κτί-σι-μο ουσ. (ουδ.) {κτισίμ-ατος | -ατα} & (προφ.) χτίσιμο: η ενέργεια του κτίζω: ~ του κτιρίου/ναού/σπιτιού. Θέλει ~ από την αρχή (βλ. εκ θεμελίων). Πβ. ανέγερση, κατασκευή, οικοδόμηση.|| (ειδικότ.) Το ~ της εισόδου/πόρτας. Πβ. φράξιμο.|| (μτφ.) Το ~ μιας αυτοκρατορίας/της πόλης (πβ. θεμελίωση, ίδρυση). Το ~ της προσωπικής εικόνας (βλ. ίματζ)/του χαρακτήρα του παιδιού. Πβ. ανάπτυξη, δημιουργία, διαμόρφωση.|| (ΑΘΛ.) ~ των μυών/του σώματος. Βλ. μπόντι-μπίλντινγκ. ΑΝΤ. γκρέμισμα ● κτισίματα & (προφ.) χτισίματα (τα): ΟΙΚΟΔ. εργασίες που αφορούν την κατασκευή, συνήθ. με τούβλα, των εξωτερικών και εσωτερικών τοίχων οικοδομήματος: Είμαστε στα ~. Βλ. σοβάτισμα. [< μεσν. κτίσιμο(ν)]
26911
κτίσμα
κτί-σμα ουσ. (ουδ.) {κτίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. & (προφ.) χτίσμα: οικοδόμημα, κυρ. κτίριο ή οικία: αυθαίρετο/διώροφο/ορθογώνιο/παράνομο/πέτρινο ~. Οικόπεδο με ~. Αρχαία/διατηρητέα/ιστορικά/νεοκλασικά/παλαιά/παραδοσιακά ~ατα. ΣΥΝ. οίκημα 2. ΘΕΟΛ. κάθε δημιούργημα του Θεού. Πβ. πλάσμα. [< μτγν. κτίσμα]
26912
κτίστης
κτί-στης ουσ. (αρσ.) {κτιστ-ών} 1. & (προφ.) χτίστης: τεχνίτης που αναλαμβάνει τα κτισίματα στις οικοδομές: μάστορας-~. ~ πέτρας. Πβ. τουβλάς. Βλ. οικοδόμος, σοβατζής.2. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. Κ) ο Θεός: ο ~ του κόσμου/των πάντων. ΣΥΝ. δημιουργός (2), Πλάστης [< 1: αρχ. κτίστης 2: μτγν. ~]
26913
κτιστός
, ή, ό κτι-στός επίθ. 1. & (προφ.) χτιστός: κτισμένος: ~ός: τοίχος. ~ό: τέμπλο/τζάκι. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~οί: τάφοι. ΑΝΤ. άκτιστος (1) 2. ΘΕΟΛ. που αποτελεί δημιούργημα του άκτιστου Θεού, που έχει χρονική αρχή σε αντίθεση με τον Δημιουργό: ο ~ άνθρωπος. Η ~ή δημιουργία/φύση. Τα ~ά όντα.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το άκτιστο (= ο Θεός) και το ~ό. Πβ. υλικός, φθαρτός. [< μτγν. κτιστός]
κύ-α-θος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό αγγείο με μακριά κάθετη λαβή, που χρησιμοποιούνταν στη μέτρηση υγρών και στα συμπόσια για τη μεταφορά κρασιού από τον κρατήρα στα ποτήρια των συνδαιτυμόνων. Πβ. οινοχόη. Βλ. λήκυθος, υδρία. [< αρχ. κύαθος, αγγλ. cyathus]
26932
κυαμισμός
κυ-α-μι-σμός ουσ. (αρσ.) & κυάμωση (η): ΙΑΤΡ. οξεία αιμολυτική αναιμία που εμφανίζεται μετά την κατανάλωση κουκιών ή την εισπνοή της γύρης τους και οφείλεται στην κληρονομική έλλειψη ενός ενζύμου. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. favisme]
26933
κύαμος
κύ-α-μος ουσ. (αρσ.) {κυάμ-ου} (λόγ.): ΒΟΤ. η κουκιά ή ο καρπός της. Βλ. λαθούρι. ● ΦΡ.: κυάμων απέχεσθαι (αρχαιοπρ.): ως προτροπή να απέχει κανείς από την πολιτική. [< αρχ. κύαμος]
26934
κυαναμίδιο
κυ-α-να-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {κυαναμιδί-ου}: ΧΗΜ. άχρωμη, υγροσκοπική, κρυσταλλική ουσία (σύμβ. CH2N2) διαλυτή στο νερό, η οποία σχηματίζεται κατά την επίδραση αμμωνίας σε κυάνιο: ~ ασβεστίου (σύμβ.CaCN2). [< γαλλ.-αγγλ. cyanamide]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.