| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26787 | κρυόσφαιρα | κρυ-ό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): τα σκεπασμένα μονίμως με χιόνι και πάγο τμήματα της Γης. [< αγγλ. cryosphere, 1957] | |
| 26788 | κρυουλιάρης | , α, ικο κρυ-ου-λιά-ρης επίθ. (προφ.-ειρων.): που τον ενοχλεί το κρύο περισσότερο από τους άλλους, που έχει ασυνήθιστη ευαισθησία στο κρύο. Βλ. -ιάρης, τρεμουλιάρης. | |
| 26789 | κρυοχειρουργική | κρυ-ο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που περιλαμβάνει τη χρήση υπερβολικού ψύχους και ειδικότ. την κρυοπηξία για την καταστροφή κυρ. παθολογικού ιστού. Πβ. κρυοθεραπεία. [< αγγλ. cryosurgery, 1962, γαλλ. cryochirurgie, 1969] | |
| 26790 | κρυοχειρουργικός | , ή, ό κρυ-ο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κρυοχειρουργική: ~ή: θεραπεία δερματικών παθήσεων. [< αγγλ. cryosurgical, 1965, γαλλ. cryochirurgical] | |
| 26791 | κρυπτανάλυση | κρυ-πτα-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΠΛΗΡΟΦ. αποκωδικοποίηση κρυπτογραφημένου μηνύματος, χωρίς να είναι γνωστό το κλειδί της αποκρυπτογράφησης· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη επιστήμη: γραμμική/διαφορική ~. Βλ. κρυπτο-γραφία, -λογία, χάκινγκ. [< αγγλ. cryptanalysis, 1923] | |
| 26792 | κρύπτη | κρύ-πτη ουσ. (θηλ.) 1. μέρος, συνήθ. υπόγειο, όπου κρύβεται κάποιος ή κυρ. είναι κρυμμένο κάτι: μυστική ~. ~ ναρκωτικών/όπλων. Πβ. κρυψώνα. Βλ. καταφύγιο, κρησφύγετο. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. (κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο) υπόγειος και συνήθ. θολωτός χώρος που χρησίμευε ως νεκρικός θάλαμος ή παρεκκλήσι: υπόστυλη ~. Η ~ του Αγίου .../του ναού. Βλ. κατακόμβη, οστεοφυλάκιο. 3. ΑΝΑΤ. αβαθές κοίλωμα στην επιφάνεια οργάνου: ~ες των αμυγδαλών. Εντερικές ~ες. [< 1,2: μτγν. κρύπτη 3: γαλλ. crypte] | |
| 26804 | κρυπτό(ν) | κρυ-πτό(ν) ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο και άοσμο ευγενές αέριο (σύμβ. Kr, Ζ, 36) που υπάρχει σε απειροελάχιστες ποσότητες στην ατμόσφαιρα και χρησιμοποιείται στις λάμπες φθορισμού και στα λέιζερ. [< αγγλ.-γαλλ. krypton < κρυπτός ΄κρυμμένος’] | |
| 26793 | κρυπτο- & κρυπτό- & κρυπτ- | & κρυψί- & κρυψ- α' συνθετικό που δηλώνει ότι αυτό στο οποίο γίνεται αναφορά 1. είναι κωδικοποιημένο, κρυμμένο: κρυπτο-γράφημα. Κρυπτό-λεξο. Κρυπτ-ανάλυση.|| Τα κρυπτό-γαμα (ΑΝΤ. φανερό-, βλ. γυμνο-).|| (μτφ.) Κρυψί-νοια. Βλ. κλεψί-. 2. συμβαίνει κρυφά: κρυπτο-χριστιανός. | |
| 26794 | κρυπτόγαμα | κρυ-πτό-γα-μα ουσ. (ουδ.) (τα) : ΒΟΤ. κατηγορία φυτών (επιστ. ονομασ. Cryptogamae) που πολλαπλασιάζονται με σπόρια, χωρίς να σχηματίζουν άνθη (π.χ. φύκη, μύκητες, βρυόφυτα, πτεριδόφυτα). Βλ. αγγειό-, γυμνό-σπερμα. ΑΝΤ. φανερόγαμα [< γαλλ. cryptogames, αγγλ. cryptogams] | |
| 26795 | κρυπτογράφημα | κρυ-πτο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. αρχείο, κείμενο ή μήνυμα που έχει κρυπτογραφηθεί: κλειδί/παραβίαση του ~ατος. Έλυσε/έσπασε το ~ (= το αποκρυπτογράφησε). Βλ. -γράφημα, κώδικας. [< γαλλ. cryptogramme, αγγλ. cryptogram] | |
| 26796 | κρυπτογράφηση | κρυ-πτο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. η διαδικασία και το αποτέλεσμα μετατροπής δεδομένων σε μη αναγνώσιμη μορφή: ασύμμετρη/συμμετρική ~. ~ αρχείων/μηνυμάτων/φακέλων. Αλγόριθμος/πρόγραμμα/σύστημα ~ης. Πβ. κρυπτογραφία, κωδικοποίηση. Βλ. -γράφηση. ΑΝΤ. αποκρυπτογράφηση (2) [< αγγλ. encryption, 1953] | |
