| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27013 | κυκλοποίηση | κυ-κλο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική αντίδραση που μετατρέπει μια άκυκλη ένωση σε κυκλική. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. cyclisation, 1898, αγγλ. cyclization, 1909] | |
| 27014 | κύκλος | κύ-κλος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. σχήμα που ορίζεται από κλειστή, καμπύλη γραμμή της οποίας όλα τα σημεία έχουν την ίδια απόσταση από ένα σταθερό σημείο, το κέντρο του: εγγεγραμμένος/περιγεγραμμένος/τριγωνομετρικός ~. Ακτίνα/διάμετρος/εμβαδόν/περίμετρος/περιφέρεια/τόξο/χορδή ~ου. Ορθογώνιοι ~οι. Ευθεία που εφάπτεται στον/τέμνει τον ~ο. Έκανε/σχεδίασε/χάραξε έναν τέλειο ~ο με τον διαβήτη.|| Σημειώστε με ~ο (= κυκλώστε) τη σωστή απάντηση. 2. (κατ' επέκτ.) ό,τι έχει κυκλικό σχήμα: μαύροι ~οι γύρω/κάτω από τα μάτια (: μελανά σημάδια λόγω αϋπνίας, κούρασης· σακούλες). Ο τσάμικος χορεύεται σε ~ο. Οι ομάδες σχημάτισαν ~ο. Τα παιδιά κάθονται σε ~ο. Βλ. ημικύκλιο.|| Ολυμπιακοί ~οι (: οι πέντε διαφορετικού χρώματος ~οι που συμβολίζουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Βλ. δακτύλιος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Μέγιστοι ~οι της ουράνιας σφαίρας (: οι νοητοί ~οι που διέρχονται από τους πόλους της). Βλ. ουράνιος μεσημβρινός.|| (για κίνηση, πορεία, τροχιά) Ο ~ του ρολογιού (βλ. ώρα). Το αεροπλάνο έκανε ~ους πάνω από τον διάδρομο προσγείωσης. Η Σελήνη διαγράφει έναν (πλήρη) ~ο γύρω από τη Γη. Βλ. δίσκος. 3. για φαινόμενα, καταστάσεις, γεγονότα που παρουσιάζουν περιοδικότητα· η διάρκειά τους: ο ~ των εποχών (βλ. έτος).|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αναπαραγωγικός ~ (συνήθ. ζώων). Ο ~ του ύπνου στα νεογέννητα είναι σύντομος. Ο ορμονικός ~. (ειδικότ., εμμηνόρροια, περίοδος) Ο ~ μου είναι κάθε είκοσι οκτώ/τριάντα μέρες. Έχω άστατο (βλ. καθυστέρηση)/σταθερό ~ο.|| Η ίωση θα κάνει τον ~ο της και σύντομα θα γίνεις καλά.|| Η ιστορία κάνει ~ους (: επαναλαμβάνεται). Έκλεισε οριστικά/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται ο ~ βίας και αίματος. Πβ. ανακύκληση.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Αστικός/μικτός/συνδυασμένος ~ (κατανάλωσης καυσίμου) ... λίτρα ανά 100 χλμ.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ημερήσιος λειτουργικός ~. Εβδομαδιαίος ~ των Ακολουθιών.|| (ΟΙΚΟΝ.) Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οι.|| Βλ. μεγάκυκλοι. 