Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27480-27500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26767κρυο- & κρυό-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στη χαμηλή θερμοκρασία, το ψύχος: Κρυο-γονική (βλ. -συντήρηση)/~πληξία (ΑΝΤ. θερμο-)/~πηξία. Βλ. ψυχρο-. 2. στο κρύωμα: κρυο-πάγημα.|| Κρυο-λογώ. 3. (μτφ.) στην ψυχρότητα, την έλλειψη συναισθήματος: κρυό-πλαστος.
26768κρυοβιολογίακρυ-ο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΒΙΟΛ. κλάδος που μελετά την επίδραση των χαμηλών θερμοκρασιών στους ζωντανούς οργανισμούς. Βλ. κρυο-γονική, -συντήρηση. [< αγγλ. cryobiology, 1921]
26769κρυογονικήκρυ-ο-γο-νι-κή ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) κρυογενική & κρυογενετική (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) 1. ΦΥΣ. κλάδος με αντικείμενο έρευνας την τεχνητή επίτευξη πολύ χαμηλών θερμοκρασιών και τις επιπτώσεις τους στην ύλη. 2. ΙΑΤΡ. κρυονική. [< αγγλ. cryogenics, γαλλ. cryogénie]
26770κρυογονικός, ή, ό κρυ-ο-γο-νι-κός επίθ. , (εσφαλμ.) κρυογενικός & κρυογενετικός: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κρυογονική: ~ός: θάλαμος (πβ. κρυονικός). ~ή: ψύξη. ~ό: δοχείο/υγρό. ~ές: θερμοκρασίες (: πολύ χαμηλές). [< αγγλ. cryogenic, γαλλ. cryogénique, 1953]
26771κρυοδιατήρησηβλ. κρυοσυντήρηση
26772κρυοθεραπείακρυ-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στην εφαρμογή ψύχους σε περιοχές του ανθρώπινου σώματος. Πβ. κρυοχειρουργική. Βλ. -θεραπεία, κρυοπηξία. ΣΥΝ. παγοθεραπεία [< γαλλ. cryothérapie, 1907, αγγλ. cryotherapy, 1926]
26773κρυόκωλος, η, ο κρυ-ό-κω-λος επίθ. (αργκό): πρόσωπο ψυχρό και κατ' επέκτ. αντιπαθητικό και βαρετό. Πβ. κρυόπλαστος, κρύος, νερόβραστος, ξενέρωτος.
26774κρυόλιθοςκρυ-ό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. σπάνιο ορυκτό του αργιλίου και του νατρίου, που χρησιμοποιείται στην επεξεργασία του βωξίτη και στην παραγωγή αλουμινίου. [< γαλλ. cryolithe , αγγλ. cryolite]
26775κρυολόγημακρυ-ο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ιογενής λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού που χαρακτηρίζεται κυρ. από καταρροή, ρινική συμφόρηση, πόνο στον φάρυγγα και βήχα: δυνατό/ενοχλητικό/επίμονο ~. Κοινό ~. Ο ιός του ~ατος. Άρπαξε ένα βαρύ/γερό ~ (πβ. πούντα). Βλ. γρίπη, ίωση, συνάχι. ΣΥΝ. κρύωμα (1)
26776κρυολογώ[κρυολογῶ] κρυ-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {κρυολογ-είς ... | κρυολόγ-ησα, -ήσει, -ημένος}: παθαίνω κρυολόγημα: Φόρεσε το παλτό σου μην ~ήσεις (= αρρωστήσεις)! Πβ. πουντιάζω, συναχώνομαι. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. κρυώνω (3) [< γαλλ. se refroidir]
26777κρυόμπλαστρος, η, ο βλ. κρυόπλαστος
26778κρυονικήκρυ-ο-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος διατήρησης ανθρώπου που έχει πεθάνει από ανίατη ασθένεια σε κατάσταση βαθιάς ψύξης, με σκοπό την επαναφορά του στη ζωή σε μελλοντική εποχή που θα έχει βρεθεί η ανάλογη θεραπεία. Βλ. κλωνοποίηση, κρυοσυντήρηση. ΣΥΝ. κρυογονική (2) [< αγγλ. cryonics, 1966]
26779κρυονικός, ή, ό κρυ-ο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κρυονική. Πβ. κρυογονικός. ● επίρρ.: κρυονικά [< αγγλ. cryonic, 1968]
26780κρυοπαγήματακρυ-ο-πα-γή-μα-τα ουσ. (ουδ.) {κρυοπαγημ-άτων | σπανιότ. στον εν. κρυοπάγημα}: ΙΑΤΡ. βλάβη των άκρων του σώματος που προκαλείται από παρατεταμένη έκθεση σε καταστάσεις υπερβολικού ψύχους και χαρακτηρίζεται από μούδιασμα, νέκρωση των ιστών ή/και γάγγραινα: ~ατα στα πόδια. Στρατιώτες με ~ατα. Βλ. κρυοπληξία, υποθερμία, χιονίστρες. [< γαλλ. engelure]
26781κρυοπηξίακρυ-ο-πη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος τοπικής ψύξης με υγρό άζωτο κυρ. για την καταστροφή παθολογικών ιστών: ~ για τη θεραπεία των κονδυλωμάτων/της ταχυκαρδίας/της τραχηλίτιδας. Βλ. διαθερμία, καυτηριασμός, κρυο-θεραπεία, -χειρουργική. [< γαλλ.-αγγλ. cryocoagulation]
26782κρυόπλαστος, η, ο κρυ-ό-πλα-στος επίθ. & κρυόμπλαστρος (προφ.-μειωτ.): (για πρόσ.) ψυχρός και απόμακρος. Πβ. κρυόκωλος, ξενέρωτος. ΣΥΝ. κρύος (2)
26783κρυοπληξίακρυ-ο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γενική βλάβη του οργανισμού που οφείλεται σε παρατεταμένη έκθεση στο ψύχος και χαρακτηρίζεται από ωχρότητα, ρίγος, υπνηλία, παραισθήσεις, απώλεια της συνείδησης, βραδυκαρδία. Πβ. υποθερμία. Βλ. θερμο-, παγο-πληξία, κρυοπάγημα.
