Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [27700-27720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26993κυδωνόπαστοκυ-δω-νό-πα-στο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα σαν λουκούμι παρασκευασμένο από πολτοποιημένα κυδώνια βρασμένα με ζάχαρη. ΣΥΝ. παστοκύδωνο
26994κύημακύ-η-μα ουσ. (ουδ.) {κυήμ-ατος}: ΙΑΤΡ. το κυοφορούμενο έμβρυο: βιώσιμο ~. Εμφύτευση του ~ατος (: στην εξωσωματική γονιμοποίηση).|| (μτφ.) ~ (= απο~) της φαντασίας. [< αρχ. κύημα]
26995κύησηκύ-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εγκυμοσύνη: επαπειλούμενη/φυσιολογική ~. Ενδομήτρια ~. Σύλληψη, ~, τοκετός. Αυτόματη/εκούσια διακοπή της ~ης (πβ. αποβολή, έκτρωση). Τεστ ~ήσεως. Άδεια ~ης (: στην εργασία). Επιπλοκές κατά την ~. Βρίσκεται στον δεύτερο μήνα της ~ης. ~ήσεις υψηλού κινδύνου. Βλ. ψευδο~. ΣΥΝ. κυοφορία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: εξωμήτριος/εξωμήτρια κύηση βλ. εξωμήτριος, μύλη κύηση βλ. μύλη, παλίνδρομη κύηση βλ. παλίνδρομος, πολύδυμη κύηση βλ. πολύδυμος, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2, τοξιναιμία της κύησης βλ. τοξιναιμία [< αρχ. κύησις, γαλλ. gestation]
26996Κυθήριος, Κυθήριαβλ. Τσιριγώτης, Τσιριγώτισσα
26997κυκεώναςκυ-κε-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αρκετά περίπλοκη και μπερδεμένη κατάσταση, χαρακτηριζόμενη από ετερόκλιτα στοιχεία που δημιουργούν σύγχυση: νομικός ~. Ο ~ της γραφειοκρατίας. Έχουν μπλεχτεί σε ένα ~α αντιπαραθέσεων. Πβ. αναταραχή, αχταρμάς, χάος. 2. ΑΡΧ. τονωτικό ποτό των αρχαίων Ελλήνων από νερό, κρασί, κριθάλευρο και τριμμένο τυρί. [< αρχ. κυκεών]
26998κυκλ-βλ. κυκλο-
26999κυκλαδικός, ή, ό κυ-κλα-δι-κός επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με τα νησιά των Κυκλάδων κατά την Εποχή του Χαλκού και ειδικότ. κατά την Πρώιμη Εποχή (του Χαλκού): ~ός: πολιτισμός. ~ό: ειδώλιο. Μουσείο ~ής Τέχνης. Βλ. μεσο~, μινωικός, μυκηναϊκός, πρωτο~, υστερο~. 2. κυκλαδίτικος: ~ή: γη. ~ό: νησί/τοπίο. [< γερμ. Kykladen-, γαλλ. cycladique, αγγλ. cycladic, 1915]
27000Κυκλαδίτης, ΚυκλαδίτισσαΚυ-κλα-δί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τις Κυκλάδες.
27001κυκλαδίτικος, η, ο κυ-κλα-δί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τις Κυκλάδες ή/και τους Κυκλαδίτες. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. κυκλαδικός (2)
27002κυκλάμινοκυ-κλά-μι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες αυτοφυές φυτό της οικογένειας των πριμουλιδών (επιστ. ονομασ. Cyclamen Graecum, Cyclamen Repandum) με κόνδυλο στη ρίζα, σκούρα πράσινα φύλλα σε σχήμα καρδιάς και άνθη μοβ ή λευκορόδινα: ~ το ελληνικό. Βλ. γεώφυτα, σικλαμέν. ● Υποκ.: κυκλαμινάκι (το) [< μτγν. κυκλάμινος (ὁ, ἡ) > μεσν. κυκλάμινο(ν), γαλλ.-αγγλ. cyclamen]
27003κυκλικός, ή, ό κυ-κλι-κός επίθ. 1. που έχει σχήμα κύκλου: ~ός: κόμβος/χορός (βλ. αντικριστός)/χώρος. ~ή: διαδρομή/διάταξη (πβ. κυκλοτερής)/διατομή/κατασκευή/κίνηση/πορεία (ΑΝΤ. ευθύγραμμη). Βλ. δακτυλιοειδής, ημι~, στρογγυλός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: γράφος/δακτύλιος. ~ή: μετάθεση. ~ές: συναρτήσεις (= τριγωνομετρικές).|| (ΦΥΣ.) ~οί: επιταχυντές (= κύκλοτρα).|| (μτφ.) ~ό: επιχείρημα (= ~ συλλογισμός). Βλ. λήψη του ζητουμένου. 2. που επαναλαμβάνεται ανά τακτά και προβλέψιμα χρονικά διαστήματα· περιοδικός: ~ή: διαδικασία. ~ές: μεταβολές. (ΓΥΜΝ.) ~ή: προπόνηση. (ΦΥΣ.) ~ή: συχνότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: κρίση/οικονομία (ΑΝΤ. γραμμική). ~ές: διακυμάνσεις.