4. σύνολο δραστηριοτήτων ή έργων, κυρ. πνευματικού, καλλιτεχνικού χαρακτήρα, που σχετίζονται με ορισμένο θέμα ή πεδίο: νέος ~ διαλόγου (για την παιδεία)/επισκέψεων (του πρωθυπουργού στην Ευρώπη)/προβολών/συναντήσεων/συναυλιών (του συγκροτήματος)/συνομιλιών (πβ. γύρος). Εγκαινιάζεται ο εκπαιδευτικός/θεματικός ~ ... Η έναρξη του ~ου (= της σειράς) μαθημάτων θα γίνει στις ... του μηνός. Άρχισε/ξεκίνησε/ολοκληρώθηκε/πραγματοποιείται/συνεχίζεται ο (εισαγωγικός/πρώτος/τελευταίος) ~ διαλέξεων/ομιλιών/σεμιναρίων με θέμα ...|| (ΜΟΥΣ.) ~ τραγουδιών για πιάνο και φωνή. Το έργο ανήκει στον ~ο των κουαρτέτων για κρουστά.|| (ειδικότ. σε εκπαιδευτικά ιδρύματα) Βασικός/(μετα/προ)πτυχιακός/τετραετής ~ σπουδών. Έγινε δεκτός/εγγράφηκε/φοιτά στον επόμενο ~ο (βλ. εξάμηνο, έτος).|| (ΤΗΛΕΟΡ.) Νέος ~ επεισοδίων.|| Κάτι (δεν) εμπίπτει/εντάσσεται στον ~ο των ενδιαφερόντων/καθηκόντων της. Πβ. εύρος, σφαίρα, φάσμα.|| (ΦΙΛΟΛ., έμμετρες ή πεζές αφηγήσεις που αφορούν συγκεκριμένο ήρωα, μύθο) Ακριτικός/αργοναυτικός/τρωικός ~. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ομάδα ατόμων που συνδέονται με συγγενική, φιλική, επαγγελματική ή άλλου είδους κοινωνική σχέση· περιβάλλον, περίγυρος: Ο γάμος έγινε σε κλειστό/στενό οικογενειακό και φιλικό ~ο. Έχει μεγάλο ~ο (: γνωρίζει πολύ κόσμο). Με το διαδίκτυο μπορεί να διευρύνει τον ~ο των γνωριμιών του. Είναι ιδιαίτερα γνωστή στους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς ~ους. Σύμφωνα με (έγκυρους) εισαγγελικούς/εκκλησιαστικούς/κυβερνητικούς/οικονομικούς ~ους ... Ακαδημαϊκοί/διπλωματικοί/εκπαιδευτικοί/νομικοί/στρατιωτικοί/τραπεζικοί ~οι κάνουν λόγο για ... ~οι της αντιπολίτευσης/του υπουργείου αναμένουν/αναφέρουν/δηλώνουν/επιμένουν/θεωρούν/σχολιάζουν/υποστηρίζουν ότι ...|| (για ανώτερη συνήθ. κοινωνική τάξη) Δεν ανήκει/προσπαθεί να μπει στον ~ο μας. Κάνει παρέα μόνο με άτομα του ~ου της. Βλ. κλίκα, σινάφι, φάρα, φατρία. 6. φυσική διαδικασία ή φαινόμενο αποτελούμενο από διαδοχικές φάσεις που ολοκληρώνονται επιστρέφοντας στην αρχική κατάσταση και επαναλαμβάνονται συνέχεια: (ΓΕΩΧ.) ο ~ του αζώτου/άνθρακα/θείου/νερού (= υδρολογικός ~)/οξυγόνου/φωσφόρου. Ο ~ της ύλης.|| Αναπνευστικός (βλ. εισπνοή, εκπνοή)/καρδιακός (βλ. συστολή, διαστολή) ~. 7. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια περίοδος, πρόταση ή ένας στίχος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση. ● Υποκ.: κυκλάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός κύκλος: ΒΙΟΛ. τα στάδια από τα οποία περνά ένας ζωικός ή φυτικός οργανισμός μέχρι τον θάνατο (π.