26784κρύος, α, ο κρύ-ος επίθ. 1. του οποίου η θερμοκρασία είναι αισθητά χαμηλότερη από αυτήν του ανθρώπινου σώματος ή πιο χαμηλή από την κανονική, συνηθισμένη, επιθυμητή ή ενδεδειγμένη: ~ος: αέρας/καιρός/χειμώνας (πβ. δριμύς). ~α: θάλασσα (= παγωμένη)/νύχτα. ~ο: κλίμα. Το δωμάτιο/σπίτι είναι ~ο (πβ. ψυγείο). Οι ~ες χώρες του βορρά. (κατ' επέκτ.) Το ~ο φως της αυγής (: που δεν εκπέμπει ζέστη).|| ~ος: καφές. ~α: σούπα. ~ο: γεύμα/κρέας. ~α: πόδια/χέρια. Φαγητό που σερβίρεται ~ο. Δεξίωση με ~ο μπουφέ. Ζεστά και ~α πιάτα. Βλ. χλιαρός. ΣΥΝ. ψυχρός (1) ΑΝΤ. ζεστός (1), θερμός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαχυτικότητας, οικειότητας, συναισθηματικότητας: ~ος: άνθρωπος. ~α: αγκαλιά/αντιμετώπιση/συμπεριφορά/υποδοχή. ~ο: φιλί/χαμόγελο (βλ. συγκρατημένος).|| ~ο: περιβάλλον. Πβ. παγερός, τυπικός, ψυχρός. ΑΝΤ. εγκάρδιος 3. (μτφ.-μειωτ.) σαχλός: ~ο: ανέκδοτο/αστείο. Πβ. άνοστος, νερόβραστος, ξενέρωτος.|| (ως ουσ.) Άντε βρε ~ε (= ανόητε)! 4. που δεν έχει κάνει προθέρμανση, ανέτοιμος: (για πρόσ.) Μπήκε ~ στον αγώνα.|| (κατ' επέκτ.) Έβαλε μπρος το αμάξι να ζεσταθεί, γιατί η μηχανή ήταν ~α. ● επίρρ.: κρύα: με ψυχρότητα: Μου μίλησε/με χαιρέτησε (κάπως/μάλλον) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρύο αίμα βλ. αίμα, ψυχρά/κρύα χρώματα βλ. χρώμα ● ΦΡ.: η εκδίκηση είναι ένα πιάτο/φαγητό που τρώγεται κρύο βλ. εκδίκηση, κρύα χέρια, ζεστή καρδιά βλ. χέρι, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά βλ. καρδιά, με λούζει/με κόβει κρύος ιδρώτας βλ. ιδρώτας, σαν τα κρύα (τα) νερά βλ. νερό [< μεσν. κρύος, γαλλ. froid]
26785κρυοστάτηςκρυ-ο-στά-της ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. συσκευή διατήρησης της θερμοκρασίας σε πολύ χαμηλά επίπεδα: ~ ηλίου/υγρού αζώτου. Βλ. -στάτης. [< γαλλ. cryostat, 1903]
26786κρυοσυντήρησηκρυ-ο-συ-ντή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κρυοδιατήρηση: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. συντήρηση κυττάρων, ιστών, οργάνων σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες, συνήθ. σε υγρό άζωτο: ~ βλαστοκυττάρων/σπέρματος/ωαρίων. Κατάψυξη και ~ εμβρύων. Τράπεζα ~ης. Βλ. εμβρυομεταφορά, κρυοβιολογία, κρυογονική. [< αγγλ. cryopreservation, 1965, γαλλ. cryoconservation, 1986]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.