| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1787 | ακριβοπληρώνω | [ἀκριβοπληρώνω] α-κρι-βο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {ακριβοπλήρω-σα, ακριβοπληρώ-θηκε, -μένος} 1. πληρώνω κάποιον ή κάτι ακριβά: ~σε τους συμβούλους που προσέλαβε. ~σαν τα έπιπλα. ~θηκε, αλλά έκανε καλή δουλειά! ~μένος: δικηγόρος/παίκτης/τραγουδιστής. ~μένη: εργασία/θέση/μεταγραφή/ταινία. Πβ. μοσχο-, χρυσο-πληρώνω. Βλ. αηδόνι. 2. (μτφ.-σπάν.) υφίσταμαι τις δυσάρεστες συνέπειες, τιμωρούμαι για κάτι που έκανα: Τ' ~σε το ψέμα που είπε! | |
| 1788 | ακριβοπουλώ | [ἀκριβοπουλῶ] α-κρι-βο-που-λώ ρ. (μτβ.) {ακριβοπουλ-άς ...| ακριβοπούλ-ησα, -ήθηκε, -ημένο}: πουλώ κάτι σε υψηλή τιμή: ~ησε το οικόπεδο. Το σπίτι ~ήθηκε. Πβ. μοσχοπουλώ. | |
| 1789 | ακριβός | , ή, ό [ἀκριβός] α-κρι-βός επίθ. 1. που έχει υψηλή τιμή, κοστίζει πολύ: ~ός: εξοπλισμός/λογαριασμός (πβ. αλμυρός, τσουχτερός). ~ό: αυτοκίνητο/εισιτήριο/ενοίκιο/νόμισμα/πετρέλαιο/(κυριολ. κ. μτφ.) τίμημα. Πολύ ~ό δώρο (: απαγορευτικά ~ό, πανάκριβο). ~ές: τιμές (ΑΝΤ. προσιτές). ~ά: αρώματα (= πολυτελείας)/κοσμήματα (βλ. πολύτιμα)/υλικά. Βλ. παν-, χιλι-άκριβος. ΑΝΤ. οικονομικός (2), φτηνός (1) 2. που έχει ή απαιτεί πολλά έξοδα, πολυέξοδος: ~ός: γάμος. ~ή: ζωή. ~ό: σπορ/ταξίδι. ~ές: διακοπές. Πβ. δαπανηρός, πολυδάπανος. ΑΝΤ. φτηνός (2) 3. που προσφέρει προϊόντα, υπηρεσίες σε υψηλή τιμή: ~ός: τεχνίτης. ~ό: εστιατόριο/μαγαζί/νησί/ξενοδοχείο/(ιδιωτικό) σχολείο. ~ή περιοχή (: απλησίαστη, με υψηλό κόστος ζωής ή με ακίνητα σε υψηλές τιμές). ΑΝΤ. φτηνός (3) 4. (μτφ.) πολύτιμος, λατρευτός, πολυαγαπημένος: ~ό: προνόμιο.|| (κυρ. ως προσφών.-παλαιότ.) ~έ μου φίλε, ~ή μου αγάπη! ● Υποκ.: ακριβούτσικος , η/ια, ο ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα βλ. χρήμα ● ΦΡ.: ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος είναι σπάταλος σε ευτελή πράγματα και φειδωλός σε σημαντικά., έχει ακριβά τα λόγια του: είναι ολιγόλογος., πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου βλ. τομάρι ● βλ. ακριβά [< μεσν. ακριβός, γαλλ. cher] | |
| 1790 | ακριβώς | [ἀκριβῶς] α-κρι-βώς επίρρ. {ακριβέστ-ερα, -ατα} 1. με ακρίβεια, με τρόπο σαφή και ορθό που δεν παρεκκλίνει από την πραγματικότητα: Μας διηγήθηκε τα γεγονότα, όπως ~ είχαν συμβεί (πβ. λεπτομερώς, πιστά). Εξήγησέ μου, τι ~ κάνεις. Τι είναι ~ οι μαύρες τρύπες; Πβ. επακριβώς. ΑΝΤ. μέσες άκρες, πάνω κάτω (1), περίπου 2. (επιτατ.) χωρίς την παραμικρή απόκλιση (συνήθ. χρονική, τοπική ή ποσοτική): Η ώρα είναι πέντε ~. Σ' αυτό ~ το μέρος. Έγραψα ~ τα ίδια.|| (ως απάντηση, με επιβεβαιωτική σημ.) ~ (= πράγματι)! Έτσι έχει το θέμα. 3. (σπανιότ.) εγκαίρως, στην ώρα του: Έφτασε/ήρθε ~! [< αρχ. ἀκριβῶς, γαλλ. exactement] | |