χ. γέννηση, ανάπτυξη): Ο ~ ~ του παρασίτου διαρκεί από τέσσερις ως σαράντα μέρες. [< αγγλ. biological cycle] , δημοσιογραφικοί κύκλοι: όρος που χρησιμοποιείται για να αποφύγει κάποιος να κατονομάσει τη δημοσιογραφική πηγή πληροφόρησης: Όπως εκτιμούν ~ ~ ..., έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος & ο κύκλος (της γυναίκας): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυκλική μεταβολή των ορμονών του φύλου κατά την αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας και συνήθ. διαρκεί είκοσι οκτώ μέρες: φυσιολογικός ~ ~. Ανωμαλίες/διαταραχές/ρύθμιση του ~ού ~ου. Βλ. οιστρογόνα, προγεστερόνη, ωορρηξία., κύκλος επαφών: σειρά συναντήσεων, συνομιλιών ή δραστηριοτήτων: ευρύς ~ ~. Αρχίζει νέος ~ ~ με τους επιστημονικούς φορείς. Ολοκληρώθηκε ο (πρώτος) ~ ~ του ..., κύκλος εργασιών: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εσόδων, πωλήσεων επιχείρησης σε ορισμένη χρονική περίοδο: αύξηση/ενίσχυση/μείωση/πτώση του ετήσιου ~ου ~. Η εταιρεία διευρύνει τον ~ο ~ της. Ο ενοποιημένος ~ ~ του ομίλου για την τριμηνία ανήλθε στα ... εκατομμύρια ευρώ/σημείωσε άνοδο ... %/υποχώρησε κατά ... %. Πβ. τζίρος.|| (παλαιότ.) Φόρος ~ου ~. Πβ. ΦΠΑ., κύκλος ζωής 1. τα στάδια από την παραγωγή ενός προϊόντος μέχρι το τέλος της χρησιμότητάς του: ο ~ ~ επιχειρησιακού προγράμματος/λογισμικού/συστήματος. Ανάλυση ~ου ~ (: εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων προϊόντος, διεργασίας ή δραστηριότητας). Οχήματα τέλους ~ου ~ (: αυτά που τίθενται εκτός κυκλοφορίας). 2. & ο κύκλος της ζωής: η πορεία ενός οργανισμού από τη γέννηση ως τον θάνατο. [< αγγλ. life cycle] , κύκλος ποιότητας: ομάδα υπαλλήλων εταιρείας που συνήθ. εθελοντικά πραγματοποιούν τακτικές συναντήσεις με σκοπό την επίλυση προβλημάτων ποιότητας και τη βελτίωση της απόδοσης των ίδιων και των συναδέλφων τους. [< αγγλ. quality circle, 1980] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, βιογεωχημικός κύκλος βλ. βιογεωχημικός, έγκυροι κύκλοι βλ. έγκυρος, έκκεντροι κύκλοι βλ. έκκεντρος, επικός κύκλος βλ. επικός, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ηλιακός κύκλος βλ. ηλιακός, θερμοδυναμικός κύκλος βλ. θερμοδυναμικός, θηβαϊκός κύκλος βλ. θηβαϊκός, κατακόρυφος κύκλος βλ. κατακόρυφος, κύκλος (του) αίματος βλ. αίμα, οικονομικός κύκλος βλ. οικονομικός, ομόκεντροι κύκλοι βλ. ομόκεντρος, παράλληλος (κύκλος) βλ. παράλληλος, σεληνιακός κύκλος/κύκλος του Μέτωνα βλ. σεληνιακός, τροπικός (κύκλος) βλ. τροπικός, ψυκτικός κύκλος βλ. ψυκτικός, ωριαίος κύκλος βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: κύκλοι (ανά δευτερόλεπτο): ΦΥΣ. (στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων) μονάδα μέτρησης της συχνότητας: Το ανθρώπινο αυτί αντιλαμβάνεται ήχους από 20 ως 20.000 ~ους ~. ΣΥΝ. χερτζ, του κύκλου τα γυρίσματα (προφ.): για να δηλωθεί το ευμετάβλητο της ζωής, της τύχης. Πβ. έχει ο καιρός γυρίσματα., ανοίγει ο κύκλος βλ. ανοίγω, κύκλος/γύρος συζητήσεων βλ. συζήτηση, μη μου τους κύκλους τάραττε! βλ. ταράζω, τετραγωνίζω τον κύκλο βλ. τετραγωνίζω, τετραγωνισμός του κύκλου βλ. τετραγωνισμός, φαύλος κύκλος βλ. φαύλος [< 1: αρχ. κύκλος 2,3,4,5,6: γαλλ. cycle, cercle, αγγλ. cycle, πβ. γερμ. Zyklus 7: μτγν. ~] | |
