| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26746 | κρουασάν | κρου-α-σάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ημικυκλικό ή μακρόστενο αρτοσκεύασμα γαλλικής προέλευσης, από ζύμη σφολιάτας, συνήθ. γεμιστό: ~ βουτύρου. ~ (με γέμιση) κρέμα(ς)/μαρμελάδα(ς)/σοκολάτα(ς). ~ (με) ζαμπόν και τυρί. Πβ. κορνέτο. Βλ. κέικ, ντόνατ, τσουρέκι. ● Υποκ.: κρουασανάκι (το) [< γαλλ. croissant] | |
| 26747 | κρουασαντερί | κρου-α-σα-ντε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κατάστημα όπου παρασκευάζονται, πωλούνται ή/και σερβίρονται κυρ. κρουασάν: καφέ-~. Βλ. -ερί. [< γαλλ. croissanterie, 1980] | |
| 26749 | κρουνός | κρου-νός ουσ. (αρσ.) 1. κάνουλα ή ειδικός σωλήνας εκροής υγρού (κυρ. νερού) σε μεγάλη ποσότητα: πυροσβεστικός ~ (πβ. υδροστόμιο). ~ πεζοδρομίου. Δίκτυο ~ών (υδροληψίας). Βλ. βαλβίδα, βάνα, στρόφιγγα. 2. (μτφ.-επιτατ.) μεγάλη ροή: ~οί αίματος/δακρύων. Ανοίγουν οι ~οί της χρηματοδότησης. Βλ. ποτάμι, χείμαρρος. 3. (σπάν.) κρήνη, βρύση: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) μαρμάρινοι ~οί. ● ΦΡ.: άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού: άρχισε καταρρακτώδης βροχή. Βλ. βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/με το τουλούμι/καρέκλες/παπάδες. [< 3: αρχ. κρουνός] | |
| 26750 | κρουπιέρης | κρου-πιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & γκρουπιέρης: εργαζόμενος σε καζίνο ή σπανιότ. σε χαρτοπαικτική λέσχη, ο οποίος συντονίζει και επιβλέπει τη διεξαγωγή ενός τυχερού παιχνιδιού. Βλ. μπάνκα. ΣΥΝ. ντίλερ (4) [< γαλλ. croupier] | |
| 26751 | κρούση | κρού-ση 1. (λόγ.) χτύπημα ενός αντικειμένου πάνω σε άλλο ή δύο αντικειμένων μεταξύ τους· (ειδικότ.-ΦΥΣ.) ισχυρή και αιφνίδια σύγκρουση δύο σωμάτων κατά την κίνηση του ενός ή και των δύο μαζί: ~ της θύρας. (ΜΟΥΣ., για κρουστά) ~ του τυμπάνου (= τυμπανοκρουσία). Βλ. ανά-, επί-, πρόσ-, σύγ-κρουση.|| (ΦΥΣ.) (Αν)ελαστική/κεντρική/μετωπική/πλάγια/πλαστική ~. Ενέργεια/κύμα/σημείο/συντελεστής/σύστημα ~ης. Απορρόφηση των ~εων. Ιονισμός με ~ (βλ. χιονοστιβάδα). Πλαστικό ανθεκτικό στις ~εις. 2. (μτφ.) προσπάθεια προσέγγισης ενός προσώπου ή διερεύνησης των προθέσεων και των απόψεών του: Του έγινε/του έκαναν ~ για συνεργασία. Δέχτηκε αλλεπάλληλες/επανειλημμένες ~εις από ξένες εταιρείες (για) να πουλήσει την επιχείρησή του. Πβ. νύξη. Βλ. αντίκρουση. 3. ΣΤΡΑΤ. επίθεση με σκοπό την κατάληψη, την καταστροφή ή την πρόκληση ζημιών: γραμμή/δύναμη/(επίλεκτη) ομάδα/ταξιαρχία ~εως. 4. ΜΟΥΣ. παίξιμο έγχορδου οργάνου: ~ της κιθάρας. [< 1, 4: αρχ. κροῦσις] | |
