| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26868 | κτηματικός | , ή, ό κτη-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα κτήματα, τις εδαφικές εκτάσεις: ~ός: φόρος/χάρτης. ~ή: αγορά (= κτηματαγορά)/περιουσία (πβ. γαιοκτησία)/περιφέρεια (Δήμου). ~ά: ομόλογα. Έχει ~ές διαφορές με τους συγγενείς του. Πβ. έγγειος. Βλ. τοπικός, χωρικός.|| (ως ουσ.) Τσακώνονται για τα ~ά. [< μτγν. κτηματικός] | |
| 26869 | κτηματογραφείται | [κτηματογραφεῖται] κτη-μα-το-γρα-φεί-ται ρ. {κτηματογραφ-ήθηκε, -ηθεί, -ημένη}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για περιοχή) καταγράφεται στο Εθνικό Κτηματολόγιο. | |
| 26870 | κτηματογράφηση | κτη-μα-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. συστηματική καταγραφή όλων των ακινήτων με σκοπό τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου: Περιοχές που κηρύσσονται προς/υπό ~. Βλ. -γράφηση. | |
| 26871 | κτηματολογικός | , ή, ό κτη-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που σχετίζεται με το κτηματολόγιο: ~ός: πίνακας/χάρτης. ~ή: μερίδα (οικοπέδου). ~ό: Γραφείο (πβ. υποθηκοφυλακείο)/διάγραμμα. ~ές: εγγραφές. ~ά: βιβλία. Βλ. τοπογραφικός. [< γαλλ. cadastral] | |
| 26872 | κτηματολόγιο | κτη-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. δημόσια απογραφή των ακινήτων μιας χώρας ή διοικητικής περιφέρειας, με σκοπό την κατοχύρωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος: το ~ του Δήμου. Κατάρτιση/σύνταξη ~ίου. Νέες περιοχές που εντάσσονται στο ~. Βλ. δασολόγιο, -λόγιο, υποθηκοφυλακείο. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Κτηματολόγιο & (προφ.) Κτηματολόγιο: συστηματική και ενημερωμένη καταγραφή, που περιλαμβάνει τη γεωμετρική περιγραφή και το ιδιοκτησιακό καθεστώς κάθε ακινήτου, με την ευθύνη και την εγγύηση του Δημοσίου: Υπηρεσία ~ού ~ου. Βλ. ορθοφωτοχάρτης. [< γερμ. Grundbuch, γαλλ. cadastre] | |
| 26873 | κτηματομεσίτης | κτη-μα-το-με-σί-της ουσ. (αρσ.) , κτηματομεσίτρια (η): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεσολαβεί σε αγοραπωλησίες και ενοικιάσεις γης και ακινήτων: ~-Διαχειριστής Ακίνητης περιουσίας. [< γαλλ. agent immobilier] | |
| 26874 | κτηματομεσιτικός | , ή, ό κτη-μα-το-με-σι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κτηματομεσίτη: ~ός: σύμβουλος. ~ό: δίκτυο. ~ές: συναλλαγές. Η ~ή αγορά. Ασφαλιστικές και ~ές υπηρεσίες. ● Ουσ.: κτηματομεσιτικά (τα) 1. κτηματομεσιτικές επιχειρήσεις. 2. (σε αγγελίες) ενν. νέα ή γραφεία., κτηματομεσιτική (η) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ενν. εταιρεία. | |
| 26875 | κτηματόσημο | κτη-μα-τό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. τέλος που καταβάλλεται από τους ιδιοκτήτες ακινήτων για το κτηματολόγιο. Βλ. -σημο. | |
| 26876 | κτηνάνθρωπος | κτη-νάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): βίαιος άνθρωπος, συνήθ. άνδρας με βάναυση συμπεριφορά. Πβ. τέρας. Βλ. -άνθρωπος. ΣΥΝ. κτήνος (1) [< γαλλ. bête humaine] | |
| 26877 | κτηνιατρείο | [κτηνιατρεῖο] κτη-νι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.): ιατρείο μικρών συνήθ. ζώων: αγροτικό ~. ~ Φιλοζωικής Εταιρείας. Βλ. πετ σοπ. [< γαλλ. clinique vétérinaire] | |
| 26878 | κτηνιατρική | κτη-νι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΚΤΗΝ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο τη φροντίδα της υγείας των κατοικίδιων κυρ. ζώων. Βλ. ζωοτεχνία, -ιατρική. [< γαλλ. médecin vétérinaire] | |
