| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 26973 | κυβερνοπολίτης | κυ-βερ-νο-πο-λί-της ουσ. (αρσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. χρήστης του διαδικτύου, κυρ. με αναφορά στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά του αυτή. Πβ. κυβερνοναύτης. [< αμερικ. cybercitizen, 1994, netizen (< net + (citi)zen), 1984] | |
| 26974 | κυβερνοσέξ | κυ-βερ-νο-σέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: διαδικτυακό σεξ. [< αμερικ. cybersex, 1991, γαλλ. cybersexe, 1993] | |
| 26975 | κυβερνοσφετερισμός | κυ-βερ-νο-σφε-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. μορφή ηλεκτρονικού εγκλήματος κατά την οποία κάποιος χρήστης του διαδικτύου κατοχυρώνει και χρησιμοποιεί την ηλεκτρονική διεύθυνση γνωστών επιχειρήσεων, χωρίς να έχει το δικαίωμα, με αποτέλεσμα να προκαλείται βλάβη στη φήμη των νόμιμων δικαιούχων. Βλ. κυβερνοέγκλημα. [< αμερικ. cybersquatting, 1996] | |
| 26976 | κυβερνοτέχνη | κυ-βερ-νο-τέ-χνη ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδραστική τέχνη η οποία χρησιμοποιεί το διαδίκτυο για την παραγωγή καλλιτεχνικών ιστοτόπων, ονλάιν βίντεο, ηχητικών έργων και διαδικτυακών παραστάσεων. [< αγγλ. cyberart] | |
| 26977 | κυβερνοτρομοκρατία | κυ-βερ-νο-τρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. κυβερνοπόλεμος. Πβ. κυβερνοεπίθεση. Βλ. κυβερνοέγκλημα, χάκινγκ. [< αμερικ. cyberterrorism, 1994] | |
| 26978 | κυβερνοχώρος | [κυβερνοχῶρος] κυ-βερ-νο-χώ-ρος ουσ. (αρσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. εικονικός χώρος που έχει δημιουργηθεί από τοπικά ή ευρείας εμβέλειας δίκτυα υπολογιστών, μέσα στον οποίο διακινείται τεράστιος όγκος πληροφοριών σε ψηφιακή μορφή· ειδικότ. το διαδίκτυο: περιήγηση στον ~ο. Ασφάλεια/εγκλήματα (= κυβερνοεγκλήματα)/ηθική του ~ου. Βλ. εικονική πραγματικότητα, παγκόσμιο/πλανητικό χωριό. ΣΥΝ. κυβερνοδιάστημα, κυβερνοκόσμος [< αμερικ. cyberspace, 1982, γαλλ. ~, 1995] | |
| 26979 | κυβερνώ | [κυβερνῶ] κυ-βερ-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυβερν-ά κ. -άει ... | κυβέρν-ησε, -ήσει, -άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, μτχ. (λόγ.) κυβερν-ών, -ώσα, -ών, -ώντας} & κυβερνάω 1. ασκώ την εκτελεστική εξουσία, διοικώ: ~ησε (ως πρωθυπουργός) τη χώρα (επί) πολλά χρόνια. ~ησε αυταρχικά/δημοκρατικά/δίκαια/με σύνεση. Στη Δημοκρατία ~ά η πλειοψηφία. Πβ. άρχω, δια~. Βλ. συγ~.|| (μτφ.) ~ά η βία/διαφθορά (= επικρατεί, κυριαρχεί). Τους ~ά ο έρωτας/ο φόβος (= εξουσιάζει, ελέγχει, διαφεντεύει). 2. είμαι κυβερνήτης σκάφους: ~άει αεροπλάνο/πλοίο. Πβ. πιλοτάρω, πλοηγώ. [< αρχ. κυβερνῶ, γαλλ. gouverner] | |
| 26980 | κυβερνών | , ώσα, ών [κυβερνῶν] κυ-βερ-νών επίθ. (λόγ.): που κυβερνά: ο ~ών συνασπισμός. Η ~ώσα παράταξη. Το ~ών κόμμα. Βλ. δεσπόζων, επικρατών.|| (ως ουσ.) Οι εκάστοτε/νυν ~ώντες. Πβ. κρατούντες. Βλ. διοικών, ιθύνων. | |
