόνου. [< αρχ. κροτῶ]
26738κροτίδακρο-τί-δα ουσ. (θηλ.): πυροτέχνημα με μικρή ποσότητα εκρηκτικής ουσίας για πρόκληση κρότου: αυτοσχέδια ~. Έκρηξη/ρίψη ~ας. ~ες ήχου. Πβ. βαρελότο, στρακαστρούκα. Βλ. βεγγαλικό, φωτοβολίδα. [< γαλλ. pétard]
26739κροτικός, ή, ό κρο-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. εκρηκτικός: ~ό: οξύ. ~ά: άλατα. Βλ. βροντώδης υδράργυρος. [< γαλλ. fulminique]
26740κρότοςκρό-τος ουσ. (αρσ.): σύντομος και δυνατός ήχος που προέρχεται συνήθ. από κρούση ή έκρηξη: εκκωφαντικός/ισχυρός/υπόκωφος ~. Πιστόλι ~ου. Χειροβομβίδες ~ου-λάμψης. ~οι από βαρελότα/ρουκέτες. Βλ. βοή, θόρυβος, μπαμ.|| (μτφ.-προφ.) Η παρουσία του έκανε ~ο (= πάταγο). Πβ. ντόρος, σάλος. [< αρχ. κρότος]
26741κροτούνβλ. κροτεί
26742κρότωναςκρό-τω-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. πολυετές καλλωπιστικό φυτό εσωτερικού χώρου (επιστ. ονομασ. Codiaeum variegatum pictum) με μεγάλα δερματώδη κοκκινωπά φύλλα. 2. ΖΩΟΛ. τσιμπούρι: Εγκεφαλίτιδα που μεταδίδεται με ~ες. Βλ. ψύλλος. [< 1: μτγν. κροτών (ὁ) 'ρετσινολαδιά', γαλλ.-αγγλ. croton 2: αρχ. κροτών 'τσιμπούρι σκύλου']
26743κρουαζέκρου-α-ζέ επίθ. {άκλ.}: (για ρούχο) που δένει στο στήθος σταυρωτά: ζακέτα/μπλούζα/φόρεμα ~. ~ πουκάμισο. [< γαλλ. croisé]
26744κρουαζιέρακρου-α-ζιέ-ρα ουσ. (θηλ.): οργανωμένο ταξίδι αναψυχής με ειδικό πλοίο (κρουαζιερόπλοιο) που περιλαμβάνει διαμονή σε αυτό και συνήθ. περιήγηση σε διάφορα λιμάνια: μίνι ~. ~ στα νησιά. Σταθμός ~ας (: σε λιμάνι). Γαμήλιες/θεματικές/υπερατλαντικές ~ες. [< γαλλ. croisière, 1924]
26745κρουαζιερόπλοιοκρου-α-ζιε-ρό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): μεγάλο επιβατηγό πλοίο που πραγματοποιεί κρουαζιέρες: πολυτελές/(υπερ)σύγχρονο ~. Βλ. γιοτ, θαλαμηγός. [< γαλλ. bateau de croisière, αγγλ. cruise ship]
26746κρουασάνκρου-α-σάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ημικυκλικό ή μακρόστενο αρτοσκεύασμα γαλλικής προέλευσης, από ζύμη σφολιάτας, συνήθ. γεμιστό: ~ βουτύρου. ~ (με γέμιση) κρέμα(ς)/μαρμελάδα(ς)/σοκολάτα(ς). ~ (με) ζαμπόν και τυρί. Πβ. κορνέτο. Βλ. κέικ, ντόνατ, τσουρέκι. ● Υποκ.: κρουασανάκι (το) [< γαλλ. croissant]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.