| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26888 | κτηνοτρόφος | κτη-νο-τρό-φος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ.}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την κτηνοτροφία: μετακινούμενοι/νομάδες ~οι. Πβ. ζωοτρόφος. Βλ. αγρότης, γεωργός, -τρόφος. [< μτγν. κτηνοτρόφος] | |
| 26889 | κτηνώδης | , ης, ες κτη-νώ-δης επίθ. {κτηνώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): (για ενέργεια, συμπεριφορά) εξαιρετικά βίαιος, απάνθρωπος, βάναυσος: ~ης: δύναμη. ~ες: έγκλημα. ~η: βασανιστήρια/ένστικτα (= ζωώδη). Πβ. άγριος, αποτρόπαιος, βάρβαρος, ειδεχθής, θηρι-, τερατ-ώδης. Βλ. ωμός. ● επίρρ.: κτηνωδώς [-ῶς] [< μτγν. κτηνώδης] | |
| 26890 | κτηνωδία | κτη-νω-δί-α ουσ. (θηλ.): βάναυση, απάνθρωπη, εξαιρετικά βίαιη πράξη: απίστευτη/πρωτοφανής ~. ~ σε βάρος ανηλίκων/ζώων. ~ες στρατιωτών στη διάρκεια του πολέμου. ΣΥΝ. αγριότητες, βαναυσότητα, βαρβαρότητα, θηριωδία [< μτγν. κτηνωδία] | |
| 26891 | κτηριακός | , ή, ό βλ. κτιριακός | |
| 26892 | κτήριο | βλ. κτίριο | |
| 26893 | κτηριοδομία | βλ. κτιριοδομία | |
| 26894 | κτηριοδομικός | , ή, ό βλ. κτιριοδομικός | |
| 26895 | κτηριολογία | βλ. κτιριολογία | |
| 26896 | κτηριολογικός | , ή, ό βλ. κτιριολογικός | |
| 26897 | κτήση | κτή-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. {συνήθ. στον εν.} απόκτηση· (σπάν.-συνεκδ.) το συγκεκριμένο αγαθό που αποκτήθηκε: αθέμιτη/καλόπιστη/νόμιμη ~. Παράγωγη/πρωτότυπη ~ (νομής). ~ άδειας (άσκησης επαγγέλματος)/γης (βλ. γαιοκτησία)/δικαιώματος/διπλώματος/ιδιότητας (μέλους)/κυριότητας (ακινήτου)/πτυχίου. ~ της ελληνικής ιθαγένειας. Αξία/έτος/κόστος/τεκμήριο/τιμή/τίτλος/χρόνος ~ης (ακινήτου). Δάνεια για ~εις πάγιων στοιχείων. Πβ. ιδιοκτησία, κατοχή.|| ~ από δωρεά. Πβ. κτήμα. Βλ. ανά-, πρόσ-κτηση. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (ιδ. παλαιότ.) κατεχόμενη περιοχή (κυρ. πόλη, χώρα): αγγλικές/αποικιακές/γαλλικές/ισπανικές/υπερπόντιες ~εις (= αποικίες). Βυζαντινές/ρωμαϊκές ~εις. Πβ. κατακτήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια κτήση: ΝΟΜ. δημόσια περιουσία (δασικές εκτάσεις, αιγιαλοί, λίμνες, σπήλαια, μνημεία, αρχαιολογικοί χώροι): διαφύλαξη/κατοχύρωση/υπεράσπιση της ~ας ~ης. [< 1: αρχ. κτῆσις 2: γαλλ. dominion] | |
| 26898 | κτητικός | , ή, ό κτη-τι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΟΛ. (για πρόσ.) που επιθυμεί να μονοπωλεί την αγάπη και το ενδιαφέρον κάποιου, να τον ελέγχει αποκλειστικά: ζηλότυπος και ~ στις σχέσεις του (ενν. τις ερωτικές). Είναι πολύ ~ή με τους φίλους της.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: διάθεση/συμπεριφορά. 2. ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει τον κτήτορα ή δηλώνει κτήση: ~ές: αντωνυμίες (βλ. δικός). Γενική ~ή (π.χ. Το ποδήλατο του αγοριού). ~ά: επίθετα/σύνθετα (π.χ. ασπρομάλλης). 3. ΝΟΜ. (σπάν.) ιδιοκτησιακός: ~ή: παραγραφή (= χρησικτησία). Βλ. γαιο~. ● επίρρ.: κτητικά [< 1: αρχ. κτητικός, αγγλ. possessive 2: μτγν. ~ 3: γαλλ. acquisitif] | |