| 26748 | κρουσιδημω | κρου-νη-δόν επίρρ. (λόγ.): (για υγρό) πολύ, απεριόριστα: Έβρεχε ~ (= καταρρακτωδώς). Το αίμα έρρεε/τα δάκρυα έτρεχαν ~. Πβ. ποτάμι. Βλ. -ηδόν. [< μτγν. κρουνηδόν ‘όπως σε πηγή’] | |
| 26752 | κρούσμα | [κροῦσμα] κρού-σμα ουσ. (ουδ.) {κρούσμ-ατος | -ατα}: 1. ΙΑΤΡ. περιστατικό εκδήλωσης επιδημικής νόσου με κίνδυνο ευρείας εξάπλωσης: πρωτογενές (: άτομο που εκτέθηκε άμεσα στην πηγή μιας μεταδοτικής ασθένειας)/δευτερογενές/ύποπτο ~. (Εργαστηριακά) επιβεβαιωμένο (= θετικό)/πιθανό ~ ηπατίτιδας/κορονοϊού/μηνιγγίτιδας. Θανατηφόρα/ύποπτα ~ατα (γρίπης). Εμφανίστηκαν/καταγράφηκαν/παρατηρήθηκαν/σημειώθηκαν ~ατα ... 2. κάθε αρνητικό ή παραβατικό φαινομένο: ~ βίας. Απανωτά ~ατα απειθαρχίας/διαρρήξεων/διαφθοράς/εγκληματικότητας/κερδοσκοπίας/κλοπών/ληστειών. Βλ. επεισόδιο, περίπτωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ορφανό κρούσμα βλ. ορφανός. [< πβ. αρχ. κροῦμα, μτγν. κροῦσμα ‘χτύπημα, δάγκωμα, τσίμπημα’, γαλλ. cas, αγγλ. case] | |
| 26753 | κρούστα | κρού-στα ουσ. (θηλ.) 1. στερεοποιημένη επιφάνεια ρευστού: ~ πάγου (= επίπαγος). Το γάλα έκανε ~ (= πέτσα). Η πληγή έκανε ~ (= εφελκίδα, κακάδι). 2. ΜΑΓΕΙΡ. λεπτή και συνήθ. τραγανή επίστρωση που σχηματίζεται σε τροφές κατά το ψήσιμο: ~ ψωμιού (= κόρα). Κοτόπουλο με ~ γιαουρτιού/παρμεζάνας/από αβγό. Ψάρι σε ~ αλατιού (πβ. παστός). ● ΣΥΜΠΛ.: φύλλο κρούστας: ΜΑΓΕΙΡ. πολύ λεπτό φύλλο ζύμης κυρ. για πίτες ή σιροπιαστά γλυκά ταψιού. Βλ. κουρού, σφολιάτα. [< ιταλ. crosta] | |
| 26754 | κρουστά | κρου-στά ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΟΥΣ. μουσικά όργανα στα οποία ο ήχος παράγεται με κρούση της τεντωμένης μεμβράνης ή του μεταλλικού ή ξύλινου υλικού από το οποίο αποτελούνται (π.χ. τουμπελέκι, τρίγωνο, καστανιέτες): αφρικανικά/λατινοαμερικάνικα/παραδοσιακά ~. Μελωδικά ~ (= που μπορούν να παίξουν μελωδία, π.χ. βιμπράφωνο, καμπάνες, ξυλόφωνο, μαρίμπα, μεταλλόφωνο, τύμπανο). Μη μελωδικά ~ (π.χ. κάσα, κύμβαλο, πιατίνια). Βλ. έγχορδα, πνευστά. [< γαλλ. instruments à percussion, γερμ. Schlaginstrumente] | |
| 26755 | κρουσταλλένιος | , ια, ιο βλ. κρυσταλλένιος | |
| 26756 | κρουσταλλιάζει | βλ. κρυσταλλιάζει | |
| 26757 | κρούσταλλο | βλ. κρύσταλλο | |
| 26758 | κρουστικός | , ή, ό κρου-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με κρούση: ~ός: θόρυβος. ~ή: δύναμη/τάση. ~ό: εργαλείο (πβ. κομπρεσέρ)/μασάζ/τρυπάνι. ● ΣΥΜΠΛ.: κρουστικός εκτυπωτής: ΠΛΗΡΟΦ. αυτός που βασίζεται στη μηχανική πίεση, για να μεταφέρει μελάνι από μια ταινία στο χαρτί. [< αγγλ. impact printer, 1970] , κρουστικό κύμα βλ. κύμα. [< αρχ. κρουστικός ‘αυτός που χτυπά τη σωστή νότα’] | |
