Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2740-2760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1780ακριβογιός[ἀκριβογιός] α-κρι-βο-γιός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. λογοτ.): (κυρ. για μοναχογιό) πολυαγαπημένος, μονάκριβος γιος: Πρόσεχαν και φρόντιζαν υπερβολικά τον ~ό τους.
1781ακριβοδίκαιος, η, ο [ἀκριβοδίκαιος] α-κρι-βο-δί-και-ος επίθ. (λόγ.): που είναι απόλυτα δίκαιος: ~ος: δάσκαλος/κριτής. Για να είμαστε ~οι, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ...|| ~ος: επιμερισμός (των ευθυνών). ~η: απόφαση/διαιτησία/κατανομή (αγαθών)/κριτική/μοιρασιά. Πβ. αμερόληπτος. ΑΝΤ. άδικος (1) ● επίρρ.: ακριβοδίκαια [< αρχ. ἀκριβοδίκαιος]
1782ακριβοθυγατέρα[ἀκριβοθυγατέρα] α-κρι-βο-θυ-γα-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. λογοτ.): (κυρ. για μοναχοκόρη) πολυαγαπημένη, μονάκριβη κόρη.
1783ακριβοθώρητος, η, ο [ἀκριβοθώρητος] α-κρι-βο-θώ-ρη-τος επίθ. 1. (συνήθ. ειρων.) (κυρ. για πρόσωπο) που σπάνια ή δύσκολα μπορεί κάποιος να δει: Από τότε που μετακόμισες, έγινες ~!|| Ελιτίστικα και ~α πανεπιστήμια. 2. (σπάν.-κατ' επέκτ.-λογοτ.) εξαίρετος, αψεγάδιαστος, πολύτιμος: ~η: ομορφιά. ~ο: δημιούργημα.
1784ακριβολογία[ἀκριβολογία] α-κρι-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ακριβής και σαφής έκφραση: νομική ~. ~ στη διατύπωση. Ορθοέπεια/σαφήνεια και ~. Πβ. κυριολεξία. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. αοριστολογία [< αρχ. ἀκριβολογία]
1785ακριβολόγος, ος, ο [ἀκριβολόγος] α-κρι-βο-λό-γος επίθ. & ακριβόλογος, η, ο (λόγ.): που είναι απόλυτα ακριβής και σαφής, που δεν αοριστολογεί: ~ος: επιστήμονας. Λακωνικός/λιγομίλητος και ~. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ἀκριβολόγος]
1786ακριβολογώ[ἀκριβολογῶ] α-κρι-βο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ακριβολογ-είς ..., -ώντας | ακριβολόγ-ησα, -ήσει} (λόγ.): εκφράζομαι με ακρίβεια και σαφήνεια: Ο συνήγορος ζήτησε από τον μάρτυρα να ~ήσει. Πβ. κυριολεκτώ, λεπτολογώ. Βλ. -λογώ. ΑΝΤ. αοριστολογώ [< μτγν. ἀκριβολογῶ]
1787ακριβοπληρώνω[ἀκριβοπληρώνω] α-κρι-βο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {ακριβοπλήρω-σα, ακριβοπληρώ-θηκε, -μένος} 1. πληρώνω κάποιον ή κάτι ακριβά: ~σε τους συμβούλους που προσέλαβε. ~σαν τα έπιπλα. ~θηκε, αλλά έκανε καλή δουλειά! ~μένος: δικηγόρος/παίκτης/τραγουδιστής. ~μένη: εργασία/θέση/μεταγραφή/ταινία. Πβ. μοσχο-, χρυσο-πληρώνω. Βλ. αηδόνι. 2. (μτφ.-σπάν.) υφίσταμαι τις δυσάρεστες συνέπειες, τιμωρούμαι για κάτι που έκανα: Τ' ~σε το ψέμα που είπε!
1788ακριβοπουλώ[ἀκριβοπουλῶ] α-κρι-βο-που-λώ ρ. (μτβ.) {ακριβοπουλ-άς ...| ακριβοπούλ-ησα, -ήθηκε, -ημένο}: πουλώ κάτι σε υψηλή τιμή: ~ησε το οικόπεδο. Το σπίτι ~ήθηκε. Πβ. μοσχοπουλώ.
