Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [27720-27740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
26995κύησηκύ-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εγκυμοσύνη: επαπειλούμενη/φυσιολογική ~. Ενδομήτρια ~. Σύλληψη, ~, τοκετός. Αυτόματη/εκούσια διακοπή της ~ης (πβ. αποβολή, έκτρωση). Τεστ ~ήσεως. Άδεια ~ης (: στην εργασία). Επιπλοκές κατά την ~. Βρίσκεται στον δεύτερο μήνα της ~ης. ~ήσεις υψηλού κινδύνου. Βλ. ψευδο~. ΣΥΝ. κυοφορία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: εξωμήτριος/εξωμήτρια κύηση βλ. εξωμήτριος, μύλη κύηση βλ. μύλη, παλίνδρομη κύηση βλ. παλίνδρομος, πολύδυμη κύηση βλ. πολύδυμος, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2, τοξιναιμία της κύησης βλ. τοξιναιμία [< αρχ. κύησις, γαλλ. gestation]
26996Κυθήριος, Κυθήριαβλ. Τσιριγώτης, Τσιριγώτισσα
26997κυκεώναςκυ-κε-ώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αρκετά περίπλοκη και μπερδεμένη κατάσταση, χαρακτηριζόμενη από ετερόκλιτα στοιχεία που δημιουργούν σύγχυση: νομικός ~. Ο ~ της γραφειοκρατίας. Έχουν μπλεχτεί σε ένα ~α αντιπαραθέσεων. Πβ. αναταραχή, αχταρμάς, χάος. 2. ΑΡΧ. τονωτικό ποτό των αρχαίων Ελλήνων από νερό, κρασί, κριθάλευρο και τριμμένο τυρί. [< αρχ. κυκεών]
26998κυκλ-βλ. κυκλο-
26999κυκλαδικός, ή, ό κυ-κλα-δι-κός επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με τα νησιά των Κυκλάδων κατά την Εποχή του Χαλκού και ειδικότ. κατά την Πρώιμη Εποχή (του Χαλκού): ~ός: πολιτισμός. ~ό: ειδώλιο. Μουσείο ~ής Τέχνης. Βλ. μεσο~, μινωικός, μυκηναϊκός, πρωτο~, υστερο~. 2. κυκλαδίτικος: ~ή: γη. ~ό: νησί/τοπίο. [< γερμ. Kykladen-, γαλλ. cycladique, αγγλ. cycladic, 1915]
27000Κυκλαδίτης, ΚυκλαδίτισσαΚυ-κλα-δί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τις Κυκλάδες.
27001κυκλαδίτικος, η, ο κυ-κλα-δί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τις Κυκλάδες ή/και τους Κυκλαδίτες. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. κυκλαδικός (2)
27002κυκλάμινοκυ-κλά-μι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες αυτοφυές φυτό της οικογένειας των πριμουλιδών (επιστ. ονομασ. Cyclamen Graecum, Cyclamen Repandum) με κόνδυλο στη ρίζα, σκούρα πράσινα φύλλα σε σχήμα καρδιάς και άνθη μοβ ή λευκορόδινα: ~ το ελληνικό. Βλ. γεώφυτα, σικλαμέν. ● Υποκ.: κυκλαμινάκι (το) [< μτγν. κυκλάμινος (ὁ, ἡ) > μεσν. κυκλάμινο(ν), γαλλ.-αγγλ. cyclamen]
27003κυκλικός, ή, ό κυ-κλι-κός επίθ. 1. που έχει σχήμα κύκλου: ~ός: κόμβος/χορός (βλ. αντικριστός)/χώρος. ~ή: διαδρομή/διάταξη (πβ. κυκλοτερής)/διατομή/κατασκευή/κίνηση/πορεία (ΑΝΤ. ευθύγραμμη). Βλ. δακτυλιοειδής, ημι~, στρογγυλός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: γράφος/δακτύλιος. ~ή: μετάθεση. ~ές: συναρτήσεις (= τριγωνομετρικές).|| (ΦΥΣ.) ~οί: επιταχυντές (= κύκλοτρα).|| (μτφ.) ~ό: επιχείρημα (= ~ συλλογισμός). Βλ. λήψη του ζητουμένου. 