| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27034 | κύκνειος | , α, ο κύ-κνει-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κύκνειο άσμα (μτφ.): το τελευταίο και συνήθ. σπουδαίο έργο ενός καλλιτέχνη (πριν από τον θάνατό του) και γενικότ. το τελευταίο επίτευγμα στην πορεία ενός ανθρώπου, θεσμού: το ~ ~ του σκηνοθέτη/συγγραφέα/(μουσικού) συγκροτήματος.|| Το ~ ~ της επιχείρησης (: πριν τη χρεοκοπία της)/του καθεστώτος (: πριν από την πτώση του). [< μτγν. τὸ κύκνειον (ᾆσμα), γαλλ. chant du cygne] [< αρχ. κύκνειος] | |
| 27035 | κύκνος | κύ-κνος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο, υδρόβιο, μεταναστευτικό πτηνό (γένος Cygnus) που μοιάζει με χήνα και έχει χαρακτηριστικό μακρύ λαιμό και άσπρο συνήθ. φτέρωμα: λευκός/μαύρος ~. Βασιλικός/μικρός ~ (: είδη της Βόρειας Ευρώπης). Βλ. βουβόκυκνος.|| (μτφ.) Λαιμός ~ου (: όμορφος και ψηλόλιγνος). Βλ. ασχημόπαπο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου, γνωστός και ως Βόρειος Σταυρός: το Άλφα του ~ου (: το φωτεινότερο αστέρι του). [< αρχ. κύκνος] | |
| 27036 | κυλάω | κυ-λά-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυλ-άς, -άει κ. -ά, μτχ. ενεστ. -ώντας | κυλ-ούσα, κύλ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, (λόγ. γ' πρόσ. -ίεται, μτχ. -ιόμενος), -ίστηκα, -ιστεί, -ισμένος, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} & κυλώ 1. {στο γ' πρόσ.} (μτφ., για χρονική περίοδο, γεγονός) περνά, εκτυλίσσεται, προχωρά: Ο καιρός/χρόνος ~άει αργά/γρήγορα. Όλα ~ούν κανονικά/ρολόι (= βαίνουν, πηγαίνουν). Η βραδιά ~ησε ευχάριστα/φυσιολογικά. Ήρεμα ~ησαν οι μέρες των εορτών. Ο αγώνας ~ησε ομαλά/χωρίς απρόοπτα. 2. κινούμαι προς τα εμπρός, συχνά περιστροφικά ή/και καθοδικά, πάνω σε μια επιφάνεια· κάνω κάτι να κινηθεί με αυτόν τον τρόπο: Η μπάλα ~ησε προς τα δίχτυα/στον δρόμο. Χώματα ~ησαν από την πλαγιά του λόφου. Τα τρένα ~ούν πάνω στις ράγες. (επιστ.) Σφαίρα ~ίεται, χωρίς να ολισθαίνει. Βλ. γλιστρώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Για να ~ήσετε (= μετακινήσετε) τη λίστα/το παράθυρο, σύρετε την μπάρα πάνω-κάτω. Πβ. ρολάρω. 3. {στο γ' πρόσ.} (για υγρά) ρέει: Ένιωσα τον ιδρώτα να ~άει στο μέτωπό μου. Το ποτάμι ~ούσε ορμητικά. Δάκρυα ~ησαν στο πρόσωπο του παιδιού. Στις φλέβες του ~άει ελληνικό αίμα.|| (μτφ.) Έξω η βροχή ~άει ποτάμι. 4. (μτφ.) εισέρχομαι σε μια αρνητική, δυσάρεστη κατάσταση: ~ησε πάλι (= ξανακύλησε) στα ναρκωτικά. Πβ. κατρακυλώ. Βλ. ξεπέφτω. ● Παθ.: κυλιέμαι 1. στριφογυρίζω ξαπλωμένος σε μια επιφάνεια, σέρνομαι: Τα πιτσιρίκια ~ιούνταν στο γρασίδι. ~ίστηκαν στο πάτωμα από τα γέλια. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιδίδομαι σε κάτι: ~ίστηκε στην αμαρτία/στον βούρκο (της παρανομίας)/στη διαφθορά/στη λάσπη (: έζησε ανήθικα). ● ΦΡ.: πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει (παροιμ.): η δράση αποτρέπει τη στασιμότητα, ευνοεί την ανανέωση., κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι βλ. τέντζερης, κύλησε/θα κυλήσει πολύ νερό στο/στ' αυλάκι βλ. αυλάκι, τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά βλ. τσουλώ ● βλ. κυλιόμενος [< μεσν. κυλώ < αρχ. κυλίω, γαλλ. rouler] | |