| 27016 | κυκλοσπορίνη | κυ-κλο-σπο-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. ισχυρό ανοσοκατασταλτικό φάρμακο (σύμβ. C62H111N11O12) που χορηγείται σε μεταμοσχευμένους ασθενείς για την πρόληψη της απόρριψης του μοσχεύματος. Βλ. -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. cyclosporine, 1976] | |
| 27017 | κυκλοτερής | , ής, ές κυ-κλο-τε-ρής επίθ. {κυκλοτερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): κυκλικός, στρογγυλός: ~ής: κίνηση. Σε ~ή διάταξη. Βλ. κυκλο-, σπειρο-ειδής.|| (ΑΝΑΤ.) ~είς: μυϊκές ίνες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: εγκαύματα (των άκρων).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~είς: τάφοι. ~είς: εκκλησίες. ● επίρρ.: κυκλοτερώς [-ῶς] [< αρχ. κυκλοτερής, γαλλ. circulaire] | |
| 27018 | κύκλοτρο | κύ-κλο-τρο ουσ. (ουδ.) {κυκλότρου} & (σπάν.) κύκλοτρον: ΦΥΣ. κυκλικός επιταχυντής σωματιδίων. Βλ. σύγχροτρο, -τρο. [< αγγλ. cyclotron, 1935, γαλλ. ~, 1936] | |
| 27019 | κυκλοφόρηση | κυ-κλο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): κυκλοφορία. | |
| 27020 | κυκλοφορητής | κυ-κλο-φο-ρη-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. αντλία κυκλοφορίας του νερού ή του αέρα σε δίκτυο σωληνώσεων: ο ~ του καλοριφέρ (: για τη μεταφορά του νερού από τον λέβητα στα θερμαντικά σώματα). [< αγγλ. circulator] | |
| 27021 | κυκλοφορία | κυ-κλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων: απρόσκοπτη/αυξημένη/διαμπερής/θαλάσσια/οδική/ομαλή ~. Απαγόρευση/αποσυμφόρηση/έλεγχος/περιορισμός/η ροή της ~ας. ~ αεροπλάνων/αυτοκινήτων/πεζών/πλοίων/σκαφών. Άδεια/τέλη ~ας. Εκ περιτροπής ~ (πβ. δακτύλιος). Προβλήματα στην ~. Κατεύθυνση/λωρίδες ~ας. Αποκαταστάθηκε/διεκόπη/παρακωλύεται η ~. Η ~ ρυθμίζεται από τροχονόμο/με φωτεινούς σηματοδότες. Ο δρόμος θα δοθεί στην ~ (: θα επιτραπεί η ~). Πβ. κίνηση. Βλ. κυκλοφοριακό, μποτιλιάρισμα. 2. διάθεση αγαθών, προϊόντων στην αγορά· (συνεκδ. κυρ. στον πληθ.) προϊόν που διατίθεται προς πώληση: Τα τραπεζογραμμάτια ευρώ βρίσκονται σε ~ (= κυκλοφορούν) από την 1η Ιανουαρίου 2002. Αποσύρθηκαν από την ~ ... χιλιάδες πλαστά χαρτονομίσματα. (ΟΙΚΟΝ.) Νομίσματα με νόμιμη ~. Ετήσια/μέση/μηνιαία ~ ενός περιοδικού (: ο αριθμός των τευχών που αγοράστηκαν). Έντυπη/ηλεκτρονική ~ (= έκδοση) ενός βιβλίου. Η επίσημη ~ του ντιβιντί. Το πρώτο σε ~ (= πωλήσεις) μοντέλο αυτοκινήτου. Εφημερίδα ευρείας ~ας.|| Ελληνικές/ξένες/τελευταίες μουσικές ~ες (: σιντί). Νέα/συλλεκτική ~ από τις εκδόσεις ... (: έντυπο, βιβλίο). 3. (κατ' επέκτ.) διάδοση: ελεύθερη ~ της γνώσης/των δεδομένων/ιδεών/πληροφοριών. Βλ. απόκρυψη. 