| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26935 | κυανέρυθρος | , η, ο κυ-α-νέ-ρυ-θρος επίθ. (λόγ.): που έχει γαλάζιο και κόκκινο χρώμα. Βλ. ιώδης. | |
| 26936 | κυανίδιο | κυ-α-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {κυανιδί-ου}: ΧΗΜ. τοξική ουσία που περιέχει το ιόν άνθρακα-αζώτου (CN), κυανιούχο άλας: ~ του νατρίου/του υδρογόνου (= υδροκυάνιο)/του χαλκού. Απόβλητα που περιέχουν ~α. [< αγγλ. cyanide, γαλλ. cyanure] | |
| 26937 | κυανικός | , ή, ό κυ-α-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. κυανιούχος: ~ό: οξύ (βλ. υδροκυάνιο). ~οί: εστέρες. Βλ. ισο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυανικά άλατα & κυανικά: ενώσεις που περιέχουν τη μονοσθενή ρίζα CNO. [< αγγλ.-γαλλ. cyanates] | |
| 26938 | κυάνιο | κυ-ά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {κυανί-ου}: ΧΗΜ. άχρωμο και εύφλεκτο τοξικό αέριο (σύμβ. C2N2) που είναι διαλυτό στο νερό και έχει χαρακτηριστικά οξεία οσμή: χλωριούχο ~. Βλ. αρσενικό, υδρο~. [< γερμ. Cyan, Zyan < αρχ. κυανοῦς] | |
| 26939 | κυανιούχος | , ος/α, ο [κυανιοῦχος] κυ-α-νι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει το ιόν άνθρακα-αζώτου (CN): ~ο: άλας (= κυανίδιο)/κάλιο. ~ες: ενώσεις. Απόληψη χρυσού με ~ο νάτριο (= κυάνωση). Βλ. αλκαλικός, -ούχος2, σιδηρο~. ΣΥΝ. κυανικός ● Ουσ.: κυανιούχα (τα): ενν. άλατα, διαλύματα ή ιόντα υψηλής τοξικότητας: δηλητηρίαση από ~. | |
| 26940 | κυανίτης | κυ-α-νί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριτικό αργίλιο (σύμβ. Al2SiO5) κρυσταλλικής μορφής και κυανού χρώματος που χρησιμοποιείται ως πυρίμαχο υλικό. Βλ. ανδαλουσίτης, -ίτης2. ΣΥΝ. δισθενής [< γερμ. Zyanit, αγγλ.-γαλλ. cyanite] | |
| 26941 | κυανοακρυλικός | , ή, ό κυ-α-νο-α-κρυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται σε ακρυλικά μονομερή τα οποία χρησιμοποιούνται ως συγκολλητικές ουσίες στη βιομηχανία και στην ιατρική: ~ός: εστέρας. ~ό: αιθύλιο. ~ές: κόλλες (= κόλλες στιγμής). Βλ. εποξειδικός. [< αγγλ. cyanoacrylate, 1963] | |
| 26942 | κυανοβακτήρια | κυ-α-νο-βα-κτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΒΙΟΛ. είδος φωτοσυνθετικών βακτηρίων κυανοπράσινου χρώματος. Βλ. σπιρουλίνα, χλωροφύκη. ΣΥΝ. κυανοπράσινα φύκη, κυανοφύκη [< αγγλ. cyanobacteria, 1974, γαλλ. cyanobactéries, 20ός αι.] | |
| 26943 | κυανοκοβαλαμίνη | κυ-α-νο-κο-βα-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η βιταμίνη Β12. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. cyanocobalamin, 1950 < cyan- + ο +cobal(t) + (vit)amin, cobalamin, 1956] | |
| 26944 | κυανόκρανος | κυ-α-νό-κρα-νος ουσ. (αρσ.) {-ων (λόγ.) -άνων, συνήθ. στον πληθ.}: στρατιώτης-μέλος της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ: αποστολή ~ων. Βλ. πεζοναύτης. [< γαλλ. Casques Bleus, αγγλ. blue helmet, 1956] | |
| 26945 | κυανόλευκος | , η, ο κυ-α-νό-λευ-κος επίθ. 1. ΑΘΛ. που αναφέρεται σε ομάδα της οποίας η εμφάνιση έχει γαλάζιο και λευκό χρώμα· ειδικότ. που σχετίζεται με την Εθνική (Ομάδα): ~η: διοίκηση/ΠΑΕ.|| ~η: αποστολή.|| (ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. παίκτες). Ντύθηκε στα ~α (= συμμετέχει ως παίκτης στην Εθνική). 2. (λόγ.) γαλανόλευκος. ● Ουσ.: κυανόλευκη (η): η ελληνική σημαία. ΣΥΝ. γαλανόλευκη | |
| 26946 | κυανοπράσινος | , η, ο κυ-α-νο-πρά-σι-νος επίθ. (λόγ.): γαλαζοπράσινος. Βλ. τιρκουάζ. ΣΥΝ. πρασινογάλαζος ● ΣΥΜΠΛ.: κυανοπράσινα φύκη & γαλαζοπράσινα φύκια: κυανοβακτήρια. Βλ. σπιρουλίνα. ΣΥΝ. κυανοφύκη | |
| 26947 | κυανός | , ή, ό κυ-α-νός επίθ. & κυανούς (επίσ.): γαλάζιος: ~ή: σημαία (βλ. κυανόλευκη). ~ά: νερά. (ΓΕΩΓΡ.) ~ή: Ακτή (: στη ΝΑ Γαλλία). (ΙΑΤΡ.) ~ά άκρα λόγω ψύχους (: μελανά).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ός: αστέρας/γίγαντας.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ός: γραφίτης. ~ό: μελάνι. Πβ. αζούρ2. Βλ. βαθυκύανος. ● Ουσ.: κυανό (το): το αντίστοιχο χρώμα: αποχρώσεις του ~ού. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος της κυανής γλώσσας βλ. νόσος [< αρχ. κυανοῦς, αγγλ. cyan, γαλλ. ~, 1950] | |
