| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26953 | κυβερνείο | [κυβερνεῖο] κυ-βερ-νεί-ο ουσ. (ουδ.) (κυρ. με κεφαλ. Κ) : κτίριο που αποτελεί την έδρα-κατοικία του κυβερνήτη. Βλ. δημαρχ-, προξεν-είο.|| (ΙΣΤ.) Το ~ του Καποδίστρια. ● ΣΥΜΠΛ.: δήμος-κυβερνείο βλ. δήμος [< γαλλ. palais du gouverneur] | |
| 26954 | κυβέρνηση | κυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Κ) ανώτατος πολιτειακός θεσμός άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας που αποτελείται από τον πρωθυπουργό και το σύνολο των υπουργών και των υφυπουργών· γενικότ. διακυβέρνηση: βιώσιμη/δημοκρατική/επαναστατική/ισχυρή/κατοχική/κοινοβουλευτική/προοδευτική/προσωρινή/συντηρητική/φιλελεύθερη ~. ~ ανδρεικέλων (= ελεγχόμενη)/μειοψηφίας/πλειοψηφίας. Η κεντρική/ομοσπονδιακή ~ και οι περιφερειακές/τοπικές ~ήσεις (στις ΗΠΑ· βλ. αυτο~). Διαδοχικές/εθνικές/μονοκομματικές/πολυκομματικές ~ήσεις. Αλλαγή/ανασχηματισμός/θέσεις/μέλη/όργανο/στελέχη της ~ης. Έπεσε/ορκίστηκε (η νέα)/παραιτήθηκε η ~. Συγκροτήθηκε/σχηματίστηκε ~. Βλ. αντιπολίτευση, κράτος, υπουργικό συμβούλιο.|| Πήρε στα χέρια του την ~. Αυταρχική/δικτατορική ~. Βλ. ηγεσία, διεύθυνση, διοίκηση, παρα~, συγ~. 2. (σπάν.-ειδικότ.) πλοήγηση: ~ του πλοίου. Πβ. πιλοτάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας: ΠΟΛΙΤ. της οποίας τα μέλη προέρχονται συνήθ. από όλα τα κόμματα και σχηματίζεται σε περιόδους πολιτικής κρίσης., κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας & κυβερνητικός συνασπισμός & συμμαχική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερα κόμματα., οικουμενική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. στην οποία συμμετέχουν όλα συνήθ. τα κόμματα της Βουλής και έχει πλήρη ή ευρύτατη κοινοβουλευτική στήριξη., αυτοδύναμη κυβέρνηση βλ. αυτοδύναμος, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως βλ. εφημερίδα, μεταβατική κυβέρνηση βλ. μεταβατικός, Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου βλ. πρόεδρος, σκιώδης κυβέρνηση βλ. σκιώδης, υπηρεσιακή κυβέρνηση βλ. υπηρεσιακός ● ΦΡ.: ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις: (έχει μεγάλη δύναμη ώστε να μπορεί να) αναδεικνύει και (να) καθαιρεί από την εξουσία τους κυβερνώντες: Η κοινή γνώμη/ο λαός/ο Τύπος ~ ~., με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< αρχ. κυβέρνησις, γαλλ. gouvernement, αγγλ. government] | |
| 26955 | κυβερνησιμότητα | κυ-βερ-νη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. η δυνατότητα ενός κόμματος να κυβερνήσει ή μιας χώρας να έχει ισχυρή διακυβέρνηση: έλλειμμα ~ας.|| Mη ~ (βλ. ακυβερνησία). Κρίση ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. governability] | |