| 1791 | ακρίδα | [ἀκρίδα] α-κρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. γενική ονομασία οικογένειας εντόμων (επιστ. ονομασ. Acrididae, ιδ. Oedipoda migratoria ή Pachytylus migratorius) με κοντές ή μακριές κεραίες και χρώμα πράσινο, λαδί ή καφέ, που μετακινούνται με άλματα, μεταναστεύουν σε σμήνη και προξενούν καταστροφές στις καλλιέργειες: (περιληπτ.) Έπεσε ~ στα καπνά. 2. (μτφ., για πρόσ.) πολύ αδύνατος, ισχνός, καχεκτικός. ● ΦΡ.: ακρίδες και μέλι (άγριο): για να δηλωθεί λιτότητα, ιδ. στη διατροφή (κατά τον τρόπο του Ιωάννη του Βαπτιστή): Τι σε ταΐζουν κι είσαι τόσο αδύνατος; ~ ~;, έπεσαν σαν (τις) ακρίδες (μτφ.): όρμησαν πολλοί, για να εκμεταλλευτούν μια κατάσταση: Μόλις κατάλαβαν ότι υπάρχει ρευστό, ~ ~! ~ ~ πάνω του/στο φαΐ! [< αρχ. ἀκρίς, μεσν. ακρίδα] | |
| 1792 | ακριλικός | , ή, ό βλ. ακρυλικός | |
| 1793 | ακριμάτιστος | , η, ο [ἀκριμάτιστος] α-κρι-μά-τι-στος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που δεν έχει κάνει κρίματα, αμαρτίες, αναμάρτητος. ΑΝΤ. αμαρτωλός [< μεσν. ακριμάτιστος] | |
| 1794 | ακρινός | , ή, ό βλ. ακριανός | |
| 1795 | ακρισία | [ἀκρισία] α-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη ορθής εκτίμησης γεγονότων, καταστάσεων ή προσώπων· (συνεκδ. στον πληθ.) άκριτος λόγος ή πράξη: κοινωνική/πολιτική ~.|| Λάθη και ~ες. Πβ. απερισκεψία, επιπολαιότητα. [< μτγν. ἀκρισία] | |
| 1796 | ακρίτας | [ἀκρίτας] α-κρί-τας ουσ. (αρσ.) {ακριτών} 1. {συνήθ. στον πληθ.} πρόσωπο που φυλάει τα σύνορα ή κατοικεί στην παραμεθόριο: οι ~ες του Αιγαίου/του Έβρου. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) πρόσωπο που ζει στην περιφέρεια και είναι θεματοφύλακας μιας θρησκείας ή ενός πολιτισμού: οι ~ες του ελληνισμού/της ελληνορθόδοξης παράδοσης. 3. ΙΣΤ. & ακρίτης: φρουρός των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Ο πιο ξακουστός ~ ήταν ο Διγενής. [< μεσν. ακρίτης] | |
| 1797 | ακριτικός | , ή, ό [ἀκριτικός] α-κρι-τι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται ή αναφέρεται στα σύνορα μιας γεωγραφικής περιοχής: ~ός: δήμος/νομός/φρουρός. ~ή: ομάδα/παράδοση/πόλη (= παραμεθόριος). ~ό: νησί/φυλάκιο (= συνοριακό). ~ά: χωριά. 2. ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Ακρίτες: ~ό: έπος. ~ά: τραγούδια (: αφηγηματικά έργα προφορικής προέλευσης, συνήθ. σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο, εμπνευσμένα από τις πολεμικές ανδραγαθίες των Ακριτών). [< μεσν. ακριτικός] | |