| 26797 | κρυπτογραφία | κρυ-πτο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των τεχνικών κρυπτογράφησης και αποκρυπτογράφησης απόρρητων δεδομένων με τη χρήση ειδικών αλγορίθμων και κλειδιών· ειδικότ. ο αντίστοιχος κλάδος. Πβ. κρυπτογράφηση. Βλ. -γραφία, κρυπτανάλυση, κρυπτολογία. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύμμετρη κρυπτογραφία & κρυπτογραφία δημόσιου κλειδιού: μέθοδος στην οποία χρησιμοποιούνται διαφορετικά κλειδιά για την κρυπτογράφηση και την αποκρυπτογράφηση. [< αγγλ. asymmetric cryptography, public key cryptography, 1976] , συμμετρική κρυπτογραφία: στην οποία η πληροφορία κωδικοποιείται και αποκωδικοποιείται με το ίδιο μυστικό κλειδί. [< αγγλ. symmetric cryptography] [< γαλλ. cryptographie] | |
| 26798 | κρυπτογραφικός | , ή, ό κρυ-πτο-γρα-φι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με την κρυπτογραφία: ~ός: αλγόριθμος/κώδικας. ~ή: συσκευή. ~ό: αλφάβητο/κλειδί/λογισμικό. ~ές: μέθοδοι/συναρτήσεις/τεχνικές/υπηρεσίες. ~ά: πρωτόκολλα/συστήματα.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: σταυρόλεξο. ● επίρρ.: κρυπτογραφικά [< γαλλ. cryptographique, αγγλ. cryptographic] | |
| 26799 | κρυπτογράφος | κρυ-πτο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): (για πρόσ.) ειδικός στην ανάλυση κρυπτογραφημάτων και στην κρυπτογραφία· (παλαιότ.) συσκευή για κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση μηνυμάτων. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. cryptographe, αγγλ. cryptograph(er)] | |
| 26800 | κρυπτογραφώ | [κρυπτογραφῶ] κρυ-πτο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {κρυπτογραφ-είς ..., -ώντας | κρυπτογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: μετατρέπω μήνυμα ή δεδομένα σε μη αναγνώσιμη, απόρρητη μορφή, εφαρμόζοντας κρυπτογραφικές μεθόδους: ~ημένη: επικοινωνία. ~ημένο: κείμενο/σήμα. Πβ. κωδικοποιώ. Βλ. -γραφώ. ΑΝΤ. αποκρυπτογραφώ (1) [< γαλλ. cryptographier] | |
| 26801 | κρυπτοζωολογία | κρυ-πτο-ζω-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): παραεπιστήμη η οποία ερευνά και προσπαθεί να αποδείξει την ύπαρξη μυθικών πλασμάτων. Βλ. γιέτι. [< γαλλ. cryptozoologie, περ. 1959, αγγλ. cryptozoology, 1968] | |
| 26802 | κρυπτόλεξο | κρυ-πτό-λε-ξο ουσ. (ουδ.): παιχνίδι που βασίζεται στην ανακάλυψη των κρυμμένων λέξεων που υπάρχουν σε κάθετες, οριζόντιες ή/και διαγώνιες σειρές γραμμάτων· παζλ αναζήτησης λέξεων. Βλ. ακροστιχίδα, γρίφος, κουίζ, σταυρόλεξο.[< αγγλ. word search puzzles] | |
| 26803 | κρυπτολογία | κρυ-πτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο την κρυπτογραφία και την κρυπτανάλυση. Βλ. -λογία. [< γαλλ. cryptologie, 1929, αγγλ. cryptology, 1945] | |
| 58688 | κρυπτονόμισμα | κρυ-πτο-νό-μι-σμα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. ηλεκτρονική μορφή χρήματος παγκόσμιας κυκλοφορίας το οποίο στηρίζεται σε κρυπτογραφικά πρωτόκολλα και έχει ως κύριο γνώρισμα την απουσία κεντρικής αρχής ελέγχου ή επιβεβαίωσης των συναλλαγών. Βλ. μπιτκόιν. [< αγγλ. cryptocurrency, 2009, γαλλ. cryptomonnaie, 2013] | |
| 26805 | κρυπτός | , ή, ό κρυ-πτός επίθ. (λόγ.): κρυφός. ● ΦΡ.: εν κρυπτώ (και παραβύστω) (αρχαιοπρ.): στα κρυφά, με μεγάλη μυστικότητα: απόφαση/συμφωνία ~ ~. Συναντήθηκαν ~ ~. Πβ. κεκλεισμένων των θυρών., ουδέν κρυπτόν (υπό τον ήλιον) (γνωμ.): τίποτα δεν παραμένει για πάντα κρυφό, όλα κάποια στιγμή αποκαλύπτονται. [< αρχ. κρυπτός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