κτέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {κτερίσμ-ατα, συνήθ. στον πληθ.}: ΑΡΧΑΙΟΛ. αντικείμενο (κυρ. κόσμημα, όπλο, εργαλείο, αγγείο) που τοποθετούνταν στον τάφο μαζί με τον νεκρό (ή καιγόταν μαζί του) ως νεκρική προσφορά: κεραμικό/ταφικό ~. ~ατα και επιτύμβιες στήλες. Βλ. ανάθημα. [< αρχ. κτέρισμα]
26865
κτήμα
[κτῆμα] κτή-μα ουσ. (ουδ.) {κτήμ-ατος | -ατα, -άτων} & (προφ.) χτήμα 1. δημόσια ή ιδιωτική εδαφική έκταση, συνήθ. καλλιεργήσιμη: εθνικά ~ατα. Εργάζεται στα ~ατα. Πβ. αγρός, γαίες, χωράφι. Βλ. αγρόκτημα.|| ~ δεξιώσεων/εκδηλώσεων (: υπαίθριοι, εξοχικοί συνήθ. χώροι όπου οργανώνονται διάφορα κοινωνικά γεγονότα).2. ιδιόκτητο αγαθό: Το παιδί δεν είναι ~ των γονιών του. Πβ. ιδιοκτησία, τσιφλίκι. Βλ. απόκτημα.3. (μτφ.) αφομοιωμένη και εμπεδωμένη γνώση ή δεξιότητα: Ο μαθητής πρέπει να κάνει ~ του αυτά που έχει διδαχθεί. ● Υποκ.: κτηματάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κτήμα ες αεί/αιεί & (σπάν.) κτήμα εσαεί (αρχαιοπρ.): (κυρ. για πνευματικό έργο) κατάκτηση με διαχρονική αξία. [< 1, 2: αρχ. κτῆμα]
26866
κτηματαγορά
κτη-μα-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς που περιλαμβάνει συναλλαγές (αγοραπωλησίες) γης και ακινήτων: παράγοντες/φορείς της ~άς (: κατασκευαστές, μεσίτες, τράπεζες). Επενδύσεις στην ~. Οι διεθνείς ~ές. Βλ. -αγορά.
26867
κτηματίας
κτη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ. στην Ελλάδα): κάτοχος μεγάλης κτηματικής περιουσίας (που ζει από την εκμετάλλευσή της). Πβ. μεγαλο~. Βλ. μικρο~, τσιφλικάς, -ίας. ΣΥΝ. γαιοκτήμονας ΑΝΤ. ακτήμονας
26868
κτηματικός
, ή, ό κτη-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα κτήματα, τις εδαφικές εκτάσεις: ~ός: φόρος/χάρτης. ~ή: αγορά (= κτηματαγορά)/περιουσία (πβ. γαιοκτησία)/περιφέρεια (Δήμου). ~ά: ομόλογα. Έχει ~ές διαφορές με τους συγγενείς του. Πβ. έγγειος. Βλ. τοπικός, χωρικός.|| (ως ουσ.) Τσακώνονται για τα ~ά. [< μτγν. κτηματικός]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.