| 26759 | κρουστός | , ή, ό κρου-στός επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που παράγει μουσικό ήχο μέσω κρούσης: ~ά: όργανα (= κρουστά). 2. (για τρoφές) τραγανός: ~ή: σάρκα/υφή. 3. (σπάν.) πυκνός ή/και σκληρός ως προς την ύφανσή του: ~ό: ύφασμα. ΣΥΝ. πυκνοϋφασμένος. ΑΝΤ. αγανός.|| (μτφ.) ~ός: λόγος. Βλ. πύκνωση. [< 1: μτγν. κρουστός] | |
| 26760 | κρουστός | κρου-στός ουσ. (αρσ.) (προφ.): μουσικός που παίζει κρουστά: ο ~ της συμφωνικής ορχήστρας. Πβ. περκασιονίστας. | |
| 26761 | κρουτόν | κρου-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μικροί κύβοι ψημένου ή φρυγανισμένου ψωμιού: ~ σκόρδου. Σαλάτα/σούπα με ~. Βλ. κριτσίνι, παξιμάδι. [< γαλλ. croûton] | |
| 26762 | κρούω | κρού-ω ρ. (μτβ.) {έκρου-σε, κρού-σει, (σπάν.) -στηκε, κρού-οντας} (λόγ.): χτυπώ, προκαλώντας ήχο: ~ει τη θύρα. Βλ. ανα~, απο~, προσ~. ● ΦΡ.: κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου) βλ. κώδων, χτυπάει/κρούει το καμπανάκι βλ. καμπανάκι [< αρχ. κρούω] | |
| 26763 | κρυάδα | κρυ-ά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ρίγος, ανατριχίλα, σύγκρυο: Έχω/νιώθω ~ες. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. έξαψη (1) 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-προφ.) άνοστο, κρύο αστείο: Πέταξε την ~ του. Δεν γελάει κανείς με τις ~ες του. (επιφωνηματικά, ως έκφρ. περιφρόνησης) Μμμ, ~ες! Πβ. εξυπνάδα. 3. (σπανιότ. κυριολ. κ. μτφ.) ψυχρότητα. ● ΦΡ.: παίρνω/τρώω την (πρώτη) κρυάδα (μτφ.): έρχομαι αντιμέτωπος με μια αναπάντεχη και δυσάρεστη κατάσταση και ειδικότ. περνώ το αρχικό και δύσκολο στάδιο μιας διαδικασίας. Βλ. ψυχρολουσία. [< μεσν. κρυάδα] | |
| 26764 | κρύβω | κρύ-βω ρ. (μτβ.) {έκρυ-βα, έκρυ-ψα, κρύ-ψει, -φτηκα, -μμένος, κρύβ-οντας} 1. βάζω, τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε μέρος κρυφό, αθέατο ή/και μυστικό, ώστε να μην είναι ορατό(ς) ή να μην μπορεί να εντοπιστεί· καλύπτω, σκεπάζω: ~ψε τα κοσμήματα κάτω από το κρεβάτι/στο υπόγειο (πβ. καταχωνιάζω). ~ψαν τον δραπέτη (πβ. υποθάλπω). Πού έχει ~ψει τον θησαυρό/τα κλοπιμαία; ~εται από την αστυνομία. Κρύψου μέσα στην ντουλάπα/πίσω από την πόρτα. Χρειάστηκε να ~φτούν, για να σωθούν.|| Κάτσε πιο εκεί, γιατί μου ~εις (= κόβεις) τη θέα. ~ψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες. Σκεπάστηκε, για να ~ψει τη γύμνια της. Ο ήλιος είχε ~φτεί πίσω από τα σύννεφα. 