| 26956 | κυβερνήτης | κυ-βερ-νή-της ουσ. (αρσ.) {-η (λόγ.) -ου | (σπάν.) θηλ. κυβερνή-τρια} 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Κ) διοικητής κράτους, κρατικής μονάδας (κυρ. πολιτείας στις ΗΠΑ), αποικίας ή επαρχίας· κατ' επέκτ. πρόσωπο που κυβερνά, ανώτατος άρχοντας, αρχηγός: προσωρινός ~. Ο ~ (της πολιτείας) της Καλιφόρνια.|| (ΙΣΤ.) Ο πρώτος ~ της Eλλάδας (: ο Ιωάννης Καποδίστριας). Εξελέγη/ορίστηκε ~. Βλ. αρμοστής.|| ~ του Σύμπαντος (= ο Θεός). Πβ. κυρίαρχος.|| (ΑΣΤΡΟΛ., για πλανήτη) Ο ~ ενός ζωδίου. 2. επικεφαλής πληρώματος σκάφους· πιλότος ή πλοίαρχος: ο ~ του αεροπλάνου/ελικοπτέρου/πλοίου. Πβ. καπετάνιος, οδηγός, πλοηγός. Βλ. συγ~. [< αρχ. κυβερνήτης 'αυτός που κατευθύνει το πλοίο', γαλλ. gouverneur] | |
| 26957 | κυβερνητική | κυ-βερ-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της τη μελέτη των διαδικασιών ελέγχου και επικοινωνίας στους ζωντανούς οργανισμούς και τα μηχανήματα και ειδικότ. την ανάπτυξη μηχανών προσομοίωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς (ρομπότ). Βλ. ρομποτική. [< αρχ. κυβερνητική 'η τέχνη του πλοιάρχου', αμερικ. cybernetics, 1948, γαλλ. cybernétique, 1948] | |
| 26958 | κυβερνητικός | , ή, ό κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που ανήκει ή αναφέρεται στην κυβέρνηση: ~ός: ανασχηματισμός/συνασπισμός. ~ή: αλλαγή/απόφαση/δέσμευση/ηγεσία/παράταξη/πλειοψηφία/πρόταση. ~ό: αξίωμα/επιτελείο/έργο/κλιμάκιο/πρόγραμμα/σχέδιο. ~οί: αξιωματούχοι/βουλευτές. ~ά: όργανα/στελέχη. Βλ. δια~, ενδο~, εξω~, κρατικός.|| ~ό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ακρ. ΚΥ.Σ.Ε.Α)/Οικονομικής Πολιτικής. 2. ΠΟΛΙΤ. που πρόσκειται στο κυβερνών κόμμα, φιλοκυβερνητικός: ~ός: Τύπος. ~οί: αναλυτές/συνδικαλιστές. Πβ. συμπολιτευόμενος. ΑΝΤ. αντικυβερνητικός 3. ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στην κυβερνητική: ~ή: επιστήμη. ● Ουσ.: κυβερνητικοί (οι): ενν. παράγοντες. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυβερνητική Επιτροπή: ΠΟΛΙΤ. στην οποία μετέχουν ως τακτικά μέλη ο Πρωθυπουργός και ορισμένοι υπουργοί και η οποία λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής και των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου., δημόσιο/εθνικό χρέος βλ. χρέος, κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας βλ. κυβέρνηση, κυβερνητικές πράξεις βλ. πράξη, κυβερνητικό σχήμα βλ. σχήμα, κυβερνητικός εκπρόσωπος βλ. εκπρόσωπος, μη κυβερνητική οργάνωση βλ. οργάνωση [< αρχ. κυβερνητικός ‘που αναφέρεται στην κυβέρνηση πλοίου, ικανός να πηδαλιουχεί’, γαλλ. gouvernemental | |
| 26959 | κυβερνητικότητα | κυ-βερ-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τρόπος διακυβέρνησης, το σύνολο των πρακτικών κατά την άσκηση εξουσίας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. gouvernementalité] | |
| 26960 | κυβερνητισμός | κυ-βερ-νη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. αντίληψη και πρακτική του κυβερνώντος κόμματος κατά την οποία αντιμετωπίζει την άσκηση εξουσίας ως αυτοσκοπό· γενικότ. η τεχνοκρατική διακυβέρνηση: στείρος ~. Βλ. καθεστωτ-, κομματ-, κρατ-ισμός.|| Διαχειριστικός ~. [< γαλλ. gouvernementalisme] | |
| 26961 | κυβερνο- | : ΔΙΑΔΙΚΤ. α' συνθετικό για τον σχηματισμό ουσιαστικών με αναφορά στη χρήση υπολογιστών και το διαδίκτυο: ~διάστημα/~έγκλημα/~κουλτούρα/~λογοτεχνία/~πόλεμος/~πολίτης/~χώρος. | |