4. ροή, κίνηση υγρών ή αερίων: υπόγεια ~ των υδάτων. Καλή ~ του αέρα (πβ. αερισμός). Βλ. ανα~.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αγγειακή/αρτηριακή/φλεβική ~. (στα φυτά) ~ των χυμών. Βλ. μικρο~, -φορία. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη κυκλοφορία: ανεμπόδιστη διακίνηση: ~ ~ εμπορευμάτων/εργαζομένων/κεφαλαίων/προϊόντων/προσώπων/υπηρεσιών. Κάρτα ~ης ~ας., κυκλοφορία της ατμόσφαιρας & ατμοσφαιρική κυκλοφορία: ΜΕΤΕΩΡ. οι κινήσεις μεγάλων αέριων μαζών στην ατμόσφαιρα. Βλ. υψηλό/χαμηλό βαρομετρικό. [< γαλλ. circulation de l'atmosphère] , κυκλοφορία του αίματος & (σπάν.) αιματική κυκλοφορία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η συνεχής κίνηση του αίματος από την καρδιά, μέσω των αρτηριών, στα διάφορα όργανα και η επιστροφή του σε αυτήν διαμέσου των φλεβών: μεγάλη ή γενική (: από και προς όλο τον οργανισμό)/μικρή ή πνευμονική (: από και προς τους πνεύμονες) ~ ~. Πβ. κυκλοφορικό σύστημα. Βλ. εμβολή, θρόμβωση, ντόπλερ. [< γαλλ. la circulation du sang/sanguine] , ανάσχεση της κυκλοφορίας βλ. ανάσχεση, αριθμός κυκλοφορίας βλ. αριθμός, ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας βλ. ελεγκτής, εναέρια κυκλοφορία βλ. εναέριος, εξωσωματική κυκλοφορία βλ. εξωσωματικός, κάμερες διαχείρισης (της) κυκλοφορίας βλ. κάμερα, Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας βλ. κώδικας, οδός/δρόμος ταχείας κυκλοφορίας βλ. οδός, παράπλευρη κυκλοφορία βλ. παράπλευρος, πινακίδες κυκλοφορίας βλ. πινακίδα ● ΦΡ.: θέτω σε κυκλοφορία: προωθώ στην αγορά, ξεκινώ να πουλώ: Η εταιρεία έθεσε ~ ~ το νέο μοντέλο. Τα εισιτήρια του αγώνα έχουν ήδη τεθεί ~ ~. [< γαλλ. m ettre en circulation] [< αρχ. κυκλοφορία 'κυκλική κίνηση', γαλλ. circulation] | |
| 27022 | κυκλοφοριακός | , ή, ό κυ-κλο-φο-ρι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κυκλοφορία οχημάτων: ~ός: άξονας (: κεντρικός δρόμος)/θόρυβος/κόμβος/σχεδιασμός/χάρτης. ~ή: αποσυμφόρηση/αρτηρία (: οδική)/ασφάλεια/διαχείριση/επιβάρυνση/κίνηση/μελέτη/ροή/σύνδεση/υποδομή. ~ό: δίκτυο. ~ές: παρεμβάσεις/ρυθμίσεις/συνθήκες. 2. που αφορά στη διακίνηση προϊόντων: Το περιοδικό/σιντί σημείωσε σημαντική ~ή επιτυχία. Βλ. εμπορικός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή ταχύτητα αποθεμάτων. 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυκλοφορία του αίματος: ~ή: ανεπάρκεια. ~ό: σύστημα (: ορθότ. κυκλοφορικό). ● Ουσ.: κυκλοφοριακό (το) & κυκλοφοριακό πρόβλημα: που προκαλείται από τη μετακίνηση πολλών οχημάτων στο οδικό δίκτυο μιας πόλης. Βλ. κίνηση, μποτιλιάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακή συμφόρηση & κυκλοφοριακό έμφραγμα/κομφούζιο/χάος (μτφ.): μεγάλης κλίμακας μποτιλιάρισμα που γίνεται συνήθ. σε κεντρικές λεωφόρους μιας πόλης: ~ ~ λόγω έργων. Επικρατεί ~ό χάος στο κέντρο της ..., κυκλοφοριακή αγωγή βλ. αγωγή, κυκλοφοριακός φόρτος βλ. φόρτος | |