| 26981 | κυβικός | , ή, ό κυ-βι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που έχει σχήμα κύβου ή που σχετίζεται με τον κύβο: (ΦΥΣ.) ~ή: διαστολή στερεών.|| (ΚΡΥΣΤ.) ~ή: δομή (κρυστάλλου). Ορυκτό που κρυσταλλώνεται στο ~ό σύστημα. 2. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης που υπολογίζεται ή ορίζεται σε όγκο κύβου: ~ή: γιάρδα/ίντσα/παλάμη. ~ό: πόδι/χιλιοστό(μετρο). ~ό: χιλιόμετρο νερού/πάγου. 3. ΜΑΘ. υψωμένος στον κύβο (στην τρίτη δύναμη): ~ός: αριθμός (= τέλειος κύβος). ~ή: εξίσωση/καμπύλη. ~ά: πολυώνυμα. ● Ουσ.: κυβικά (τα) {σπάν. στον εν.}: ενν. μέτρα ή εκατοστά: δέκα ~ μπετόν/χαλίκι.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ., για κινητήρες οχημάτων) Αυτοκίνητο/μηχανή ... ~ών. Πβ. κυβισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβικό μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο/χιλιοστόμετρο (συντομ. κ.μ./κ.εκ./κ.δεκ./κ. χιλ., σύμβ. m3/cm3/dm3/mm3): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης όγκου η οποία ισούται με κύβο που η κάθε ακμή του είναι ίση με ένα μέτρο/εκατοστό/δεκατόμετρο. Βλ. λίτρο, τετραγωνικό δεκατόμετρο/εκατοστό/μέτρο/χιλιόμετρο. ● ΦΡ.: άραξε στα κυβικά σου! βλ. αράζω, δεν είναι για τα κιλά/κυβικά μου βλ. κιλό [< αρχ. κυβικός, γαλλ. cubique, αγγλ. cubic] | |
| 26982 | κυβισμός | κυ-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. ο συνολικός χώρος που καλύπτεται από την κίνηση των εμβόλων μέσα στους κυλίνδρους του κινητήρα: ~ του αυτοκινήτου/της μηχανής/του οχήματος. Αμάξι/μοτέρ μεγάλου/μεσαίου/μικρού/χαμηλού/υψηλού ~ού. Πβ. κυβικά. Βλ. ιπποδύναμη. ΣΥΝ. κυλινδρισμός 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αι. στον χώρο της ζωγραφικής και της γλυπτικής και χαρακτηρίζεται από την παράσταση φυσικών μορφών με αφηρημένα γεωμετρικά σχέδια: αναλυτικός/συνθετικός ~. Βλ. αρ νουβό, εξπρεσιον-, κονστρουκτιβ-, υπερρεαλ-, φοβ-, φουτουρ-ισμός. [< 1: γαλλ. cubage 2: γαλλ. cubisme, 1908, αγγλ. cubism, 1911] | |
| 26983 | κυβιστής | κυ-βι-στής ουσ. (αρσ.): καλλιτέχνης που ανήκει στο ρεύμα του κυβισμού: (ως επίθ.) ~ές: ζωγράφοι. Βλ. εξπρεσιον-, σουρεαλ-ιστής. [< πβ. μτγν. κυβιστής ΄ακροβάτης', γαλλ. cubiste, περ. 1910, αγγλ. cubist] | |
| 26984 | κυβίστηση | κυ-βί-στη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΥΜΝ. κωλοτούμπα: ανάποδη ~ (= ανα~). Πβ. τούμπα. [< μτγν. κυβίστησις] | |
| 26985 | κυβιστικός | , ή, ό κυ-βι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον κυβισμό: ~ός: πίνακας. ~ή: γλυπτική/ζωγραφική. ~ές: μορφές/συνθέσεις. Βλ. -ιστικός1. [< γαλλ. cubiste, περ. 1910, αγγλ. cubistic] | |
| 26986 | κυβοειδής | , ής, ές κυ-βο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα κύβου: ~ή: σπιτάκια.|| (ΒΙΟΛ.) ~ές: επιθήλιο. Κυλινδρικά ή ~ή κύτταρα.|| (ΑΝΑΤ.) Το ~ές οστό (: στο έξω χείλος του ποδιού). Βλ. -ειδής. [< μτγν. κυβοειδής, γαλλ. cuboïde, αγγλ. cuboid] | |