1789ακριβός, ή, ό [ἀκριβός] α-κρι-βός επίθ. 1. που έχει υψηλή τιμή, κοστίζει πολύ: ~ός: εξοπλισμός/λογαριασμός (πβ. αλμυρός, τσουχτερός). ~ό: αυτοκίνητο/εισιτήριο/ενοίκιο/νόμισμα/πετρέλαιο/(κυριολ. κ. μτφ.) τίμημα. Πολύ ~ό δώρο (: απαγορευτικά ~ό, πανάκριβο). ~ές: τιμές (ΑΝΤ. προσιτές). ~ά: αρώματα (= πολυτελείας)/κοσμήματα (βλ. πολύτιμα)/υλικά. Βλ. παν-, χιλι-άκριβος. ΑΝΤ. οικονομικός (2), φτηνός (1) 2. που έχει ή απαιτεί πολλά έξοδα, πολυέξοδος: ~ός: γάμος. ~ή: ζωή. ~ό: σπορ/ταξίδι. ~ές: διακοπές. Πβ. δαπανηρός, πολυδάπανος. ΑΝΤ. φτηνός (2) 3. που προσφέρει προϊόντα, υπηρεσίες σε υψηλή τιμή: ~ός: τεχνίτης. ~ό: εστιατόριο/μαγαζί/νησί/ξενοδοχείο/(ιδιωτικό) σχολείο. ~ή περιοχή (: απλησίαστη, με υψηλό κόστος ζωής ή με ακίνητα σε υψηλές τιμές). ΑΝΤ. φτηνός (3) 4. (μτφ.) πολύτιμος, λατρευτός, πολυαγαπημένος: ~ό: προνόμιο.|| (κυρ. ως προσφών.-παλαιότ.) ~έ μου φίλε, ~ή μου αγάπη! ● Υποκ.: ακριβούτσικος , η/ια, ο ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα βλ. χρήμα ● ΦΡ.: ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος είναι σπάταλος σε ευτελή πράγματα και φειδωλός σε σημαντικά., έχει ακριβά τα λόγια του: είναι ολιγόλογος., πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου βλ. τομάρι ● βλ. ακριβά [< μεσν. ακριβός, γαλλ. cher]
1790ακριβώς[ἀκριβῶς] α-κρι-βώς επίρρ. {ακριβέστ-ερα, -ατα} 1. με ακρίβεια, με τρόπο σαφή και ορθό που δεν παρεκκλίνει από την πραγματικότητα: Μας διηγήθηκε τα γεγονότα, όπως ~ είχαν συμβεί (πβ. λεπτομερώς, πιστά). Εξήγησέ μου, τι ~ κάνεις. Τι είναι ~ οι μαύρες τρύπες; Πβ. επακριβώς. ΑΝΤ. μέσες άκρες, πάνω κάτω (1), περίπου 2. (επιτατ.) χωρίς την παραμικρή απόκλιση (συνήθ. χρονική, τοπική ή ποσοτική): Η ώρα είναι πέντε ~. Σ' αυτό ~ το μέρος. Έγραψα ~ τα ίδια.|| (ως απάντηση, με επιβεβαιωτική σημ.) ~ (= πράγματι)! Έτσι έχει το θέμα. 3. (σπανιότ.) εγκαίρως, στην ώρα του: Έφτασε/ήρθε ~! [< αρχ. ἀκριβῶς, γαλλ. exactement]
1791ακρίδα[ἀκρίδα] α-κρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. γενική ονομασία οικογένειας εντόμων (επιστ. ονομασ. Acrididae, ιδ. Oedipoda migratoria ή Pachytylus migratorius) με κοντές ή μακριές κεραίες και χρώμα πράσινο, λαδί ή καφέ, που μετακινούνται με άλματα, μεταναστεύουν σε σμήνη και προξενούν καταστροφές στις καλλιέργειες: (περιληπτ.) Έπεσε ~ στα καπνά. 2. (μτφ., για πρόσ.) πολύ αδύνατος, ισχνός, καχεκτικός. ● ΦΡ.: ακρίδες και μέλι (άγριο): για να δηλωθεί λιτότητα, ιδ. στη διατροφή (κατά τον τρόπο του Ιωάννη του Βαπτιστή): Τι σε ταΐζουν κι είσαι τόσο αδύνατος; ~ ~;, έπεσαν σαν (τις) ακρίδες (μτφ.): όρμησαν πολλοί, για να εκμεταλλευτούν μια κατάσταση: Μόλις κατάλαβαν ότι υπάρχει ρευστό, ~ ~! ~ ~ πάνω του/στο φαΐ! [< αρχ. ἀκρίς, μεσν. ακρίδα]