2. που επαναλαμβάνεται ανά τακτά και προβλέψιμα χρονικά διαστήματα· περιοδικός: ~ή: διαδικασία. ~ές: μεταβολές. (ΓΥΜΝ.) ~ή: προπόνηση. (ΦΥΣ.) ~ή: συχνότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: κρίση/οικονομία (ΑΝΤ. γραμμική). ~ές: διακυμάνσεις.|| Η ~ή αντίληψη της Ιστορίας (πβ. ανακύκληση). ΑΝΤ. γραμμικός. ● επίρρ.: κυκλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλική ένωση: ΧΗΜ. οργανική ένωση με μία ή περισσότερες κλειστές αλυσίδες (δακτυλίους) ατόμων. Βλ. ετερο-, πολυ-, τρι-κυκλικός, κυκλοποίηση. ΑΝΤ. αλειφατική/άκυκλη ένωση [< αγγλ. cyclic compound, 1923] , κυκλικά δίχτυα βλ. δίχτυ, κυκλική ανεργία βλ. ανεργία, κυκλική εργασία βλ. εργασία, κυκλική/προσωρινή μετανάστευση βλ. μετανάστευση, κυκλικός πληθωρισμός βλ. πληθωρισμός, κυλιόμενο ωράριο βλ. ωράριο [< αρχ. κυκλικός, γαλλ. cyclique, circulaire, αγγλ. cyclic(al), circular]
27004κυκλικότητακυ-κλι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. περιοδικότητα: η ~ της αγοράς/της ιστορίας (= ανακύκληση). Βλ. επαναληπτικ-, εποχικ-ότητα. 2. κυκλικό σχήμα. Βλ. στρογγυλ-, σφαιρικ-ότητα. [< γαλλ. circularité, cyclicité, αγγλ. cyclicity, 1944]
27005κύκλιος, α, ο κύ-κλι-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): κυκλικός: ~ος: χορός. ● Ουσ.: κύκλιο (το): ΕΚΚΛΗΣ. ο ημικυκλικός διάδρομος μπροστά από το σύνθρονο. [< αρχ. κύκλιος]
27006κυκλο-& κυκλ-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον κύκλο: κυκλο-ειδής/~τερής. Κυκλ-ικός.|| (στον δακτύλιο) Κυκλο-αλκάνια/~ποίηση.|| (στην περιοδική εναλλαγή) Κυκλο-θυμικός.
27007κυκλοαλκάνιακυ-κλο-αλ-κά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. οργανικές κορεσμένες κυκλικές ενώσεις (CnH2n), τα μόρια των οποίων σχηματίζουν δακτύλιο από άτομα άνθρακα. [< αγγλ. cycloalkanes, 1944, γαλλ. cycloalcanes]
27008κυκλοειδής, ής, ές κυ-κλο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που το σχήμα του μοιάζει με κύκλο: (ΦΥΣ.) ~ής: κίνηση/τροχιά.|| (ΓΕΩΜ.) ~ής: καμπύλη. Βλ. -ειδής, κυκλοτερής. [< μτγν. κυκλοειδής]
27009κυκλοεξάνιοκυ-κλο-ε-ξά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κυκλοαλκάνιο (C6H12) που βρίσκεται στο πετρέλαιο και χρησιμοποιείται ως διαλύτης κυρ. στις κόλλες. [< γαλλ.-αγγλ. cyclohexane]
27010κυκλοθερμικός, ή, ό κυ-κλο-θερ-μι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοθερμικός φούρνος: ΤΕΧΝΟΛ. που διαθέτει σύστημα ομοιόμορφης κυκλοφορίας της θερμότητας. [< αγγλ. cyclothermic oven]
27011κυκλοθυμίακυ-κλο-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συχνές συναισθηματικές μεταπτώσεις. Βλ. αμφι-, βαρυ-, ευ-θυμία, σκαμπανέβασμα. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή περιόδων ευφορίας και κατάθλιψης (απάθειας, μελαγχολίας). Βλ. δυσθυμία, μανιοκατάθλιψη. [< γερμ. Zyklothymie, 1882, γαλλ. cyclothymie, 1897, αγγλ. cyclothymia]