| 26962 | κυβερνοδιάστημα | κυ-βερ-νο-διά-στη-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. κυβερνοχώρος. ΣΥΝ. κυβερνοκόσμος [< αμερικ. cyberspace, 1982, γαλλ. cyberespace, 1995] | |
| 26963 | κυβερνοέγκλημα | κυ-βερ-νο-έ-γκλη-μα ουσ. (ουδ.) : ΔΙΑΔΙΚΤ. ηλεκτρονικό έγκλημα. [< αμερικ. cybercrime, 1991, γαλλ. ~, 1995] | |
| 26964 | κυβερνοεπίθεση | κυ-βερ-νο-ε-πί-θε-ση ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. επίθεση από χάκερς σε υπολογιστικό σύστημα ή δικτυακό τόπο, συνήθ. κράτους ή επιχείρησης. Πβ. κυβερνο-πόλεμος, -τρομοκρατία. Βλ. κυβερνοέγκλημα, χάκινγκ. [< αμερικ. cyberattack, 1996, γαλλ. cyberattaque, 1997] | |
| 26965 | κυβερνοκατασκοπεία | κυ-βερ-νο-κα-τα-σκο-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. μορφή κατασκοπείας που γίνεται μέσω του κυβερνοχώρου. | |
| 26966 | κυβερνοκόσμος | κυ-βερ-νο-κό-σμος ουσ. (αρσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. κυβερνοχώρος. ΣΥΝ. κυβερνοδιάστημα [< αμερικ. cyberworld, 1991, γαλλ. cybermonde, 1995] | |
| 26967 | κυβερνοκουλτούρα | κυ-βερ-νο-κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. το σύνολο των νέων πρακτικών, αντιλήψεων και πολιτιστικών προτύπων που έχουν αναπτυχθεί στον τομέα της επικοινωνίας, της ψυχαγωγίας και της επιχειρηματικότητας και έχουν προκύψει από τη χρήση των υπολογιστών και ειδικότ. του διαδικτύου. [< αμερικ. cyberculture, 1990, γαλλ. ~, 1995] | |
| 26968 | κυβερνολογοτεχνία | κυ-βερ-νο-λο-γο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) : ΔΙΑΔΙΚΤ. λογοτεχνία που απευθύνεται στους χρήστες του διαδικτύου και έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό τη χρήση πολυμέσων κατά τη δημιουργία, διάδοση και πρόσληψή της. Βλ. υπερκείμενο. ΣΥΝ. υπερλογοτεχνία [< αμερικ. cyberliterature] | |
| 26969 | κυβερνοναύτης | κυ-βερ-νο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. χρήστης του διαδικτύου. Πβ. κυβερνοπολίτης. [< αμερικ. cybernaut, 1989, γαλλ. cybernaute, 1995] | |
| 26970 | κυβερνοπάνκ | κυ-βερ-νο-πάνκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΛΟΓΟΤ. λογοτεχνικό ρεύμα επιστημονικής φαντασίας στο οποίο οι ήρωες των έργων κινούνται μέσα σε έναν τρομακτικό, φουτουριστικό κόσμο, όπου κυριαρχεί η υψηλή τεχνολογία των υπολογιστών: (ως επίθ.) ~ μυθιστόρημα. [< αμερικ. cyberpunk, 1983] | |
| 26971 | κυβερνοπειρατής | κυ-βερ-νο-πει-ρα-τής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. χάκερ. Πβ. κράκερ, πειρατής. [< αμερικ. cyberpirate] | |
| 26972 | κυβερνοπόλεμος | κυ-βερ-νο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. οργανωμένες, συνήθ. πολιτικά κατευθυνόμενες, επιθέσεις χάκερς εναντίον των δικτύων υπολογιστών ενός κράτους ή οργανισμού, με σκοπό να προκληθούν μεγάλες ή ανεπανόρθωτες βλάβες. Πβ. κυβερνοεπίθεση. Βλ. κυβερνοέγκλημα, χάκινγκ. ΣΥΝ. κυβερνοτρομοκρατία [< αμερικ. cyberwar, 1992, γαλλ. cyberguerre, 1996] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