| 27023 | κυκλοφορικός | , ή, ό κυ-κλο-φο-ρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην κυκλοφορία του αίματος ή στο κυκλοφορικό σύστημα: ~ή: ανεπάρκεια/αστάθεια/δράση/επιβάρυνση/καταπληξία. ~ές: δυσλειτουργίες/επιπλοκές. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφορικό σύστημα & κυκλοφορικό (το): το σύνολο των ιστών και οργάνων (καρδιά, αιμοφόρα αγγεία, λεμφαγγεία) μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η κυκλοφορία του αίματος και της λέμφου στον οργανισμό: ανοιχτό (: στα ασπόνδυλα)/κλειστό (: στα σπονδυλωτά)/κεντρικό ~ ~. [< μτγν. κυκλοφορικός ‘κυκλικός’, γαλλ. circulatoire] | |
| 27024 | κυκλοφορώ | [κυκλοφορῶ] κυ-κλο-φο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυκλοφορ-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα, -ούν | κυκλοφόρ-ησα, -ήσει, (σπάν.) -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. μετακινούμαι: (για οχήματα και πεζούς) Υβριδικά αυτοκίνητα ~ούν στους δρόμους της πρωτεύουσας. Φοβάται να ~ήσει το βράδυ μόνη (πβ. περιφέρομαι, περπατώ, σεργιανίζω, τριγυρνώ). ~εί με μηχανή. ~εί (= οδηγεί) με ξένες πινακίδες.|| Οι ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να ~ούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών-μελών.|| (ΙΑΤΡ.) ~ούντα: αντισώματα/κύτταρα. Ο όγκος του ~ούντος αίματος.|| (προφ.) Με αυτά που φοράς πώς να σε ~ήσω (: πώς να σε βγάλω έξω, συνοδεύσω); Δεν έχω κανέναν να με ~ήσει στην πόλη (: να με γυρίσει, ξεναγήσει). Στο σπίτι ~ με τις πιτζάμες. 2. διαθέτω στην αγορά ή εκδίδω: Σε λίγες μέρες η εταιρεία ~εί τη νέα δισκογραφική δουλειά του καλλιτέχνη. Το κύκλωμα ~ούσε στη χώρα πλαστά χαρτονομίσματα. Το βιβλίο ~είται (συχνότ. ~εί) από τις εκδόσεις ... Βλ. επανα~, ξανα~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ούν: ενεργητικό/κεφάλαιο. ~ούντα: περιουσιακά στοιχεία/τραπεζογραμμάτια. Βλ. -φορώ. ● κυκλοφορεί 1. διατίθεται στην αγορά ή εκδίδεται: Προϊόντα που ~ούν στο εμπόριο/στα καταστήματα. ~ησε το νέο τεύχος του περιοδικού. Σύντομα θα ~ήσει το εμβόλιο κατά ... (ειδικότ.) Όταν ~ χρήμα, ανεβαίνουν και οι τιμές.|| Τα πρακτικά της ημερίδας ~ησαν πρόσφατα (= δημοσιεύτηκαν). 2. διαδίδεται: Ήδη ~ούν (= ακούγονται) πληροφορίες/φήμες για .../ότι ... Κείμενο που ~ ευρύτατα στο διαδίκτυο. Η είδηση ~ησε αστραπιαία.|| (προφ.) Ό,τι σου είπα μην το ~ήσεις (= πεις) παραέξω.|| (κατ' επέκτ.) ~ γρίπη. ~ούν ιώσεις (: μεταδίδονται, σέρνονται). 3. για υγρό ή αέριο που κινείται: Το αίμα ~ (= ρέει, τρέχει) μέσω των αιμοφόρων αγγείων. ● ΦΡ.: τι κυκλοφορεί στον κόσμο! (ειρων.): για να δηλωθεί έκπληξη, συνήθ. αρνητική, σε ασυνήθιστο ή αλλοπρόσαλλο θέαμα. [< αρχ. κυκλοφορῶ ‘κινώ κυκλικά, περιφέρομαι’, γαλλ. circuler, αγγλ. circulate] | |
