Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27640-27660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26933κύαμοςκύ-α-μος ουσ. (αρσ.) {κυάμ-ου} (λόγ.): ΒΟΤ. η κουκιά ή ο καρπός της. Βλ. λαθούρι. ● ΦΡ.: κυάμων απέχεσθαι (αρχαιοπρ.): ως προτροπή να απέχει κανείς από την πολιτική. [< αρχ. κύαμος]
26934κυαναμίδιοκυ-α-να-μί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {κυαναμιδί-ου}: ΧΗΜ. άχρωμη, υγροσκοπική, κρυσταλλική ουσία (σύμβ. CH2N2) διαλυτή στο νερό, η οποία σχηματίζεται κατά την επίδραση αμμωνίας σε κυάνιο: ~ ασβεστίου (σύμβ. CaCN2). [< γαλλ.-αγγλ. cyanamide]
26935κυανέρυθρος, η, ο κυ-α-νέ-ρυ-θρος επίθ. (λόγ.): που έχει γαλάζιο και κόκκινο χρώμα. Βλ. ιώδης.
26936κυανίδιοκυ-α-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {κυανιδί-ου}: ΧΗΜ. τοξική ουσία που περιέχει το ιόν άνθρακα-αζώτου (CN), κυανιούχο άλας: ~ του νατρίου/του υδρογόνου (= υδροκυάνιο)/του χαλκού. Απόβλητα που περιέχουν ~α. [< αγγλ. cyanide, γαλλ. cyanure]
26937κυανικός, ή, ό κυ-α-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. κυανιούχος: ~ό: οξύ (βλ. υδροκυάνιο). ~οί: εστέρες. Βλ. ισο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυανικά άλατα & κυανικά: ενώσεις που περιέχουν τη μονοσθενή ρίζα CNO. [< αγγλ.-γαλλ. cyanates]
26938κυάνιοκυ-ά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {κυανί-ου}: ΧΗΜ. άχρωμο και εύφλεκτο τοξικό αέριο (σύμβ. C2N2) που είναι διαλυτό στο νερό και έχει χαρακτηριστικά οξεία οσμή: χλωριούχο ~. Βλ. αρσενικό, υδρο~. [< γερμ. Cyan, Zyan < αρχ. κυανοῦς]
26939κυανιούχος, ος/α, ο [κυανιοῦχος] κυ-α-νι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει το ιόν άνθρακα-αζώτου (CN): ~ο: άλας (= κυανίδιο)/κάλιο. ~ες: ενώσεις. Απόληψη χρυσού με ~ο νάτριο (= κυάνωση). Βλ. αλκαλικός, -ούχος2, σιδηρο~. ΣΥΝ. κυανικός ● Ουσ.: κυανιούχα (τα): ενν. άλατα, διαλύματα ή ιόντα υψηλής τοξικότητας: δηλητηρίαση από ~.
26940κυανίτηςκυ-α-νί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριτικό αργίλιο (σύμβ. Al2SiO5) κρυσταλλικής μορφής και κυανού χρώματος που χρησιμοποιείται ως πυρίμαχο υλικό. Βλ. ανδαλουσίτης, -ίτης2. ΣΥΝ. δισθενής [< γερμ. Zyanit, αγγλ.-γαλλ. cyanite]
26941κυανοακρυλικός, ή, ό κυ-α-νο-α-κρυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται σε ακρυλικά μονομερή τα οποία χρησιμοποιούνται ως συγκολλητικές ουσίες στη βιομηχανία και στην ιατρική: ~ός: εστέρας. ~ό: αιθύλιο. ~ές: κόλλες (= κόλλες στιγμής). Βλ. εποξειδικός. [< αγγλ. cyanoacrylate, 1963]
26942κυανοβακτήριακυ-α-νο-βα-κτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΒΙΟΛ. είδος φωτοσυνθετικών βακτηρίων κυανοπράσινου χρώματος. Βλ. σπιρουλίνα, χλωροφύκη. ΣΥΝ. κυανοπράσινα φύκη, κυανοφύκη [< αγγλ. cyanobacteria, 1974, γαλλ. cyanobactéries, 20ός αι.]
