Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27520-27540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26806κρυπτοχριστιανικός, ή, ό κρυ-πτο-χρι-στια-νι-κός επίθ.: ΙΣΤ. -ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους κρυπτοχριστιανούς.
26807κρυπτοχριστιανισμόςκρυ-πτο-χρι-στια-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. -ΘΡΗΣΚ. το φαινόμενο της ύπαρξης κρυπτοχριστιανών. Βλ. -ισμός.
26808κρυπτοχριστιανοίκρυ-πτο-χρι-στια-νοί ουσ. (αρσ.) (οι): ΙΣΤ. -ΘΡΗΣΚ. χριστιανοί των περιοχών που βρίσκονταν υπό τουρκική κυριαρχία, κυρ. στον Εύξεινο Πόντο και τη Μικρά Ασία, οι οποίοι, αν και αναγκάστηκαν να εξισλαμιστούν, διατήρησαν κρυφά τη χριστιανική πίστη και τα λατρευτικά τους έθιμα.
26809κρυσταλιζέκρυ-στα-λι-ζέ επίθ. {άκλ.}: κρυσταλλικός: κόλλα ~. [< γαλλ. cristallisé]
26810κρυσταλλένιος, ια, ιο κρυ-σταλ-λέ-νιος επίθ. & (λαϊκό) κρουσταλλένιος (λογοτ.): κρυστάλλινος: ~ιο: βάζο/ποτήρι.|| (μτφ.) ~ια: φωνή. ~ια: νερά. Πβ. γάργαρος, λαγαρός. Βλ. -ένιος. [< μεσν. κρυσταλλένιος]
26811κρυστάλλικρυ-στάλ-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία ήμερου αχλαδιού. Βλ. βουτυράτα, κοντούλα.
26812κρυσταλλιάζεικρυ-σταλ-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {κρυστάλλια-σε, -σμένος} & (λαϊκό) κρουσταλλιάζει: κρυσταλλώνει, παγώνει: ~ το παγωτό. Τα πόδια μου έχουν ~σει.
26813κρυσταλλιέρακρυ-σταλ-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κρυσταλιέρα: ψηλό έπιπλο με ράφια και τζαμάκια για την τοποθέτηση κρυστάλλων, γυαλικών και άλλων διακοσμητικών αντικειμένων: βιτρίνα-~. Βλ. -ιέρα, μπουφές. [< ιταλ. cristalliera]
26814κρυσταλλικός, ή, ό κρυ-σταλ-λι-κός επίθ.: ΚΡΥΣΤ. που σχετίζεται με τους κρυστάλλους και ιδ. τη σύστασή τους: ~ή: δομή/ένωση/ζάχαρη/ινσουλίνη/ουσία/σκόνη/σόδα. ~ό: αλκαλοειδές/νερό (: που περιέχει ένυδρες ~ές ενώσεις)/οξύ/πυρίτιο/στερεό/σύστημα/σώμα. ~οί: ασβεστόλιθοι. ~ές: μορφές (βλ. πολυμορφισμός). ~ά: πετρώματα (βλ. γρανίτης). Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κρυσταλλικό πλέγμα βλ. πλέγμα [< γαλλ. cristallin, αγγλ. crystallic]
26815κρυσταλλικότητακρυ-σταλ-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΚΡΥΣΤ. η ιδιότητα του κρυσταλλικού: βαθμός ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. cristallinité, αγγλ. crystallinity]
26816κρυστάλλινος, η, ο κρυ-στάλ-λι-νος επίθ. ΣΥΝ. κρυσταλλένιος 1. που είναι από κρύσταλλο: ~ος: καθρέφτης/πολυέλαιος. ~η: σφαίρα (: στη μαντική). ~ο: βάζο. ~α: ποτήρια. 2. (μτφ.) διαφανής, καθαρός: ~η: παραλία. ~α: νερά. Πβ. διαυγής.|| ~ος: ήχος. ~η: φωνή. Βλ. καμπανιστός, μεταλλικός.|| ~ος: λόγος. ~η: άποψη/θέση. Πβ. ξεκάθαρος, σαφής. ΑΝΤ. ασαφής, θολός. [< αρχ. κρυστάλλινος, γαλλ. cristal, αγγλ. crystal]
26817κρύσταλλοκρύ-σταλ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -άλλου} & (λαϊκό) κρούσταλλο 1. ειδικά επεξεργασμένο γυαλί καλής ποιότητας που είναι λαμπερό και συνήθ. διαφανές· κατ' επέκτ. κάθε αντικείμενο κατασκευασμένο από αυτό: ακρυλικό ~. Διπλό ~ πόρτας. Βάζο/ποτήρι/τζάμι από ~. ~ ασφαλείας. Χρωματιστά ~α. Θραύση ~άλλων (: για τζάμια αυτοκινήτου). 2. (μτφ.) πάγος, συνήθ. σε μορφή μακρόστενων κομματιών: ~οι κρέμονται από τις στέγες των σπιτιών.|| Το νερό έγινε ~ από την παγωνιά. 3. {ως επίθ.} (μτφ.) διαυγής, καθαρός: θάλασσα ~.|| Έχει φωνή ~. Βλ. φωνή καμπάνα. ● ΦΡ.: η νύχτα των κρυστάλλων: ΙΣΤ. βιαιοπραγίες κατά των Εβραίων της Γερμανίας και της Αυστρίας τη νύχτα της ενάτης Νοεμβρίου του 1938· κατ' επέκτ. κάθε μαζική δίωξη. [< γερμ. Kristallnacht] [< 1: γαλλ. cristal 2,3: μεσν. κρύσταλλον]