| 27025 | κύκλω | [κύκλῳ] κύ-κλω επίρρ. (+ γεν.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): γύρω-γύρω, κυκλικά: ~ της αυλής/του μνημείου. ΣΥΝ. κύκλωθεν [< αρχ. κύκλῳ] | |
| 27026 | κύκλωθεν | κύ-κλω-θεν επίρρ. (+ γεν.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): κύκλω: περιφορά του Επιταφίου ~ του Ιερού Ναού. Βλ. -θεν. [< μτγν. κύκλωθεν] | |
| 27027 | κύκλωμα | κύ-κλω-μα ουσ. (ουδ.) {κυκλώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΗΛΕΚΤΡ. σύνολο ενεργητικών και παθητικών στοιχείων που συνδέονται μεταξύ τους με έναν ή περισσότερους αγωγούς και είναι δυνατόν να διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα: (μη) γραμμικό/εξωτερικό/εσωτερικό/ηλεκτρικό/μαγνητικό (: κλειστή διαδρομή που περικλείει τμήμα μαγνητικού πεδίου, συγκεκριμένης μαγνητικής ροής)/οπτικό/τριφασικό ~. ~ εναλλασσόμενου/συνεχούς ρεύματος. ~ατα σε παραλληλία/σε σειρά ή μικτά. Ηλεκτρονικά/τηλεφωνικά/υδραυλικά ~ατα. (Ενσωματωμένο) ~ ελέγχου/ήχου. ~ ψύξης. Το ~ του ενισχυτή/του λέβητα. Βλ. βραχυ~, μικρο~. 2. (μτφ.) κλειστή ομάδα ατόμων, με κοινές επιδιώξεις και συμφέροντα, που συνήθ. δρα παράνομα με σκοπό το οικονομικό όφελος: διεθνή/εγχώρια/ύποπτα ~ατα. ~ατα διαφθοράς. ~ατα της νύχτας. Οργανωμένο ~ αρχαιοκαπηλίας/κερδοσκοπίας/πλαστογραφίας. Εξαρθρώθηκε/ξεσκεπάστηκε (εγκληματικό) ~ διακίνησης ναρκωτικών/εμπορίας οργάνων. Πβ. δίκτυο, σπείρα, συμμορία.|| Είναι γνωστός στα καλλιτεχνικά ~ατα της πατρίδας του. 3. (μτφ.) το σύνολο των εμπλεκομένων στη διαδικασία παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης ενός αγαθού: τουριστικό ~. ~ εμπορίας (ελαιόλαδου)/καυσίμων/προμηθευτών (εταιρείας). 4. (σπάν.) περικύκλωση. ● ΣΥΜΠΛ.: λογικό κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που εκτελεί λογική πράξη ή συνάρτηση. [< αγγλ. logic circuit] , ολοκληρωμένο κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που αποτελείται κυρ. από ημιαγώγιμα και παθητικά στοιχεία, τα οποία έχουν κατασκευαστεί στην επιφάνεια ενός ημιαγώγιμου υλικού: αναλογικό/ψηφιακό ~ ~. ~ ~ μνήμης. Πβ. τσιπ. [< αγγλ. integrated circuit, 1959] , τυπωμένο κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. του οποίου τα εξαρτήματα τοποθετούνται σε μονωτική πλάκα και δεν συνδέονται μεταξύ τους με συρμάτινους αγωγούς, αλλά με αγωγούς από λεπτά φύλλα χαλκού. Βλ. μικροτσίπ. [< αγγλ. printed circuit, 1946] , ακολουθιακό κύκλωμα βλ. ακολουθιακός, ανοιχτό κύκλωμα βλ. ανοιχτός, κλειστό κύκλωμα βλ. κλειστός [< αρχ. κύκλωμα 1: γαλλ. circuit 2,3: αγγλ. ring] | |
