Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27560-27580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26848κρυώνωκρυ-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρύω-σα, κρυώ-σει, -μένος, κρυών-οντας} 1. έχω τη δυσάρεστη αίσθηση του κρύου: Σκεπάστηκε, για να μην ~ει. ~ουν τα πόδια/χέρια μου. Βλ. ξεπαγ-, ξυλ-ιάζω, παγώνω. ΑΝΤ. ζεσταίνομαι 2. ελαττώνω τη θερμοκρασία· (για κάτι) γίνεται κρύο ή πέφτει η θερμοκρασία του: ~στε το νερό με πάγο/στο ψυγείο.|| ~σε το δωμάτιο/ο καιρός (πβ. δροσίζει, ψυχραίνει)/ο καφές/η σούπα. Περίμενα να ~σει η μηχανή. ΑΝΤ. ζεσταίνω (1) 3. κρυολογώ: Ντύσου καλά, γιατί θα ~σεις! Είμαι ~μένη με πυρετό. Πβ. πουντιάζω, συναχώνομαι. 4. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.-προφ.) (για συναίσθημα, σχέση) χαρακτηρίζομαι από έλλειψη ζεστασιάς, εγκαρδιότητας ή έντασης· ειδικότ. απογοητεύω κάποιον: ~σε η καρδιά μου.|| Τώρα που το πράγμα ~σε, μπορείς να του μιλήσεις.|| Η αγενής συμπεριφορά του μας ~σε (πβ. ξενερώνω). ● ΦΡ.: το φυσάω και δεν κρυώνει (μτφ.-προφ.): εξακολουθώ να νιώθω έντονη ενόχληση από αρνητική εμπειρία ή πάθημα του παρελθόντος. ~ ~ μετά την ήττα από ...|| (απειλητ.) Θα δεις τι θα πάθεις, θα το ~άς και δεν θα ~! [< μεσν. κρυώνω, γαλλ. (se) refroidir]
26849κρωγμόςκρωγ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κρώξιμο: ~ κόρακα. ~οί άγριων πουλιών. Πβ. κράξιμο.|| (μτφ.-ειρων.) Εθνικιστικοί ~οί. ~οί μίσους. Βλ. παραλήρημα. [< μτγν. κρωγμός]
26850κρώζεικρώ-ζει ρ. (αμτβ.) {έκρωξε} (λόγ.): κράζει. [< αρχ. κρώζω]
26851κρώξιμοκρώ-ξι-μο ουσ. (ουδ.): κράξιμο πτηνών: ~ γλάρων/κορακιών. ΣΥΝ. κρωγμός
26852ΚΣ(το): Κεντρικό Συμβούλιο.
26853ΚΣΕΔ(το): Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης. Βλ. ΕΚΣΕΔ.
26854ΚΣΟΤ(η): Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης.
26855ΚΣΣΕ(η): Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.
26856κταπόδιβλ. χταπόδι
26857ΚΤΕ1. (η) Κοινωνία των Εθνών. 2. (το) Κέντρο Τεχνολογικής Έρευνας. 3. (ο) Κοινοβουλευτικός Τομέας Εργασίας.
26858ΚΤΕΛ(το): Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων.
26859κτέναβλ. χτένα
26860κτένιβλ. χτένι1
26861κτενίζωβλ. χτενίζω
26862κτένισμαβλ. χτένισμα
26863ΚΤΕΟ(το): Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων.
26864κτέρισμακτέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {κτερίσμ-ατα, συνήθ. στον πληθ.}: ΑΡΧΑΙΟΛ. αντικείμενο (κυρ. κόσμημα, όπλο, εργαλείο, αγγείο) που τοποθετούνταν στον τάφο μαζί με τον νεκρό (ή καιγόταν μαζί του) ως νεκρική προσφορά: κεραμικό/ταφικό ~. ~ατα και επιτύμβιες στήλες. Βλ. ανάθημα. [< αρχ. κτέρισμα]
26865κτήμα[κτῆμα] κτή-μα ουσ. (ουδ.) {κτήμ-ατος | -ατα, -άτων} & (προφ.) χτήμα 1. δημόσια ή ιδιωτική εδαφική έκταση, συνήθ. καλλιεργήσιμη: εθνικά ~ατα. Εργάζεται στα ~ατα. Πβ. αγρός, γαίες, χωράφι. Βλ. αγρόκτημα.|| ~ δεξιώσεων/εκδηλώσεων (: υπαίθριοι, εξοχικοί συνήθ. χώροι όπου οργανώνονται διάφορα κοινωνικά γεγονότα). 2. ιδιόκτητο αγαθό: Το παιδί δεν είναι ~ των γονιών του. Πβ. ιδιοκτησία, τσιφλίκι. Βλ. απόκτημα. 3. (μτφ.) αφομοιωμένη και εμπεδωμένη γνώση ή δεξιότητα: Ο μαθητής πρέπει να κάνει ~ του αυτά που έχει διδαχθεί. ● Υποκ.: κτηματάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κτήμα ες αεί/αιεί & (σπάν.) κτήμα εσαεί (αρχαιοπρ.): (κυρ. για πνευματικό έργο) κατάκτηση με διαχρονική αξία. [< 1, 2: αρχ. κτῆμα]
26866κτηματαγοράκτη-μα-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς που περιλαμβάνει συναλλαγές (αγοραπωλησίες) γης και ακινήτων: παράγοντες/φορείς της ~άς (: κατασκευαστές, μεσίτες, τράπεζες). Επενδύσεις στην ~. Οι διεθνείς ~ές. Βλ. -αγορά.
26867κτηματίαςκτη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ. στην Ελλάδα): κάτοχος μεγάλης κτηματικής περιουσίας (που ζει από την εκμετάλλευσή της). Πβ. μεγαλο~. Βλ. μικρο~, τσιφλικάς, -ίας. ΣΥΝ. γαιοκτήμονας ΑΝΤ. ακτήμονας

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.