Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [27640-27660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26910κτίσιμοκτί-σι-μο ουσ. (ουδ.) {κτισίμ-ατος | -ατα} & (προφ.) χτίσιμο: η ενέργεια του κτίζω: ~ του κτιρίου/ναού/σπιτιού. Θέλει ~ από την αρχή (βλ. εκ θεμελίων). Πβ. ανέγερση, κατασκευή, οικοδόμηση.|| (ειδικότ.) Το ~ της εισόδου/πόρτας. Πβ. φράξιμο.|| (μτφ.) Το ~ μιας αυτοκρατορίας/της πόλης (πβ. θεμελίωση, ίδρυση). Το ~ της προσωπικής εικόνας (βλ. ίματζ)/του χαρακτήρα του παιδιού. Πβ. ανάπτυξη, δημιουργία, διαμόρφωση.|| (ΑΘΛ.) ~ των μυών/του σώματος. Βλ. μπόντι-μπίλντινγκ. ΑΝΤ. γκρέμισμα ● κτισίματα & (προφ.) χτισίματα (τα): ΟΙΚΟΔ. εργασίες που αφορούν την κατασκευή, συνήθ. με τούβλα, των εξωτερικών και εσωτερικών τοίχων οικοδομήματος: Είμαστε στα ~. Βλ. σοβάτισμα. [< μεσν. κτίσιμο(ν)]
26911κτίσμα

κτί-σμα ουσ. (ουδ.) {κτίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. & (προφ.) χτίσμα: οικοδόμημα, κυρ. κτίριο ή οικία: αυθαίρετο/διώροφο/ορθογώνιο/παράνομο/πέτρινο ~. Οικόπεδο με ~. Αρχαία/διατηρητέα/ιστορικά/νεοκλασικά/παλαιά/παραδοσιακά ~ατα. ΣΥΝ. οίκημα 2. ΘΕΟΛ. κάθε δημιούργημα του Θεού. Πβ. πλάσμα. [< μτγν. κτίσμα]

26912κτίστηςκτί-στης ουσ. (αρσ.) {κτιστ-ών} 1. & (προφ.) χτίστης: τεχνίτης που αναλαμβάνει τα κτισίματα στις οικοδομές: μάστορας-~. ~ πέτρας. Πβ. τουβλάς. Βλ. οικοδόμος, σοβατζής. 2. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. Κ) ο Θεός: ο ~ του κόσμου/των πάντων. ΣΥΝ. δημιουργός (2), Πλάστης [< 1: αρχ. κτίστης 2: μτγν. ~]
26913κτιστός, ή, ό κτι-στός επίθ. 1. & (προφ.) χτιστός: κτισμένος: ~ός: τοίχος. ~ό: τέμπλο/τζάκι. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~οί: τάφοι. ΑΝΤ. άκτιστος (1) 2. ΘΕΟΛ. που αποτελεί δημιούργημα του άκτιστου Θεού, που έχει χρονική αρχή σε αντίθεση με τον Δημιουργό: ο ~ άνθρωπος. Η ~ή δημιουργία/φύση. Τα ~ά όντα.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το άκτιστο (= ο Θεός) και το ~ό. Πβ. υλικός, φθαρτός. [< μτγν. κτιστός]
26914κτίτοραςβλ. κτήτορας
26915κτιτορικός, ή, ό βλ. κτητορικός
26921ΚτΠ(η): Κοινωνία της Πληροφορίας.
26922κτύπημαβλ. χτύπημα
26923κτυπητήριβλ. χτυπητήρι
26924κτυπητός, ή, ό βλ. χτυπητός
26925κτυποκάρδιβλ. χτυποκάρδι
26926κτύποςβλ. χτύπος
26927κτυπώβλ. χτυπώ
26929ΚΥ(η) 1. Κρατική Υπηρεσία. 2. Κέντρο Υγείας. 3. Κεντρική Υπηρεσία. 4. Καθολική Υπηρεσία.
27173ΚΥ.Σ.Ε.Α.(το): Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας.
26930ΚΥΑ(η): Κοινή Υπουργική Απόφαση.
26931κύαθοςκύ-α-θος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό αγγείο με μακριά κάθετη λαβή, που χρησιμοποιούνταν στη μέτρηση υγρών και στα συμπόσια για τη μεταφορά κρασιού από τον κρατήρα στα ποτήρια των συνδαιτυμόνων. Πβ. οινοχόη. Βλ. λήκυθος, υδρία. [< αρχ. κύαθος, αγγλ. cyathus]
26932κυαμισμόςκυ-α-μι-σμός ουσ. (αρσ.) & κυάμωση (η): ΙΑΤΡ. οξεία αιμολυτική αναιμία που εμφανίζεται μετά την κατανάλωση κουκιών ή την εισπνοή της γύρης τους και οφείλεται στην κληρονομική έλλειψη ενός ενζύμου. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. favisme]
26933κύαμοςκύ-α-μος ουσ. (αρσ.) {κυάμ-ου} (λόγ.): ΒΟΤ. η κουκιά ή ο καρπός της. Βλ. λαθούρι. ● ΦΡ.: κυάμων απέχεσθαι (αρχαιοπρ.): ως προτροπή να απέχει κανείς από την πολιτική. [< αρχ. κύαμος]
26934κυαναμίδιοκυ-α-να-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {κυαναμιδί-ου}: ΧΗΜ. άχρωμη, υγροσκοπική, κρυσταλλική ουσία (σύμβ. CH2N2) διαλυτή στο νερό, η οποία σχηματίζεται κατά την επίδραση αμμωνίας σε κυάνιο: ~ ασβεστίου (σύμβ. CaCN2). [< γαλλ.-αγγλ. cyanamide]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.