|| Η ~ή αντίληψη της Ιστορίας (πβ. ανακύκληση). ΑΝΤ. γραμμικός. ● επίρρ.: κυκλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλική ένωση: ΧΗΜ. οργανική ένωση με μία ή περισσότερες κλειστές αλυσίδες (δακτυλίους) ατόμων. Βλ. ετερο-, πολυ-, τρι-κυκλικός, κυκλοποίηση. ΑΝΤ. αλειφατική/άκυκλη ένωση [< αγγλ. cyclic compound, 1923] , κυκλικά δίχτυα βλ. δίχτυ, κυκλική ανεργία βλ. ανεργία, κυκλική εργασία βλ. εργασία, κυκλική/προσωρινή μετανάστευση βλ. μετανάστευση, κυκλικός πληθωρισμός βλ. πληθωρισμός, κυλιόμενο ωράριο βλ. ωράριο [< αρχ. κυκλικός, γαλλ. cyclique, circulaire, αγγλ. cyclic(al), circular]
27004κυκλικότητακυ-κλι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. περιοδικότητα: η ~ της αγοράς/της ιστορίας (= ανακύκληση). Βλ. επαναληπτικ-, εποχικ-ότητα. 2. κυκλικό σχήμα. Βλ. στρογγυλ-, σφαιρικ-ότητα. [< γαλλ. circularité, cyclicité, αγγλ. cyclicity, 1944]
27005κύκλιος, α, ο κύ-κλι-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): κυκλικός: ~ος: χορός. ● Ουσ.: κύκλιο (το): ΕΚΚΛΗΣ. ο ημικυκλικός διάδρομος μπροστά από το σύνθρονο. [< αρχ. κύκλιος]
27006κυκλο-& κυκλ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον κύκλο: κυκλο-ειδής/~τερής. Κυκλ-ικός.|| (στον δακτύλιο) Κυκλο-αλκάνια/~ποίηση.|| (στην περιοδική εναλλαγή) Κυκλο-θυμικός.
27007κυκλοαλκάνιακυ-κλο-αλ-κά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. οργανικές κορεσμένες κυκλικές ενώσεις (CnH2n), τα μόρια των οποίων σχηματίζουν δακτύλιο από άτομα άνθρακα. [< αγγλ. cycloalkanes, 1944, γαλλ. cycloalcanes]
27008κυκλοειδής, ής, ές κυ-κλο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που το σχήμα του μοιάζει με κύκλο: (ΦΥΣ.) ~ής: κίνηση/τροχιά.|| (ΓΕΩΜ.) ~ής: καμπύλη. Βλ. -ειδής, κυκλοτερής. [< μτγν. κυκλοειδής]
27009κυκλοεξάνιοκυ-κλο-ε-ξά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κυκλοαλκάνιο (C6H12) που βρίσκεται στο πετρέλαιο και χρησιμοποιείται ως διαλύτης κυρ. στις κόλλες. [< γαλλ.-αγγλ. cyclohexane]
27010κυκλοθερμικός, ή, ό κυ-κλο-θερ-μι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοθερμικός φούρνος: ΤΕΧΝΟΛ. που διαθέτει σύστημα ομοιόμορφης κυκλοφορίας της θερμότητας. [< αγγλ. cyclothermic oven]
27011κυκλοθυμίακυ-κλο-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συχνές συναισθηματικές μεταπτώσεις. Βλ. αμφι-, βαρυ-, ευ-θυμία, σκαμπανέβασμα. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή περιόδων ευφορίας και κατάθλιψης (απάθειας, μελαγχολίας). Βλ. δυσθυμία, μανιοκατάθλιψη. [< γερμ. Zyklothymie, 1882, γαλλ. cyclothymie, 1897, αγγλ. cyclothymia]
27012κυκλοθυμικός, ή, ό κυ-κλο-θυ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κυκλοθυμία: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: διάθεση/συμπεριφορά (: με διακυμάνσεις). ~ές: αντιδράσεις/μεταπτώσεις/τάσεις. ~ά και νευρικά άτομα. (ως ουσ., προφ.) Με πιάνουν τα ~ά μου.|| (μτφ.) ~ός: καιρός (: με έντονες εναλλαγές).|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: διαταραχή (βλ. διπολική). ● Ουσ.: κυκλοθυμικός, κυκλοθυμική (ο/η): άτομο που εκδηλώνει συμπτώματα κυκλοθυμίας. [< γερμ. Zyklothyme] ● επίρρ.: κυκλοθυμικά [< γαλλ. cyclothimique, 1907, αγγλ. cyclothymic, 1923]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.