26943κυανοκοβαλαμίνηκυ-α-νο-κο-βα-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η βιταμίνη Β12. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. cyanocobalamin, 1950 < cyan- + ο +cobal(t) + (vit)amin, cobalamin, 1956]
26944κυανόκρανοςκυ-α-νό-κρα-νος ουσ. (αρσ.) {-ων (λόγ.) -άνων, συνήθ. στον πληθ.}: στρατιώτης-μέλος της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ: αποστολή ~ων. Βλ. πεζοναύτης. [< γαλλ. Casques Bleus, αγγλ. blue helmet, 1956]
26945κυανόλευκος, η, ο κυ-α-νό-λευ-κος επίθ. 1. ΑΘΛ. που αναφέρεται σε ομάδα της οποίας η εμφάνιση έχει γαλάζιο και λευκό χρώμα· ειδικότ. που σχετίζεται με την Εθνική (Ομάδα): ~η: διοίκηση/ΠΑΕ.|| ~η: αποστολή.|| (ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. παίκτες). Ντύθηκε στα ~α (= συμμετέχει ως παίκτης στην Εθνική). 2. (λόγ.) γαλανόλευκος. ● Ουσ.: κυανόλευκη (η): η ελληνική σημαία. ΣΥΝ. γαλανόλευκη
26946κυανοπράσινος, η, ο κυ-α-νο-πρά-σι-νος επίθ. (λόγ.): γαλαζοπράσινος. Βλ. τιρκουάζ. ΣΥΝ. πρασινογάλαζος ● ΣΥΜΠΛ.: κυανοπράσινα φύκη & γαλαζοπράσινα φύκια: κυανοβακτήρια. Βλ. σπιρουλίνα. ΣΥΝ. κυανοφύκη
26947κυανός, ή, ό κυ-α-νός επίθ. & κυανούς (επίσ.): γαλάζιος: ~ή: σημαία (βλ. κυανόλευκη). ~ά: νερά. (ΓΕΩΓΡ.) ~ή: Ακτή (: στη ΝΑ Γαλλία). (ΙΑΤΡ.) ~ά άκρα λόγω ψύχους (: μελανά).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ός: αστέρας/γίγαντας.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ός: γραφίτης. ~ό: μελάνι. Πβ. αζούρ2. Βλ. βαθυκύανος. ● Ουσ.: κυανό (το): το αντίστοιχο χρώμα: αποχρώσεις του ~ού. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος της κυανής γλώσσας βλ. νόσος [< αρχ. κυανοῦς, αγγλ. cyan, γαλλ. ~, 1950]
26948κυανοφύκηκυ-α-νο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ. κυανοβακτήρια. Βλ. σπιρουλίνα, χλωροφύκη. ΣΥΝ. κυανοπράσινα φύκη [< νεολατ. Cyanophyceae]
26949κυάνωσηκυ-ά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μπλε χρωματισμός του δέρματος, των βλεννογόνων και της γλώσσας λόγω αυξημένης συγκέντρωσης μη οξυγονωμένης αιμοσφαιρίνης: κεντρική/περιφερική ~. ~ των άκρων/των αυτιών/των δαχτύλων/της μύτης/των νυχιών/των χειλιών. ~ των βρεφών (: συνήθ. όταν κλαίνε). Βλ. αν-, υπ-οξία, ερύθημα, ωχρότητα. ΣΥΝ. μελάνιασμα 2. ΟΡΥΚΤ. επιβλαβής για το περιβάλλον μέθοδος απόληψης του χρυσού από τα μεταλλεύματά του με τη χρήση κυανιούχου νατρίου: ~ πετρωμάτων. 3. μεταχρωματισμός του ξύλου, το οποίο αποκτά μελανό χρωματισμό, εξαιτίας της προσβολής του από χρωστικούς μύκητες. Βλ. σαράκι. [< αρχ. κυάνωσις ‘βαθύ γαλάζιο χρώμα’ 1: γαλλ. cyanose]
26950κυανωτικός, ή, ό κυ-α-νω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυάνωση ή πάσχει από αυτή: ~ή: καρδιοπάθεια. Ψυχρά και ~ά άκρα (= μελανιασμένα).|| Τo νεoγνό γεννήθηκε ~ό. Βλ. ικτερικός. [< γαλλ. cyanotique, αγγλ. cyanotic]
26951κυβείακυ-βεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ., κυρ. στην Κύπρο): τυχερό παιχνίδι με ζάρια και κατ' επέκτ. τζόγος: Συνελήφθησαν να επιδίδονται σε ~. Πβ. μπαρμπούτι. [< αρχ. κυβεία]
26952κυβερνάωβλ. κυβερνώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.