| 1798 | ακριτομυθία & ακριτομύθια | [ἀκριτομυθία] α-κρι-το-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το να μιλά κάποιος χωρίς σκέψη και κρίση με αποτέλεσμα την αποκάλυψη ενός μυστικού και (συνεκδ. στον πληθ.) άκριτα λόγια: Το σχέδιό του δημοσιοποιήθηκε εξαιτίας της ~ας των συνεργατών του. Πβ. αδολεσχία.|| Ανεπίτρεπτες ~ες (εσφαλμ. ακριτομύθειες). Από ~ες μαθαίνουμε ότι ... ΑΝΤ. εχεμύθεια [< μεσν. ακριτομυθία ‘δυσερμήνευτη ομιλία’] | |
| 1799 | ακριτόμυθος | , η, ο [ἀκριτόμυθος] α-κρι-τό-μυ-θος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πρόσωπο) που τον διακρίνει ακριτομυθία: αμετροεπής/αφελής και ~. ΑΝΤ. εχέμυθος [< αρχ. ἀκριτόμυθος] | |
| 1800 | άκριτος | , η, ο [ἄκριτος] ά-κρι-τος επίθ. (λόγ.): που ενεργεί ή γίνεται χωρίς κρίση, απερίσκεπτα και επιπόλαια: ~ος: άνθρωπος (= άμυαλος)/έπαινος/θαυμασμός/μιμητισμός/σκεπτικισμός/φανατισμός. ~η: απόφαση/ενέργεια. ~ες: κουβέντες/συμβουλές. ~α: λόγια (πβ. αβασάνιστος). ~η υιοθέτηση έτοιμων λύσεων. Πβ. α(συλ)λόγιστος, ασύνετος. ● επίρρ.: άκριτα [< αρχ. ἄκριτος] | |
| 1801 | άκρο | [ἄκρο] ά-κρο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) άκρον 1. (επίσ.) το πιο μακρινό ή ψηλό σημείο ή τμήμα ενός αντικειμένου ή μιας έκτασης: το ~ της δοκού/του σωλήνα. Το ανατολικό/βόρειο/δυτικό/νότιο ~ (του νησιού, της χώρας). Στο ~ (= στην άκρη) του γκρεμού/του δρόμου. Στο ~ της πλατείας/της χερσονήσου (= μύτη). Το αριστερό/δεξί ~ (της άμυνας, της μεσαίας γραμμής ή της επίθεσης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας). Από το ένα ~ στο άλλο. Ενώνω τα δύο ~α. Η μέση απέχει εξίσου από τα ~α.|| (μτφ.) Ορθολογισμός και συναίσθημα είναι τα δύο ~α (= αντίθετα). 2. ΑΝΑΤ. καθένα από τα μέλη του σώματος ανθρώπου ή ζώου: αριστερό/δεξιό ~. Άνω/κάτω ~α (= χέρια/πόδια). Εμπρόσθια/οπίσθια ~α (ζώου). ● άκρα (τα): ακρότητες, υπερβολές: Τον έλκουν τα ~. Φτάνω μέχρι τα ~. Ήταν αποφασισμένος να το τραβήξει μέχρι τα/στα ~ (: να ξεπεράσει τα όρια). [< γαλλ. extrémités] ● ΦΡ.: άνθρωπος των άκρων (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που υπερβαίνει το μέτρο, που υπερβάλλει, που έχει μεταπτώσεις στη συμπεριφορά του: Ήταν ένας ~ ~˙ ό,τι έκανε στη ζωή του ήταν πάντα ανατρεπτικό και παρατραβηγμένο. ΣΥΝ. ή του ύψους ή του βάθους, στα άκρα (μτφ.): στην υπερβολή· σε οριακό σημείο έντασης: Σπρώχνω/φέρνω κάποιον ~ ~. Έφτασαν ~ ~ (= παρεκτράπηκαν). Τα πράγματα οδηγούνται ~ ~ (= σε ακρότητες). [< γαλλ. aux extremités] , στο άλλο άκρο (μτφ.): στο εκ διαμέτρου αντίθετο σημείο: Βρίσκομαι/καταλήγω/οδηγούμαι/περνώ/πέφτω/πηγαίνω ~ ~., απ' άκρη σ' άκρη βλ. άκρη [< αρχ. ἄκρον] | |