| 26899 | κτητικότητα | κτη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. εκδήλωση υπέρμετρης επιθυμίας για αποκλειστικότητα και απόλυτο έλεγχο πάνω σε πρόσωπα ή πράγματα: (συν)αισθήματα/τάσεις ~ας. Ένδειξη ζήλιας και ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. possessiveness, γαλλ. possessivité, 1946] | |
| 26900 | κτήτορας | κτή-το-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (λογιότ.) κτήτωρ 1. ΕΚΚΛΗΣ. & κτίτωρ & κτίτορας: πρόσωπο που ανεγείρει (ορθόδοξο) εκκλησιαστικό οικοδόμημα: ο (πρώτος) ~ της Ιεράς Μονής/του Ναού. Πβ. ιδρυτής. 2. (κυρ. ΝΟΜ.) ιδιοκτήτης, κάτοχος: ο νέος ~ του ακινήτου. Βλ. -τορας. ΣΥΝ. κύριος (3) [< 2: μτγν. κτήτωρ] | |
| 26901 | κτητορικός | , ή, ό κτη-το-ρι-κός επίθ. & κτιτορικός: που έχει σχέση με τον κτήτορα: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ή: εικόνα/επιγραφή (ναού)/Μονή/παράσταση/πλάκα. ~ό: δικαίωμα/μνημόσυνο/σηµείωµα.|| (σπάν.-παλαιότ.) ~ό: σήμα (βλ. βιβλιόσημο, ex libris). ● Ουσ.: κτητορικό (το): ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο στο οποίο έχουν καταγραφεί πληροφορίες για την ίδρυση ναού, Μονής. ● ΣΥΜΠΛ.: κτητορικό τυπικό: ΕΚΚΛΗΣ. εσωτερικός κανονισμός συνήθ. Μονής στον οποίο διατυπώνονται οι επιθυμίες του κτήτορα αναφορικά με τη λειτουργία της: βυζαντινά ~ά ~ά., κτητορικός ναός: ΕΚΚΛΗΣ. που ιδρύεται από φυσικό πρόσωπο, ανήκει σε αυτό και εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του. [< μεσν. κτητορικός] | |
| 26902 | κτίζω | κτί-ζω ρ. (μτβ.) {έκτι-σε, κτί-στηκε, -στεί, -σμένος, κτίζ-οντας} & χτίζω 1. οικοδομώ, ανεγείρω: ~σαν εργοστάσιο/μουσείο/νοσοκομείο/οικοδομή/τείχος/τοίχο. Η εκκλησία/το κάστρο/το μοναστήρι ~στηκε τον ... αιώνα. Το χωριό είναι ~σμένο αμφιθεατρικά.|| (ειδικότ., αναθέτω το έργο σε ομάδα ειδικών) ~ουν σπίτι. ~σαν νόμιμα/παράνομα.|| (σπανιότ. για έκταση) Το οικόπεδο ~στηκε.|| (κατ' επέκτ.) Τα χελιδόνια ~ουν τις φωλιές τους. ΑΝΤ. γκρεμίζω (1), κατεδαφίζω (1) 2. (μτφ.) φτιάχνω, δημιουργώ, αναπτύσσω: ~ει την καριέρα/τα όνειρά/το προφίλ/τη φήμη του. (Ο προπονητής) ~ει την ομάδα. Άρχισαν να ~ουν ξανά τη ζωή τους. ~σε την επιχείρηση από το μηδέν. ~σαν σχέσεις εμπιστοσύνης. (Ο αθλητής) ~ει τους μυς/το σώμα του (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ). Πβ. θεμελιώνω.|| Ο Θεός ~σε τον κόσμο. Βλ. πλάθω. 3. (για πόλη) ιδρύω. 4. φράζω, κλείνω άνοιγμα με τοίχο: ~σαν την είσοδο/τα παράθυρα.|| (παλαιότ., για πρόσ.) Τον ~σαν ζωντανό (: ως απάνθρωπη θανάτωση). ● ΦΡ.: κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο βλ. άμμος, κτίζω κάτι πέτρα πέτρα βλ. πέτρα, ο καθένας/ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια βλ. λόγια, χτίζει στον αέρα βλ. αέρας [< 1,4: μεσν. χτίζω 2: αγγλ. build 3: αρχ. κτίζω] | |
