| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26828 | κρυφά | κρυ-φά επίρρ.: με μυστικότητα, χωρίς κάτι (ή κάποιος) να γίνεται αντιληπτό(ς): Έκλαιγε/έφυγε ~. Τη συναντούσε ~. Πβ. ινκόγκνιτο, μυστικά. Βλ. αναφανδόν. ΣΥΝ. κρυφίως, στα κρυφά ΑΝΤ. φανερά ● βλ. κρυφός [< μεσν. κρυφά] | |
| 26829 | κρυφαδελφή | κρυ-φα-δελ-φή ουσ. (θηλ.) & κρυφαδερφή (προφ. μειωτ.): ομοφυλόφιλος που αποκρύπτει τη σεξουαλική του ταυτότητα. | |
| 26830 | κρυφακούω | κρυ-φα-κού-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρυφάκου-σα, κρυφακού-σει, -οντας}: ακούω σκόπιμα κάτι που λέγεται, χωρίς να γίνομαι αντιληπτός: Κρυφάκουγε τη συζήτηση. Κόλλησε το αυτί στην πόρτα για να ~σει. Πβ. στήνω/βάζω αυτί. Βλ. λαθρακρόαση. | |
| 26831 | κρύφιος | , α, ο κρύ-φι-ος επίθ. (λόγ.): απόρρητος, μυστικός: ~ος: πόθος. ~οι: λογισμοί/σκοποί. ~ες: επιθυμίες/σκέψεις. Πβ. ανομολόγητος. Βλ. ενδόμυχος. ΣΥΝ. κρυφός (1) ● επίρρ.: κρυφίως [< αρχ. κρύφιος] | |
| 26832 | κρυφο- & κρυφ- | : το επίρρημα κρυφά ως α' συνθετικό κυρ. ρημάτων: κρυφο-καμαρώνω/~κοιτάζω ~μιλάω. Κρυφ-ακούω. | |
| 26833 | κρυφογελώ | [κρυφογελῶ] κρυ-φο-γε-λώ ρ. (αμτβ.) {κρυφογέλ-ασε, -ώντας} & κρυφογελάω: γελώ συνήθ. κοροϊδευτικά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην γίνω αντιληπτός: ~ούσαν με το ντύσιμό του/σε βάρος του. Πβ. γελάει κάτω από τα μουστάκια του. | |
| 26834 | κρυφοκοίταγμα | κρυ-φο-κοί-ταγ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κρυφοκοιτάζω: ~ από το παράθυρο. Πβ. λοξοκοίταγμα. Βλ. μπανιστήρι. | |
| 26835 | κρυφοκοιτάζω | κρυ-φο-κοι-τά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) & κρυφοκοιτώ: κοιτάζω χωρίς να γίνομαι αντιληπτός: (Τους) ~ζε από την κλειδαρότρυπα. Πβ. μπανίζω, παίρνω/κάνω μάτι. | |
| 26836 | κρυφομιλώ | [κρυφομιλῶ] κρυ-φο-μι-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) & κρυφομιλάω (συνήθ. λογοτ.): μιλώ σε κάποιον πολύ σιγά, ψιθυριστά, ώστε να μην ακούν οι άλλοι τι λέω. Πβ. (σιγο)ψιθυρίζω. [< μεσν. κρυφομιλώ] | |
| 26837 | κρυφός | , ή, ό κρυ-φός επίθ. 1. μυστικός, άγνωστος ή γνωστός σε πολύ λίγους, που δεν αποκαλύπτεται, δεν εκδηλώνεται: ~ός: καημός/κωδικός (βλ. πιν)/πόθος. ~ή: αγάπη/γνώση (= απόκρυφη)/γοητεία (: απροσδιόριστη)/δύναμη/επιθυμία/ευχή/συγκίνηση/συνάντηση. ~ό: μίσος/όνειρο/ταλέντο. ~ές: διαβουλεύσεις/διεργασίες (= παρασκηνιακές). ~ά: αισθήματα (πβ. ανομολόγητος, αφανέρωτος)/σχέδια. Έχει ~ές χάρες (βλ. προσόν, χάρισμα). Κράτησαν τον δεσμό/έρωτά τους ~ό. Είχα μια ~ή ελπίδα πως θα κερδίσουμε (βλ. αμυδρός).|| (σπάν. για πρόσ.) Έτσι ~ που είναι, ποτέ δεν γνωρίζεις τι σκέφτεται. Πβ. κρυψίνους. Βλ. εσωστρεφής. ΣΥΝ. κρυμμένος 2. που είναι συνήθ. σκόπιμα αθέατος: ~ός: φωτισμός. ~ή: είσοδος/πόρτα/σπηλιά/τσέπη. ~ό: κούμπωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενδιάμεση/κρυφή/λανθάνουσα μνήμη βλ. μνήμη, κρυφή ατζέντα βλ. ατζέντα, κρυφή κάμερα βλ. κάμερα, κρυφή οικονομία βλ. οικονομία, κρυφή πληγή βλ. πληγή, κρυφό σχολειό βλ. σχολείο ● ΦΡ.: στα κρυφά: χωρίς να γίνει κάτι ή κάποιος αντιληπτό(ς): Συνεννοήθηκαν ~ ~. ΣΥΝ. στα μουλωχτά, στη ζούλα, στη λούφα ΑΝΤ. στα φανερά, κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό βλ. κρατώ ● βλ. κρυφά [< αρχ. κρυφός] | |