| 1802 | ακρο- & ακρό- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. στο έσχατο ή το υψηλότερο σημείο: ακρο-βούνι/~βλάσταρο/~θαλασσιά/~ποταμιά. Ακρό-πρωρο.|| Aκρο-φοβία. 2. ΙΑΤΡ. στα άκρα του σώματος ή στο ακραίο σημείο ενός οργάνου: ακρο-δάχτυλο/~μεγαλία. | |
| 1803 | ακροάζομαι | [ἀκροάζομαι] α-κρο-ά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ακροά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί} 1. (για γιατρό) εξετάζω ασθενή, συνήθ. με στηθοσκόπιο: ~στηκε τον θώρακα/την καρδιά. Αφού τον ~στηκε, διέγνωσε πνευμονία. 2. (επίσ.) ακούω κάτι (ή σπανιότ. κάποιον) προσεκτικά: Το δικαστήριο ~στηκε τη μαρτυρία. Η επιτροπή ~στηκε (= δέχθηκε σε ακρόαση) τους εκπροσώπους. [< 1: αρχ. ἀκροάζομαι 2: γαλλ. ausculter] | |
| 1804 | ακρόαμα | [ἀκρόαμα] α-κρό-α-μα ουσ. (ουδ.) {ακροάμ-ατος | -ατα, -άτων} (επίσ.): άκουσμα που συνήθ. έχει δημόσιο και ψυχαγωγικό χαρακτήρα: απολαυστικό ~. Μουσικά/πολιτιστικά/ραδιοφωνικά ~ατα. Θεάματα και ~ατα. [< αρχ. ἀκρόαμα ‘δημόσια ανάγνωση, απαγγελία’] | |
| 1805 | ακροαματικός | , ή, ό [ἀκροαματικός] α-κρο-α-μα-τι-κός επίθ. 1. που προορίζεται ή προσφέρεται για ακρόαση: ~ή: διδασκαλία. ~ά: έργα. Οι δικανικοί λόγοι είναι κατεξοχήν ~οί. 2. που σχετίζεται με το ακρόαμα: ~ές: απολαύσεις/εμπειρίες. Οι ~ές προτιμήσεις του κοινού. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροαματική διαδικασία 1. ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου (ακροατηρίου) κατά την οποία εξετάζονται οι διάδικοι, ακούγονται οι αγορεύσεις των συνηγόρων και ανακοινώνεται η απόφαση: Η κατηγορία κατέρρευσε κατά την ~ ~. 2. (γενικότ.) νομική διαδικασία που γίνεται ενώπιον επιτροπής, κατά την οποία παρουσιάζονται αποδεικτικά στοιχεία και επιχειρήματα για την επίλυση κάποιου αντικειμενικού ή νομικού ζητήματος: προδικαστικές ~ές ~ες από στρατιωτικές επιτροπές. [< γερμ. Anhör(ungs)verfahren] [< μτγν. ἀκροαματικός ‘ικανός να προσέχει’, μτγν. ἀκροατικός ‘κατάλληλος για ακρόαση’] | |
| 1806 | ακροαματικότητα | [ἀκροαματικότητα] α-κρο-α-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το ποσοστό των ακροατών ή, καταχρ., τηλεθεατών που παρακολουθεί μια ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή ή σταθμό, αντιστοίχως: υψηλή/χαμηλή ~. Πρώτος σε ~ ραδιοσταθμός. Αποτελέσματα/δείκτης/ζώνες/μέτρηση/ποσοστό ~ας. Ανεβάζω/διπλασιάζω την ~. Έπεσε η ~ του καναλιού (= θεαματικότητα). Πβ. τηλεθέαση. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. audience, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