| 26879 | κτηνιατρικός | , ή, ό κτη-νι-α-τρι-κός επίθ.: ΚΤΗΝ. που σχετίζεται με την κτηνιατρική ή/και τον κτηνίατρο: ~ός: εξοπλισμός/σύλλογος. ~ή: αγωγή/εξέταση/επιθεώρηση/επιτροπή/Εταιρεία/κλινική/μονάδα/περίθαλψη/συνταγή/σχολή/υπηρεσία. ~ό: εργαστήριο/κέντρο. ~οί: έλεγχοι. ~ές: Αρχές. ~ά: είδη/φάρμακα. Βλ. αστυ~, -ιατρικός. | |
| 26880 | κτηνίατρος | κτη-νί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας την κτηνιατρική: ~ εκτροφής. Βλ. αστυ~, -ίατρος. ● ΣΥΜΠΛ.: κρεοσκόπος κτηνίατρος βλ. κρεοσκόπος [< μτγν. κτηνίατρος, γαλλ. vétérinaire] | |
| 26881 | κτηνο- & κτην- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. στα ζώα: κτην-ιατρική.|| Κτηνο-τροφία. 2. σε βίαιο, βάρβαρο άτομο ή φρικαλέα ενέργεια: κτην-άνθρωπος (βλ. υπ-).|| Κτην-ωδία. | |
| 26882 | κτηνοβασία | κτη-νο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): μορφή παραφιλίας κατά την οποία υπάρχει σεξουαλική επαφή ανθρώπου με ζώο. Βλ. -βασία. [< μτγν. κτηνοβασία] | |
| 26883 | κτηνοβάτης | κτη-νο-βά-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδίδεται σε κτηνοβασία. [< μτγν. κτηνοβάτης] | |
| 26884 | κτήνος | [κτῆνος] κτή-νος ουσ. (ουδ.) {κτήν-ους | -η, -ών} & (σπάν.-λαϊκό) χτήνος 1. (συνήθ. υβριστ., για πρόσ.) σκληρός, απάνθρωπος, βάναυσος· απολίτιστος: δίποδο ~. Αιμοδιψή ~η. Φέρθηκε σαν ~. Πβ. ζώο, κτηνάνθρωπος, τέρας.|| Τρώει σαν ~ (= πάρα πολύ). Βλ. αγροίκος, άξεστος. 2. (προφ., για πρόσ.) σωματώδης, μεγαλόσωμος. Πβ. ντουλάπα. 3. (λόγ.-παλαιότ.) ζώο. ● Υποκ.: κτηνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπόμορφο τέρας/κτήνος βλ. ανθρωπόμορφος ● ΦΡ.: ξυπνά μέσα μου το ζώο/το κτήνος βλ. ζώο [< 1,2: ιταλ. bestia κ. νεοελλ. ζώο 3: αρχ. κτῆνος] | |
| 26885 | κτηνοτροφή | κτη-νο-τρο-φή ουσ. (θηλ.): ζωοτροφή. Βλ. -τροφή. | |
| 26886 | κτηνοτροφία | κτη-νο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): συστηματική εκτροφή και αναπαραγωγή ζώων, κυρ. βοοειδών και αιγοπροβάτων, με στόχο την εμπορική εκμετάλλευση των ιδίων και των προϊόντων τους (κρέας, γαλακτοκομικά, μαλλί): εκτατική/εντατική/παραδοσιακή ~. Ημιελεύθερη/νομαδική/οικόσιτη ~. Η ανάπτυξη της ~ας. Πβ. ζωοκομία. Βλ. αλιεία, γεωργία, κυνήγι, -τροφία. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική κτηνοτροφία & (σπάν.) οικολογική κτηνοτροφία: η οποία στηρίζεται στη φυσική διαβίωση των ζώων, περιλαμβάνει τη χρήση βιολογικών ζωοτροφών, τον περιορισμό της χορήγησης ορμονών και αντιτίθεται στη γενετική τροποποίηση, αποσκοπώντας στην προστασία του περιβάλλοντος, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την παραγωγή υγιεινών προϊόντων: μονάδες/πρόγραμμα ~ής ~ας. Προώθηση της ~ής ~ας (για τα αιγοπρόβατα/πουλερικά). [< γαλλ. élevage biologique] [< μτγν. κτηνοτροφία] | |
| 26887 | κτηνοτροφικός | , ή, ό κτη-νο-τρο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κτηνοτροφία: ~ός: κλάδος/συνεταιρισμός. ~ή: δραστηριότητα/εκμετάλλευση/ζώνη/μονάδα/παραγωγή. ~ές: εγκαταστάσεις/εκτάσεις (= βοσκότοποι)/επιχειρήσεις. ~ά: είδη/προϊόντα (π.χ. κρέας, μαλλί, γάλα και γαλακτοκομικά)/φυτά (: κατάλληλα για ζωοτροφή, π.χ. βίκος, τριφύλλι, σανός· πβ. χορτονομή). Πβ. ζωοτροφικός. Βλ. πτηνο-, χοιρο-τροφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: κτηνοτροφικό πάρκο: κτηνοτροφική περιοχή οργανωμένη με βάση χωροταξική μελέτη η οποία προβλέπει τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών και την οριοθέτηση συγκεκριμένου αριθμού εκτάσεων για την κτηνοτροφία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