1792ακριλικός, ή, ό βλ. ακρυλικός
1793ακριμάτιστος, η, ο [ἀκριμάτιστος] α-κρι-μά-τι-στος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που δεν έχει κάνει κρίματα, αμαρτίες, αναμάρτητος. ΑΝΤ. αμαρτωλός [< μεσν. ακριμάτιστος]
1794ακρινός, ή, ό βλ. ακριανός
1795ακρισία[ἀκρισία] α-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη ορθής εκτίμησης γεγονότων, καταστάσεων ή προσώπων· (συνεκδ. στον πληθ.) άκριτος λόγος ή πράξη: κοινωνική/πολιτική ~.|| Λάθη και ~ες. Πβ. απερισκεψία, επιπολαιότητα. [< μτγν. ἀκρισία]
1796ακρίτας[ἀκρίτας] α-κρί-τας ουσ. (αρσ.) {ακριτών} 1. {συνήθ. στον πληθ.} πρόσωπο που φυλάει τα σύνορα ή κατοικεί στην παραμεθόριο: οι ~ες του Αιγαίου/του Έβρου. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πρόσωπο που ζει στην περιφέρεια και είναι θεματοφύλακας μιας θρησκείας ή ενός πολιτισμού: οι ~ες του ελληνισμού/της ελληνορθόδοξης παράδοσης. 3. ΙΣΤ. & ακρίτης: φρουρός των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Ο πιο ξακουστός ~ ήταν ο Διγενής. [< μεσν. ακρίτης]
1797ακριτικός, ή, ό [ἀκριτικός] α-κρι-τι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται ή αναφέρεται στα σύνορα μιας γεωγραφικής περιοχής: ~ός: δήμος/νομός/φρουρός. ~ή: ομάδα/παράδοση/πόλη (= παραμεθόριος). ~ό: νησί/φυλάκιο (= συνοριακό). ~ά: χωριά. 2. ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Ακρίτες: ~ό: έπος. ~ά: τραγούδια (: αφηγηματικά έργα προφορικής προέλευσης, συνήθ. σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο, εμπνευσμένα από τις πολεμικές ανδραγαθίες των Ακριτών). [< μεσν. ακριτικός]
1798ακριτομυθία & ακριτομύθια[ἀκριτομυθία] α-κρι-το-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το να μιλά κάποιος χωρίς σκέψη και κρίση με αποτέλεσμα την αποκάλυψη ενός μυστικού και (συνεκδ. στον πληθ.) άκριτα λόγια: Το σχέδιό του δημοσιοποιήθηκε εξαιτίας της ~ας των συνεργατών του. Πβ. αδολεσχία.|| Ανεπίτρεπτες ~ες (εσφαλμ. ακριτομύθειες). Από ~ες μαθαίνουμε ότι ... ΑΝΤ. εχεμύθεια [< μεσν. ακριτομυθία ‘δυσερμήνευτη ομιλία’]
1799ακριτόμυθος, η, ο [ἀκριτόμυθος] α-κρι-τό-μυ-θος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πρόσωπο) που τον διακρίνει ακριτομυθία: αμετροεπής/αφελής και ~. ΑΝΤ. εχέμυθος [< αρχ. ἀκριτόμυθος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.