| 26838 | κρυφτό | κρυ-φτό ουσ. (ουδ.): ομαδικό παιδικό παιχνίδι, στο οποίο ένας παίκτης μετρώντας με κλειστά μάτια δίνει χρόνο στους υπόλοιπους να κρυφτούν και στη συνέχεια ψάχνει να τους βρει. Βλ. κορόιδο, κουτσό, κυνηγητό, μήλα, φτου και βγαίνω. ● ΦΡ.: παίζει (το) κρυφτούλι/(το) κρυφτό βλ. κρυφτούλι | |
| 26839 | κρυφτοκυνηγητό | κρυ-φτο-κυ-νη-γη-τό ουσ. (ουδ.): ομαδικό παιδικό παιχνίδι που περιλαμβάνει δύο αντίπαλες ομάδες από τις οποίες η μία κρύβεται και η άλλη προσπαθεί να την εντοπίσει και να την πιάσει κυνηγώντας την. Βλ. κορόιδο, κουτσό, μήλα. | |
| 26840 | κρυφτούλι | κρυ-φτού-λι ουσ. (ουδ.) (υποκ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: παίζει (το) κρυφτούλι/(το) κρυφτό (μτφ.-προφ.): προσπαθεί να αποφύγει κάποιον ή να αποκρύψει κάτι, υπεκφεύγει: Προσπαθώ να του μιλήσω, αλλά (μου) ~ ~. ~ουν ~ με το σκάνδαλο (πβ. αποσιωπώ). [< μεσν. κρυφτούλι] | |
| 26841 | κρυψί- & κρυψ- | βλ. κρυπτο- | |
| 26842 | κρύψιμο | κρύ-ψι-μο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) απόκρυψη, αποσιώπηση, συγκάλυψη: ~ της αλήθειας/του προβλήματος. 2. φύλαξη προσώπου ή πράγματος σε κρυφό μέρος, ώστε να μην μπορεί να εντοπιστεί: ~ μέσα στο έδαφος. ~ των χρημάτων κάτω από το στρώμα. Πβ. καταχώνιασμα, τρύπωμα, χώσιμο. | |
| 26843 | κρυψίνοια | κρυ-ψί-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον κρυψίνουν: κλίμα ~ας και καχυποψίας. Πβ. μυστικοπάθεια. [< μεσν. κρυψίνοια] | |
| 26844 | κρυψίνους | , ους, ουν κρυ-ψί-νους επίθ. {κρυψίν-οες} (απαιτ. λεξιλόγ.): που κρατά κρυφές τις σκέψεις, τις προθέσεις ή τα συναισθήματά του. Πβ. μυστικοπαθής. Βλ. αγχί-, μικρό-, οξύ-, σύν-νους. [< αρχ. κρυψίνους] | |
| 26845 | κρυψορχία | κρυ-ψορ-χί-α ουσ. (θηλ.) & κρυψορχιδία: ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία, κατά την οποία ο ένας ή και οι δύο όρχεις δεν έχουν κατέβει στη φυσιολογική τους θέση, το όσχεο, κατά τη γέννηση του αγοριού. Βλ. υποσπαδίας. [< πβ. μτγν. κρύψορχις (ἡ), κρυψόρχης (ὁ), γαλλ. cryptorchidie] | |
| 26846 | κρυψώνα | κρυ-ψώ-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) κρυψώνας (ο): μέρος κατάλληλο για να κρυφτεί κάποιος (συνήθ. όταν καταδιώκεται ή κινδυνεύει) ή να κρύψει κάτι: ασφαλής/μυστική/υπόγεια/φυσική ~. Ανακάλυψη της ~ας (από την Αστυνομία). Το ζώο βγήκε από την ~ του. Πβ. άντρο, καταπακτή, κρησφύγετο, κρύπτη, λημέρι. Βλ. καταφύγιο. | |
| 26847 | κρύωμα | κρύ-ω-μα ουσ. (ουδ.) {κρυώμ-ατος} 1. κρυολόγημα: ~ με βήχα και πυρετό. Μπουκωμένη μύτη λόγω ~ατος. Άρπαξε (ένα) γερό ~! Πβ. πούντα. Βλ. γρίπη, ίωση. 2. (σπάν.) μείωση της θερμοκρασίας, με αποτέλεσμα να γίνεται κάτι κρύο: ~ της μηχανής. ΑΝΤ. ζέσταμα (2) ● Υποκ.: κρυωματάκι (το): στη σημ. 1. [< 1: μεσν. κρύωμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