| 27028 | κυκλώνας | κυ-κλώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. σφοδρή ανεμοθύελλα και ειδικότ. σύστημα ανέμων με ατμοσφαιρική πίεση χαμηλότερη σε σχέση με τη γύρω περιοχή, οι οποίοι κινούνται ελικοειδώς (με δεξιόστροφη φορά στο Νότιο ημισφαίριο και αριστερόστροφη στο Βόρειο): μεσογειακός/τροπικός ~ (= τυφώνας).|| Ο καταστροφικός/φονικός ~. Βλ. ανεμοστρόβιλος, μετεωρολογική βόμβα. ΣΥΝ. χαμηλό βαρομετρικό (1) ΑΝΤ. αντικυκλώνας 2. (μτφ.) αναστάτωση, αναταραχή: πολιτικός ~. Πβ. λαίλαπα. ΣΥΝ. τυφώνας (2) 3. ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενο σύστημα καθαρισμού, το οποίο χρησιμοποιεί τη φυγόκεντρο δύναμη, προκειμένου να επιτευχθεί ο διαχωρισμός συνήθ. σωματιδίων από αέριο. Βλ. πλυντρίδα, τουρμπίνα. ● ΣΥΜΠΛ.: μάτι του κυκλώνα: ΜΕΤΕΩΡ. περιοχή απόλυτης νηνεμίας στο κέντρο τροπικού κυκλώνα. [< γαλλ. l'oeil du cyclone] ● ΦΡ.: στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα (μτφ.): στο επίκεντρο δυσμενούς, κρίσιμης ή δύσκολης κατάστασης. [< γαλλ. dans l'oeil du cyclone] [< γαλλ.-αγγλ. cyclone < αρχ. κύκλωμα ‘τροχός’] | |
| 27029 | κυκλωνικός | , ή, ό κυ-κλω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κυκλώνα: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ός: στρόβιλος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: λειτουργία/ροή (αέρα). [< γαλλ. cyclonique, αγγλ. cyclonic] | |
| 27030 | κυκλώνω | κυ-κλώ-νω ρ. (μτβ.) {κύκλω-σε, κυκλώ-σει, -θηκε, -μένος, κυκλών-οντας} 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} δημιουργώ κλοιό, περιβάλλω κάτι από όλες τις πλευρές: Η φωτιά ~σε/οι φλόγες ~σαν τα σπίτια. Ο στρατός ~θηκε από τις εχθρικές δυνάμεις. Οι ληστές βρέθηκαν ~μένοι από τους αστυνομικούς. Πβ. περικλείω.|| (μτφ.) Η ρύπανση μας ~ει από παντού. Βλ. ανα~, βραχυ~. ΣΥΝ. ζώνω (1), περιζώνω, περικυκλώνω 2. βάζω σε κύκλο: Κυκλώστε τη σωστή λέξη! Βλ. υπογραμμίζω. [< μεσν. κυκλώνω < αρχ. κυκλῶ] | |
| 27031 | κυκλώπειος | , α, ο κυ-κλώ-πει-ος επίθ. (μτφ.): γιγάντιος, τεράστιος, πελώριος. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλώπεια τείχη: ΑΡΧΑΙΟΛ. που έχουν οικοδομηθεί με μεγάλους και ακανόνιστους ογκόλιθους κυρ. για την οχύρωση των μυκηναϊκών κέντρων, τα οποία κατά τη μυθολογία ήταν έργο των Κυκλώπων. [< αρχ. Κυκλώπειος, γαλλ. cyclopéen, αγγλ. cyclopean] | |
| 27032 | κύκλωση | κύ-κλω-ση ουσ. (θηλ.): περικύκλωση: σχέδιο ~ης της περιοχής. Βλ. ανα~, βραχυ~. [< αρχ. κύκλωσις] | |
| 27033 | κυκλωτικός | , ή, ό κυ-κλω-τι-κός επίθ. 1. που περικυκλώνει, δημιουργεί κλοιό: (ως πολεμική τακτική:) ~ή κίνηση των εχθρικών δυνάμεων.|| Αλιεία με ~ό δίχτυ (: γρι-γρι). 2. (σπάν.) κυκλικός: ~ός: χορός. ● επίρρ.: κυκλωτικά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