| 26987 | κυβόλιθος | κυ-βό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. λίθος σε σχήμα κύβου που χρησιμοποιείται κυρ. σε οδοστρώσεις ή πεζοδρομήσεις. [< γαλλ. pavé] | |
| 26988 | κύβος | κύ-βος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. κανονικό, πολύεδρο στερεό με δώδεκα ίσες ακμές και έξι έδρες που είναι ίσα μεταξύ τους τετράγωνα. Βλ. κύλινδρος, ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, πυραμίδα, σφαίρα. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει σχήμα κύβου: πλαστικός ~. ~οι ζάχαρης/πάγου/σημειώσεων (: για το γραφείο). Βλ. ζάρι.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~οι βοδινού/ζωμού κρέατος/κότας/λαχανικών.|| (στον πληθ., παιχνίδι για νήπια:) (Ξύλινοι) ~οι με αριθμούς/γράμματα/εικόνες. Κατασκευές με ~ους. 3. ΜΑΘ. η τρίτη δύναμη ενός αριθμού: Δύο στον/(λόγ.) εις τον ~ο (23) (βλ. δευτέρα, τετράγωνο).|| (μτφ.-ειρων.) Ηλιθιότητα στον ~ο (= σε μεγάλο βαθμό)! ΣΥΝ. τρίτη (3) ● Υποκ.: κυβάκι (το): στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: τέλειος κύβος 1. ΜΑΘ. αριθμός που είναι κύβος ακέραιου αριθμού. 2. ΓΕΩΜ. οτιδήποτε έχει ιδανικό κυβικό σχήμα. ● ΦΡ.: ο κύβος ερρίφθη (λόγ.): για τετελεσμένο γεγονός ή οριστική και αμετάκλητη απόφαση: ~ ~ για το νομοσχέδιο. [< λατ. alea jacta est] [< αρχ. κύβος] | |
| 26989 | κυδωνάτο | [κυδωνᾶτο] κυ-δω-νά-το ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό κατσαρόλας με βασικά συστατικά το κρέας και τα κυδώνια: μοσχάρι/χοιρινό ~. Βλ. -άτο. [< μτγν. κυδωνᾶτον ‘μαρμελάδα ή πελτές από κυδώνια] | |
| 26990 | κυδωνάτος | , η, ο [κυδωνᾶτος] κυ-δω-νά-τος επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. που κόβεται όπως το κυδώνι, δηλ. κατακόρυφα σε τέσσερις συνήθ. φέτες: πατάτες ~ες. Κομμάτια ~α. Βλ. -άτος. | |
| 26991 | κυδώνι | κυ-δώ-νι ουσ. (ουδ.) {κυδων-ιού} 1. ΒΟΤ. ο μεγάλος, κίτρινος, χνουδωτός και εδώδιμος καρπός της κυδωνιάς, ο οποίος έχει σκληρή, υπόξινη και στυφή σάρκα: κουκούτσια/σπόροι ~ιού. Βλ. ροδάκινο.|| (ΖΑΧΑΡ.) Ζελέ/κομπόστα/μαρμελάδα ~. ~ γλυκό (: του κουταλιού). ~ τριφτό.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Κρέας με ~ια (= κυδωνάτο). 2. ΖΩΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} δίθυρο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Cardium edule) που έχει σχεδόν κυκλικό κέλυφος με ομόκεντρες πτυχώσεις και του οποίου η σάρκα τρώγεται συνήθ. ωμή: θαλασσινά ~ια. Βλ. μύδι, οστρακοειδή, στρείδι, φρούτα της θάλασσας. [< 1: μεσν. κυδώνι(ν) < αρχ. κυδώνιον (μῆλον)] | |
| 26992 | κυδωνιά | κυ-δω-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Cydonia oblonga) με χνουδωτά φύλλα, ρόδινα άνθη και εδώδιμους καρπούς (κυδώνια), το οποίο ευδοκιμεί σε περιοχές με θερμά καλοκαίρια. Βλ. ροδίδες. [< μτγν. κυδωνέα, κυδωνία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