27012κυκλοθυμικός, ή, ό κυ-κλο-θυ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κυκλοθυμία: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: διάθεση/συμπεριφορά (: με διακυμάνσεις). ~ές: αντιδράσεις/μεταπτώσεις/τάσεις. ~ά και νευρικά άτομα. (ως ουσ., προφ.) Με πιάνουν τα ~ά μου.|| (μτφ.) ~ός: καιρός (: με έντονες εναλλαγές).|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: διαταραχή (βλ. διπολική). ● Ουσ.: κυκλοθυμικός, κυκλοθυμική (ο/η): άτομο που εκδηλώνει συμπτώματα κυκλοθυμίας. [< γερμ. Zyklothyme] ● επίρρ.: κυκλοθυμικά [< γαλλ. cyclothimique, 1907, αγγλ. cyclothymic, 1923]
27013κυκλοποίησηκυ-κλο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική αντίδραση που μετατρέπει μια άκυκλη ένωση σε κυκλική. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. cyclisation, 1898, αγγλ. cyclization, 1909]
27014κύκλοςκύ-κλος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. σχήμα που ορίζεται από κλειστή, καμπύλη γραμμή της οποίας όλα τα σημεία έχουν την ίδια απόσταση από ένα σταθερό σημείο, το κέντρο του: εγγεγραμμένος/περιγεγραμμένος/τριγωνομετρικός ~. Ακτίνα/διάμετρος/εμβαδόν/περίμετρος/περιφέρεια/τόξο/χορδή ~ου. Ορθογώνιοι ~οι. Ευθεία που εφάπτεται στον/τέμνει τον ~ο. Έκανε/σχεδίασε/χάραξε έναν τέλειο ~ο με τον διαβήτη.|| Σημειώστε με ~ο (= κυκλώστε) τη σωστή απάντηση. 2. (κατ' επέκτ.) ό,τι έχει κυκλικό σχήμα: μαύροι ~οι γύρω/κάτω από τα μάτια (: μελανά σημάδια λόγω αϋπνίας, κούρασης· σακούλες). Ο τσάμικος χορεύεται σε ~ο. Οι ομάδες σχημάτισαν ~ο. Τα παιδιά κάθονται σε ~ο. Βλ. ημικύκλιο.|| Ολυμπιακοί ~οι (: οι πέντε διαφορετικού χρώματος ~οι που συμβολίζουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Βλ. δακτύλιος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Μέγιστοι ~οι της ουράνιας σφαίρας (: οι νοητοί ~οι που διέρχονται από τους πόλους της). Βλ. ουράνιος μεσημβρινός.|| (για κίνηση, πορεία, τροχιά) Ο ~ του ρολογιού (βλ. ώρα). Το αεροπλάνο έκανε ~ους πάνω από τον διάδρομο προσγείωσης. Η Σελήνη διαγράφει έναν (πλήρη) ~ο γύρω από τη Γη. Βλ. δίσκος. 3. για φαινόμενα, καταστάσεις, γεγονότα που παρουσιάζουν περιοδικότητα· η διάρκειά τους: ο ~ των εποχών (βλ. έτος).|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αναπαραγωγικός ~ (συνήθ. ζώων). Ο ~ του ύπνου στα νεογέννητα είναι σύντομος. Ο ορμονικός ~. (ειδικότ., εμμηνόρροια, περίοδος) Ο ~ μου είναι κάθε είκοσι οκτώ/τριάντα μέρες. Έχω άστατο (βλ. καθυστέρηση)/σταθερό ~ο.|| Η ίωση θα κάνει τον ~ο της και σύντομα θα γίνεις καλά.|| Η ιστορία κάνει ~ους (: επαναλαμβάνεται). Έκλεισε οριστικά/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται ο ~ βίας και αίματος. Πβ. ανακύκληση.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Αστικός/μικτός/συνδυασμένος ~ (κατανάλωσης καυσίμου) ... λίτρα ανά 100 χλμ.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ημερήσιος λειτουργικός ~. Εβδομαδιαίος ~ των Ακολουθιών.|| (ΟΙΚΟΝ.) Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οι.|| Βλ. μεγάκυκλοι. 