| 26903 | κτιριακός | , ή, ό κτι-ρι-α-κός επίθ. & κτηριακός: που σχετίζεται με τα κτίρια: ~ός: εξοπλισμός/σχεδιασμός/τομέας. ~ή: αναβάθμιση (σχολείων)/αποχέτευση/επέκταση/υποδομή. ~ό: κέλυφος/συγκρότημα/σύνολο. ~ές: εγκαταστάσεις. ~ά: έργα/κατάλοιπα (ή λείψανα). Το φυσικό και ~ό περιβάλλον. Βλ. αρχιτεκτον-, κατασκευαστ-, οικοδομ-, πολεοδομ-ικός.|| (ως ουσ.) Προτάσεις για την επίλυση του ~ού (ενν. προβλήματος). ΣΥΝ. κτιριολογικός ● επίρρ.: κτιριακά | |
| 26904 | κτίριο | κτί-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κτιρί-ου} & κτήριο: κτίσμα, συνήθ. μεγάλο και ψηλό, με έναν ή περισσότερους ορόφους, που προορίζεται για τη στέγαση αρκετών ατόμων ή γραφείων, υπηρεσίας, ιδρύματος, εταιρείας· συνεκδ. οι άνθρωποι που βρίσκονται σε αυτό: ανακαινισμένο/αναπαλαιωμένο/αυτόνομο/αυτοτελές/βιομηχανικό/επαγγελματικό/επιβλητικό/ιστορικό/μοντέρνο/νεοκλασικό/νεόκτιστο/σύγχρονο ~. Το ~ της Ακαδημίας Αθηνών/της Βουλής/των Δικαστηρίων. ~ καταστημάτων (= πολυκατάστημα)/κατοικιών (= πολυκατοικία). Ανέγερση/αποκατάσταση/θεμελίωση/κατάρρευση/κατασκευή ~ου. Η κάτοψη/η πρόσοψη/το σώμα/οι χώροι του ~ου. Δημόσια/εμπορικά/σχολικά ~α. ~ που κηρύχθηκε διατηρητέο. Πβ. οικοδόμημα. Βλ. εγκαταστάσεις, ξενοδοχείο, οικοδομή.|| Όλο το ~ (: ο κόσμος) πετάχτηκε έξω. ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου: σειρά συμπτωμάτων, όπως έντονος πονοκέφαλος, εκνευρισμός, εξάντληση, ερεθισμός των ματιών, ως αποτέλεσμα της εσωτερικής ρύπανσης των κτιρίων. [< αγγλ. sick building syndrome, 1983] , [< μεσν. κτίριον < κτίζω (παρετυμ.), μτγν. εὐκτήριον (οίκημα) ή αρχ. οἰκητήριον ‘κατοικία’] | |
| 26905 | κτιριοδομία | κτι-ρι-ο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κτηριοδομία (κ. με κεφαλ. Κ): ΑΡΧΙΤ. αρχιτεκτονική κτιρίων. Βλ. οικοδομική, πολεοδομία. | |
| 26906 | κτιριοδομικός | , ή, ό κτι-ρι-ο-δο-μι-κός επίθ. & (σπάν.) κτηριοδομικός: ΑΡΧΙΤ. που σχετίζεται με την κτιριοδομία: ~ός: κανονισμός. ~ές: προδιαγραφές. Πβ. κτιριολογικός. Βλ. πολεοδομικός. ● επίρρ.: κτιριοδομικά | |
| 26907 | κτιριολογία | κτι-ρι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κτηριολογία (κ. με κεφαλ. Κ): ΑΡΧΙΤ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του την κατασκευή, ανακαίνιση και αποκατάσταση κτιρίων: Ειδική/Εφαρμοσμένη ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