2. (μτφ.) δεν αποκαλύπτω, αποφεύγω να δημοσιοποιήσω, να εκφράσω κάτι που γνωρίζω ή αισθάνομαι, δεν εκδηλώνομαι: Κάτι μου ~εις εσύ, αλλά θα το μάθω. ~ουν επιμελώς το πραγματικό τους πρόσωπο. ~ψε την θλίψη/τις σκέψεις/τα συναισθήματά/τα σχέδιά του. Μας ~ψε την αλήθεια. Δεν ~ψε την ενόχληση/την ικανοποίηση/τον προβληματισμό της. Δεν σου ~ ότι ... (πβ. ομολογώ). Προσπαθεί να ~ψει τα χρόνια του. Δεν έχει τίποτα να ~ψει (: είναι άμεμπτος). Τι ~εται πίσω από το αινιγματικό της χαμόγελο; Δεν ~φτηκε, αλλά δήλωσε ξεκάθαρα ότι ... Πβ. αποκρύπτω, αποσιωπώ.|| Αρχαιότητες/μεταλλεύματα που ~ονται στο υπέδαφος (: δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί). ΑΝΤ. εξωτερικεύω, φανερώνω ● κρύβει (μτφ.) 1. επιφυλάσσει: Η αναζήτηση εργασίας ~ ευκαιρίες αλλά και παγίδες. Το παιχνίδι ~βε δυσκολίες/εκπλήξεις/προβλήματα. 2. (για κάτι που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό) εμπεριέχει, υποκρύπτει: Η πρότασή του ~ δόλο και υστεροβουλία. Σιωπή που ~βε αμηχανία/ενοχή. Πβ. ενέχει. ● ΦΡ.: ας μην κρυβόμαστε! (συνήθ. στην αρχή περιόδου, λόγου): κάτι γνωστό ή φανερό δεν μπορεί να καλυφθεί: ~ ~, όλοι έχουμε ανάγκη από αγάπη., κρύβει μέσα του 1. για συναίσθημα που δεν φανερώνεται, για χαρακτηριστικό γνώρισμα που βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση ή δεν προβάλλεται: ~ ~ θυμό. Κατάφερε να απελευθερώσει τη δημιουργικότητα που ~ ~. ~ ~ έναν έφηβο. 2. για ό,τι εμπεριέχεται σε κάτι άλλο: Κάθε καλός στίχος ~ ~ μουσική., ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται & ο έρωτας, ο βήχας και το χρήμα δεν κρύβονται (παροιμ. έκφρ.): για προφανή κατάσταση ή συναισθήματα που δεν μπορούν εύκολα να κρατηθούν μυστικά., βάζω/κρύβω/σπρώχνω κάτω απ' το χαλί βλ. χαλί, κάτι εγκυμονεί/κρύβει κινδύνους βλ. κίνδυνος, κρατώ κλειστά/κρύβω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, κρύβε λόγια βλ. λόγια, κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου βλ. δάχτυλο [< μτγν. κρύβω] | |
| 26765 | κρυμμένος | , η, ο κρυμ-μέ-νος επίθ.: που έχει κρυφτεί ή τον έχουν κρύψει, κρυφός: ~ος: θησαυρός. ~α: μυστικά. Περίμενε ~ πίσω από την πόρτα. Η ~η πλευρά του εαυτού μας. Χρήματα ~α κάτω από το στρώμα. Βλ. μισο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρυμμένο αρχείο βλ. αρχείο [< μεσν. κεκρυμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κρύπτω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