4. σύνολο δραστηριοτήτων ή έργων, κυρ. πνευματικού, καλλιτεχνικού χαρακτήρα, που σχετίζονται με ορισμένο θέμα ή πεδίο: νέος ~ διαλόγου (για την παιδεία)/επισκέψεων (του πρωθυπουργού στην Ευρώπη)/προβολών/συναντήσεων/συναυλιών (του συγκροτήματος)/συνομιλιών (πβ. γύρος). Εγκαινιάζεται ο εκπαιδευτικός/θεματικός ~ ... Η έναρξη του ~ου (= της σειράς) μαθημάτων θα γίνει στις ... του μηνός. Άρχισε/ξεκίνησε/ολοκληρώθηκε/πραγματοποιείται/συνεχίζεται ο (εισαγωγικός/πρώτος/τελευταίος) ~ διαλέξεων/ομιλιών/σεμιναρίων με θέμα ...|| (ΜΟΥΣ.) ~ τραγουδιών για πιάνο και φωνή. Το έργο ανήκει στον ~ο των κουαρτέτων για κρουστά.|| (ειδικότ. σε εκπαιδευτικά ιδρύματα) Βασικός/(μετα/προ)πτυχιακός/τετραετής ~ σπουδών. Έγινε δεκτός/εγγράφηκε/φοιτά στον επόμενο ~ο (βλ. εξάμηνο, έτος).|| (ΤΗΛΕΟΡ.) Νέος ~ επεισοδίων.|| Κάτι (δεν) εμπίπτει/εντάσσεται στον ~ο των ενδιαφερόντων/καθηκόντων της. Πβ. εύρος, σφαίρα, φάσμα.|| (ΦΙΛΟΛ., έμμετρες ή πεζές αφηγήσεις που αφορούν συγκεκριμένο ήρωα, μύθο) Ακριτικός/αργοναυτικός/τρωικός ~. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ομάδα ατόμων που συνδέονται με συγγενική, φιλική, επαγγελματική ή άλλου είδους κοινωνική σχέση· περιβάλλον, περίγυρος: Ο γάμος έγινε σε κλειστό/στενό οικογενειακό και φιλικό ~ο. Έχει μεγάλο ~ο (: γνωρίζει πολύ κόσμο). Με το διαδίκτυο μπορεί να διευρύνει τον ~ο των γνωριμιών του. Είναι ιδιαίτερα γνωστή στους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς ~ους. Σύμφωνα με (έγκυρους) εισαγγελικούς/εκκλησιαστικούς/κυβερνητικούς/οικονομικούς ~ους ... Ακαδημαϊκοί/διπλωματικοί/εκπαιδευτικοί/νομικοί/στρατιωτικοί/τραπεζικοί ~οι κάνουν λόγο για ... ~οι της αντιπολίτευσης/του υπουργείου αναμένουν/αναφέρουν/δηλώνουν/επιμένουν/θεωρούν/σχολιάζουν/υποστηρίζουν ότι ...|| (για ανώτερη συνήθ. κοινωνική τάξη) Δεν ανήκει/προσπαθεί να μπει στον ~ο μας. Κάνει παρέα μόνο με άτομα του ~ου της. Βλ. κλίκα, σινάφι, φάρα, φατρία. 6. φυσική διαδικασία ή φαινόμενο αποτελούμενο από διαδοχικές φάσεις που ολοκληρώνονται επιστρέφοντας στην αρχική κατάσταση και επαναλαμβάνονται συνέχεια: (ΓΕΩΧ.) ο ~ του αζώτου/άνθρακα/θείου/νερού (= υδρολογικός ~)/οξυγόνου/φωσφόρου. Ο ~ της ύλης.|| Αναπνευστικός (βλ. εισπνοή, εκπνοή)/καρδιακός (βλ. συστολή, διαστολή) ~. 7. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια περίοδος, πρόταση ή ένας στίχος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση. ● Υποκ.: κυκλάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός κύκλος: ΒΙΟΛ. τα στάδια από τα οποία περνά ένας ζωικός ή φυτικός οργανισμός μέχρι τον θάνατο (π.