| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26848 | κρυώνω | κρυ-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρύω-σα, κρυώ-σει, -μένος, κρυών-οντας} 1. έχω τη δυσάρεστη αίσθηση του κρύου: Σκεπάστηκε, για να μην ~ει. ~ουν τα πόδια/χέρια μου. Βλ. ξεπαγ-, ξυλ-ιάζω, παγώνω. ΑΝΤ. ζεσταίνομαι 2. ελαττώνω τη θερμοκρασία· (για κάτι) γίνεται κρύο ή πέφτει η θερμοκρασία του: ~στε το νερό με πάγο/στο ψυγείο.|| ~σε το δωμάτιο/ο καιρός (πβ. δροσίζει, ψυχραίνει)/ο καφές/η σούπα. Περίμενα να ~σει η μηχανή. ΑΝΤ. ζεσταίνω (1) 3. κρυολογώ: Ντύσου καλά, γιατί θα ~σεις! Είμαι ~μένη με πυρετό. Πβ. πουντιάζω, συναχώνομαι. 4. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.-προφ.) (για συναίσθημα, σχέση) χαρακτηρίζομαι από έλλειψη ζεστασιάς, εγκαρδιότητας ή έντασης· ειδικότ. απογοητεύω κάποιον: ~σε η καρδιά μου.|| Τώρα που το πράγμα ~σε, μπορείς να του μιλήσεις.|| Η αγενής συμπεριφορά του μας ~σε (πβ. ξενερώνω). ● ΦΡ.: το φυσάω και δεν κρυώνει (μτφ.-προφ.): εξακολουθώ να νιώθω έντονη ενόχληση από αρνητική εμπειρία ή πάθημα του παρελθόντος. ~ ~ μετά την ήττα από ...|| (απειλητ.) Θα δεις τι θα πάθεις, θα το ~άς και δεν θα ~! [< μεσν. κρυώνω, γαλλ. (se) refroidir] | |
| 26849 | κρωγμός | κρωγ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κρώξιμο: ~ κόρακα. ~οί άγριων πουλιών. Πβ. κράξιμο.|| (μτφ.-ειρων.) Εθνικιστικοί ~οί. ~οί μίσους. Βλ. παραλήρημα. [< μτγν. κρωγμός] | |
| 26850 | κρώζει | κρώ-ζει ρ. (αμτβ.) {έκρωξε} (λόγ.): κράζει. [< αρχ. κρώζω] | |
| 26851 | κρώξιμο | κρώ-ξι-μο ουσ. (ουδ.): κράξιμο πτηνών: ~ γλάρων/κορακιών. ΣΥΝ. κρωγμός | |
| 26852 | ΚΣ | (το): Κεντρικό Συμβούλιο. | |
| 26853 | ΚΣΕΔ | (το): Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης. Βλ. ΕΚΣΕΔ. | |
| 26854 | ΚΣΟΤ | (η): Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. | |
| 26855 | ΚΣΣΕ | (η): Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. | |
| 26856 | κταπόδι | βλ. χταπόδι | |
| 26857 | ΚΤΕ | 1. (η) Κοινωνία των Εθνών. 2. (το) Κέντρο Τεχνολογικής Έρευνας. 3. (ο) Κοινοβουλευτικός Τομέας Εργασίας. | |
| 26858 | ΚΤΕΛ | (το): Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων. | |
| 26859 | κτένα | βλ. χτένα | |
| 26860 | κτένι | βλ. χτένι1 | |
| 26861 | κτενίζω | βλ. χτενίζω | |
| 26862 | κτένισμα | βλ. χτένισμα | |
| 26863 | ΚΤΕΟ | (το): Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων. | |
| 26864 | κτέρισμα | κτέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {κτερίσμ-ατα, συνήθ. στον πληθ.}: ΑΡΧΑΙΟΛ. αντικείμενο (κυρ. κόσμημα, όπλο, εργαλείο, αγγείο) που τοποθετούνταν στον τάφο μαζί με τον νεκρό (ή καιγόταν μαζί του) ως νεκρική προσφορά: κεραμικό/ταφικό ~. ~ατα και επιτύμβιες στήλες. Βλ. ανάθημα. [< αρχ. κτέρισμα] | |
| 26865 | κτήμα | [κτῆμα] κτή-μα ουσ. (ουδ.) {κτήμ-ατος | -ατα, -άτων} & (προφ.) χτήμα 1. δημόσια ή ιδιωτική εδαφική έκταση, συνήθ. καλλιεργήσιμη: εθνικά ~ατα. Εργάζεται στα ~ατα. Πβ. αγρός, γαίες, χωράφι. Βλ. αγρόκτημα.|| ~ δεξιώσεων/εκδηλώσεων (: υπαίθριοι, εξοχικοί συνήθ. χώροι όπου οργανώνονται διάφορα κοινωνικά γεγονότα). 2. ιδιόκτητο αγαθό: Το παιδί δεν είναι ~ των γονιών του. Πβ. ιδιοκτησία, τσιφλίκι. Βλ. απόκτημα. 3. (μτφ.) αφομοιωμένη και εμπεδωμένη γνώση ή δεξιότητα: Ο μαθητής πρέπει να κάνει ~ του αυτά που έχει διδαχθεί. ● Υποκ.: κτηματάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κτήμα ες αεί/αιεί & (σπάν.) κτήμα εσαεί (αρχαιοπρ.): (κυρ. για πνευματικό έργο) κατάκτηση με διαχρονική αξία. [< 1, 2: αρχ. κτῆμα] | |
| 26866 | κτηματαγορά | κτη-μα-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς που περιλαμβάνει συναλλαγές (αγοραπωλησίες) γης και ακινήτων: παράγοντες/φορείς της ~άς (: κατασκευαστές, μεσίτες, τράπεζες). Επενδύσεις στην ~. Οι διεθνείς ~ές. Βλ. -αγορά. | |
| 26867 | κτηματίας | κτη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ. στην Ελλάδα): κάτοχος μεγάλης κτηματικής περιουσίας (που ζει από την εκμετάλλευσή της). Πβ. μεγαλο~. Βλ. μικρο~, τσιφλικάς, -ίας. ΣΥΝ. γαιοκτήμονας ΑΝΤ. ακτήμονας |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