26818κρυσταλλογραφίακρυ-σταλ-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΚΡΥΣΤ. κλάδος που μελετά την ανάπτυξη, τη δομή και τις ιδιότητες των κρυστάλλων: γεωμετρική ~. ~ ακτίνων Χ. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. cristallographie, αγγλ. crystallography]
26819κρυσταλλογραφικός, ή, ό κρυ-σταλ-λο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΡΥΣΤ. που σχετίζεται με την κρυσταλλογραφία: ~ή: ανάλυση/μελέτη. [< γαλλ. cristallographique, αγγλ. crystallographic(al)]
26820κρυσταλλοειδής, ής, ές κρυ-σταλ-λο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με κρύσταλλο. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. κρυσταλλώδης ● ΣΥΜΠΛ.: κρυσταλλοειδή διαλύματα & κρυσταλλοειδή: ΧΗΜ. -ΙΑΤΡ. διαλύματα ηλεκτρολυτών ή οργανικών ενώσεων μικρού μοριακού βάρους, τα οποία χορηγούνται για την αποκατάσταση της απώλειας νερού από το ανθρώπινο σώμα. Βλ. ισοτονικός, κολλοειδές. [< γαλλ. cristalloïdes] , κρυσταλλοειδής φακός: ΑΝΑΤ. διαφανές, αμφίκυρτο και διαθλαστικό τμήμα του ματιού, που έχει μέγεθος φακής και βρίσκεται πίσω από την ίριδα: θόλωση του ~ούς ~ού (πβ. καταρράκτης). Βλ. αμφιβληστροειδής, κερατοειδής (χιτώνας). [< γαλλ. lentille cristalline] [< μτγν. κρυσταλλοειδής]
26821κρυσταλλοθεραπείακρυ-σταλ-λο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): εναλλακτική θεραπευτική μέθοδος η οποία βασίζεται στις ευεργετικές για την υγεία ιδιότητες των κρυστάλλων. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. cristallothérapie, αγγλ. crystal therapy]
26823κρυσταλλοποίησηκρυ-σταλ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιφανειακή κατεργασία μαρμάρων και μωσαϊκών με σκοπό να αποκτήσουν στιλπνότητα και μεγαλύτερη αντοχή. Βλ. αδιαβροχοποίηση, γυάλισμα, φινίρισμα. 2. ΚΡΥΣΤ. κρυστάλλωση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. cristallisation]
26824κρύσταλλοςκρύ-σταλ-λος ουσ. (αρσ.) {κρυστάλλ-ου} & (σπάν.) κρύσταλλος (η) 1. ΚΡΥΣΤ. στερεό σώμα με εσωτερική δομή αποτελούμενη από κανονικά επαναλαμβανόμενους, γεωμετρικούς, τρισδιάστατους σχηματισμούς ατόμων, μορίων ή ιόντων· ειδικότ. καθένας από τους ελάχιστους αυτούς σχηματισμούς: ~ άλατος.|| Ιοντικοί/μεταλλικοί/μοριακοί ~οι. ~οι πυριτίου/χιονιού. 2. ΟΡΥΚΤ. διαφανές και συνήθ. άχρωμο ορυκτό με κρυσταλλική δομή· κατ' επέκτ. κρύσταλλο: φυσικός ~. ~ σαπφείρου/χαλαζία. Ινώδεις ~οι. Βλ. αμέθυστος, λάπις, μικρο~, νανο~. ● ΣΥΜΠΛ.: υγροί κρύσταλλοι: ΚΡΥΣΤ. υλικό σε ρευστή μορφή με ιδιότητες μεταξύ υγρών και στερεών. [< αγγλ. liquid crystals] , οθόνη υγρών κρυστάλλων βλ. οθόνη, ορεία κρύσταλλος βλ. όρειος, φωτονικός κρύσταλλος βλ. φωτονικός [< αρχ. κρύσταλλος, γαλλ. cristal, αγγλ. crystal]
26825κρυσταλλώδης, ης, ες κρυ-σταλ-λώ-δης επίθ. {κρυσταλλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): κρυσταλλοειδής. Βλ. -ώδης. [< μτγν. κρυσταλλώδης]
26826κρυσταλλώνεικρυ-σταλ-λώ-νει ρ. (αμτβ.) {κρυστάλλω-σε | κρυσταλλώ-θηκε, -μένος} 1. αποκτά κρυσταλλική μορφή, γίνεται κρύσταλλος: Ορυκτό που ~εται. ~μένα: πετρώματα.|| Μέλι που ~ (= ζαχαρώνει). ~μένη: ζάχαρη (= κάντιο). 2. (μτφ.) παγώνει: Η λίμνη ~σε από το κρύο. ~μένα: νερά. ΣΥΝ. κρυσταλλιάζει [< μεσν. κρυσταλλώνω, γαλλ. cristalliser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.