χ. γέννηση, ανάπτυξη): Ο ~ ~ του παρασίτου διαρκεί από τέσσερις ως σαράντα μέρες. [< αγγλ. biological cycle] , δημοσιογραφικοί κύκλοι: όρος που χρησιμοποιείται για να αποφύγει κάποιος να κατονομάσει τη δημοσιογραφική πηγή πληροφόρησης: Όπως εκτιμούν ~ ~ ..., έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος & ο κύκλος (της γυναίκας): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυκλική μεταβολή των ορμονών του φύλου κατά την αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας και συνήθ. διαρκεί είκοσι οκτώ μέρες: φυσιολογικός ~ ~. Ανωμαλίες/διαταραχές/ρύθμιση του ~ού ~ου. Βλ. οιστρογόνα, προγεστερόνη, ωορρηξία., κύκλος επαφών: σειρά συναντήσεων, συνομιλιών ή δραστηριοτήτων: ευρύς ~ ~. Αρχίζει νέος ~ ~ με τους επιστημονικούς φορείς. Ολοκληρώθηκε ο (πρώτος) ~ ~ του ..., κύκλος εργασιών: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εσόδων, πωλήσεων επιχείρησης σε ορισμένη χρονική περίοδο: αύξηση/ενίσχυση/μείωση/πτώση του ετήσιου ~ου ~. Η εταιρεία διευρύνει τον ~ο ~ της. Ο ενοποιημένος ~ ~ του ομίλου για την τριμηνία ανήλθε στα ... εκατομμύρια ευρώ/σημείωσε άνοδο ... %/υποχώρησε κατά ... %. Πβ. τζίρος.|| (παλαιότ.) Φόρος ~ου ~. Πβ. ΦΠΑ., κύκλος ζωής 1. τα στάδια από την παραγωγή ενός προϊόντος μέχρι το τέλος της χρησιμότητάς του: ο ~ ~ επιχειρησιακού προγράμματος/λογισμικού/συστήματος. Ανάλυση ~ου ~ (: εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων προϊόντος, διεργασίας ή δραστηριότητας). Οχήματα τέλους ~ου ~ (: αυτά που τίθενται εκτός κυκλοφορίας). 2. & ο κύκλος της ζωής: η πορεία ενός οργανισμού από τη γέννηση ως τον θάνατο. [< αγγλ. life cycle] , κύκλος ποιότητας: ομάδα υπαλλήλων εταιρείας που συνήθ. εθελοντικά πραγματοποιούν τακτικές συναντήσεις με σκοπό την επίλυση προβλημάτων ποιότητας και τη βελτίωση της απόδοσης των ίδιων και των συναδέλφων τους. [< αγγλ. quality circle, 1980] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, βιογεωχημικός κύκλος βλ. βιογεωχημικός, έγκυροι κύκλοι βλ. έγκυρος, έκκεντροι κύκλοι βλ. έκκεντρος, επικός κύκλος βλ. επικός, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ηλιακός κύκλος βλ. ηλιακός, θερμοδυναμικός κύκλος βλ. θερμοδυναμικός, θηβαϊκός κύκλος βλ. θηβαϊκός, κατακόρυφος κύκλος βλ. κατακόρυφος, κύκλος (του) αίματος βλ. αίμα, οικονομικός κύκλος βλ. οικονομικός, ομόκεντροι κύκλοι βλ. ομόκεντρος, παράλληλος (κύκλος) βλ. παράλληλος, σεληνιακός κύκλος/κύκλος του Μέτωνα βλ. σεληνιακός, τροπικός (κύκλος) βλ. τροπικός, ψυκτικός κύκλος βλ. ψυκτικός, ωριαίος κύκλος βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: κύκλοι (ανά δευτερόλεπτο): ΦΥΣ. (στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων) μονάδα μέτρησης της συχνότητας: Το ανθρώπινο αυτί αντιλαμβάνεται ήχους από 20 ως 20.000 ~ους ~. ΣΥΝ. χερτζ, του κύκλου τα γυρίσματα (προφ.): για να δηλωθεί το ευμετάβλητο της ζωής, της τύχης. Πβ. έχει ο καιρός γυρίσματα., ανοίγει ο κύκλος βλ. ανοίγω, κύκλος/γύρος συζητήσεων βλ. συζήτηση, μη μου τους κύκλους τάραττε! βλ. ταράζω, τετραγωνίζω τον κύκλο βλ. τετραγωνίζω, τετραγωνισμός του κύκλου βλ. τετραγωνισμός, φαύλος κύκλος βλ. φαύλος [< 1: αρχ. κύκλος 2,3,4,5,6: γαλλ. cycle, cercle, αγγλ. cycle, πβ. γερμ. Zyklus 7: μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.