| 26948 | κυανοφύκη | κυ-α-νο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ. κυανοβακτήρια. Βλ. σπιρουλίνα, χλωροφύκη. ΣΥΝ. κυανοπράσινα φύκη [< νεολατ. Cyanophyceae] | |
| 26949 | κυάνωση | κυ-ά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μπλε χρωματισμός του δέρματος, των βλεννογόνων και της γλώσσας λόγω αυξημένης συγκέντρωσης μη οξυγονωμένης αιμοσφαιρίνης: κεντρική/περιφερική ~. ~ των άκρων/των αυτιών/των δαχτύλων/της μύτης/των νυχιών/των χειλιών. ~ των βρεφών (: συνήθ. όταν κλαίνε). Βλ. αν-, υπ-οξία, ερύθημα, ωχρότητα. ΣΥΝ. μελάνιασμα 2. ΟΡΥΚΤ. επιβλαβής για το περιβάλλον μέθοδος απόληψης του χρυσού από τα μεταλλεύματά του με τη χρήση κυανιούχου νατρίου: ~ πετρωμάτων. 3. μεταχρωματισμός του ξύλου, το οποίο αποκτά μελανό χρωματισμό, εξαιτίας της προσβολής του από χρωστικούς μύκητες. Βλ. σαράκι. [< αρχ. κυάνωσις ‘βαθύ γαλάζιο χρώμα’ 1: γαλλ. cyanose] | |
| 26950 | κυανωτικός | , ή, ό κυ-α-νω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυάνωση ή πάσχει από αυτή: ~ή: καρδιοπάθεια. Ψυχρά και ~ά άκρα (= μελανιασμένα).|| Τo νεoγνό γεννήθηκε ~ό. Βλ. ικτερικός. [< γαλλ. cyanotique, αγγλ. cyanotic] | |
| 26951 | κυβεία | κυ-βεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ., κυρ. στην Κύπρο): τυχερό παιχνίδι με ζάρια και κατ' επέκτ. τζόγος: Συνελήφθησαν να επιδίδονται σε ~. Πβ. μπαρμπούτι. [< αρχ. κυβεία] | |
| 26952 | κυβερνάω | βλ. κυβερνώ | |
| 26953 | κυβερνείο | [κυβερνεῖο] κυ-βερ-νεί-ο ουσ. (ουδ.) (κυρ. με κεφαλ. Κ) : κτίριο που αποτελεί την έδρα-κατοικία του κυβερνήτη. Βλ. δημαρχ-, προξεν-είο.|| (ΙΣΤ.) Το ~ του Καποδίστρια. ● ΣΥΜΠΛ.: δήμος-κυβερνείο βλ. δήμος [< γαλλ. palais du gouverneur] | |
| 26954 | κυβέρνηση | κυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Κ) ανώτατος πολιτειακός θεσμός άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας που αποτελείται από τον πρωθυπουργό και το σύνολο των υπουργών και των υφυπουργών· γενικότ. διακυβέρνηση: βιώσιμη/δημοκρατική/επαναστατική/ισχυρή/κατοχική/κοινοβουλευτική/προοδευτική/προσωρινή/συντηρητική/φιλελεύθερη ~. ~ ανδρεικέλων (= ελεγχόμενη)/μειοψηφίας/πλειοψηφίας. Η κεντρική/ομοσπονδιακή ~ και οι περιφερειακές/τοπικές ~ήσεις (στις ΗΠΑ· βλ. αυτο~). Διαδοχικές/εθνικές/μονοκομματικές/πολυκομματικές ~ήσεις. Αλλαγή/ανασχηματισμός/θέσεις/μέλη/όργανο/στελέχη της ~ης. Έπεσε/ορκίστηκε (η νέα)/παραιτήθηκε η ~. Συγκροτήθηκε/σχηματίστηκε ~. Βλ. αντιπολίτευση, κράτος, υπουργικό συμβούλιο.|| Πήρε στα χέρια του την ~. Αυταρχική/δικτατορική ~. Βλ. ηγεσία, διεύθυνση, διοίκηση, παρα~, συγ~. 2. (σπάν.-ειδικότ.) πλοήγηση: ~ του πλοίου. Πβ. πιλοτάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας/ενότητας: ΠΟΛΙΤ. της οποίας τα μέλη προέρχονται συνήθ. από όλα τα κόμματα και σχηματίζεται σε περιόδους πολιτικής κρίσης., κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας & κυβερνητικός συνασπισμός & συμμαχική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. που σχηματίζεται από δύο ή περισσότερα κόμματα., οικουμενική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. στην οποία συμμετέχουν όλα συνήθ. τα κόμματα της Βουλής και έχει πλήρη ή ευρύτατη κοινοβουλευτική στήριξη., αυτοδύναμη κυβέρνηση βλ. αυτοδύναμος, Εφημερίδα της Κυβερνήσεως βλ. εφημερίδα, μεταβατική κυβέρνηση βλ. μεταβατικός, Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου βλ. πρόεδρος, σκιώδης κυβέρνηση βλ. σκιώδης, υπηρεσιακή κυβέρνηση βλ. υπηρεσιακός ● ΦΡ.: ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις: (έχει μεγάλη δύναμη ώστε να μπορεί να) αναδεικνύει και (να) καθαιρεί από την εξουσία τους κυβερνώντες: Η κοινή γνώμη/ο λαός/ο Τύπος ~ ~., με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< αρχ. κυβέρνησις, γαλλ. gouvernement, αγγλ. government] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