| 27037 | κύλικα | κύ-λι-κα ουσ. (θηλ.) {κυλίκων} & κύλικας & (αρχαιοπρ.) κύλιξ (ο): ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο πόσης κρασιού με μεγάλο στόμιο και κοντό πόδι, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες: αττική/μυκηναϊκή ~. Ερυθρόμορφη ~. Ασημένια/χρυσή ~. Ιωνικές ~ες.Βλ. κοτύλη, κρασοπότηρο. [< αρχ. κύλιξ] | |
| 27038 | κυλικείο | [κυλικεῖο] κυ-λι-κεί-ο ουσ. (ουδ.): μικρό μαγαζί που λειτουργεί σε κτίριο, πλοίο ή τρένο όπου πωλούνται κυρ. καφέδες, αναψυκτικά και σερβίρονται μικρογεύματα για την εξυπηρέτηση των εργαζομένων ή των επισκεπτών: το ~ του θεάτρου/του κινηματογράφου/του Νοσοκομείου/του σχολείου (= σχολικό ~)/της Σχολής. Πβ. αναψυκτήριο, καντίνα, καψιμί. Βλ. εστιατόριο, καφέ, μπαρ. [< πβ. αρχ. κυλικεῖον ‘ντουλάπι με διάφορα μικρά δοχεία, φαγοπότι’] | |
| 27039 | κυλινδρικός | , ή, ό κυ-λιν-δρι-κός επίθ.: που έχει σχήμα κυλίνδρου: ~ός: σωλήνας. ~ή: δεξαμενή/επιφάνεια/θήκη/μηχανή (πβ. μύλος)/ράβδος. ~ό: δοχείο. Πβ. κυλινδροειδής. Βλ. ημι~.|| (ΜΑΘ.) ~ές: συντεταγμένες (: για τον προσδιορισμό της θέσης ενός σημείου σε τρισδιάστατο χώρο). ● επίρρ.: κυλινδρικά [< μτγν. κυλινδρικός, γαλλ. cylindrique, αγγλ. cylindrical] | |
| 27040 | κυλίνδρισμα | κυ-λίν-δρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιεργητική εργασία που συνίσταται στο πέρασμα σιδερένιου κυλίνδρου πάνω από το οργωμένο χωράφι για να συμπιεστεί το χώμα, συνήθ. πριν από τη σπορά: ~ του εδάφους. Βλ. βοτάν-, σβάρν-, σκάλ-ισμα.|| (γενικότ.) ~ του γκαζόν/χλοοτάπητα. Πβ. επιπέδωση, κυλίνδρωση. [< γαλλ. émottage] | |
| 27041 | κυλινδρισμός | κυ-λιν-δρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κυβισμός: ~ του κινητήρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. cylindrée] | |
| 27042 | κυλινδροειδής | , ής, ές κυ-λιν-δρο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με κύλινδρο ως προς το σχήμα: ~ή: δοχεία. Πβ. κυλινδρικός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. κυλινδροειδής] | |
| 27043 | κυλινδροκεφαλή | κυ-λιν-δρο-κε-φα-λή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. το κλειστό και αποσπώμενο ανώτερο τμήμα των κυλίνδρων σε μια μηχανή εσωτερική καύσης: ~ αλουμινίου. Καπάκι ~ής. Βλ. κινητήρας. [< αγγλ. cylinder head] | |
| 27044 | κύλινδρος | κύ-λιν-δρος ουσ. (αρσ.) {κυλίνδρ-ου} 1. ΓΕΩΜ. στερεό με δύο παράλληλες και ίσες μεταξύ τους κυκλικές βάσεις και καμπύλη παράπλευρη επιφάνεια: ελλειπτικός/ορθός/παραβολικός/πλάγιος/υπερβολικός ~. Γενέτειρα/όγκος/ύψος ~ου. Βλ. κύβος, πρίσμα. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει κυλινδρικό σχήμα: (ΤΕΧΝΟΛ.) ογκομετρικοί (: σε χημικά εργαστήρια)/περιστρεφόμενοι (βλ. τύμπανα) ~οι. Υδραυλικοί ~οι ανύψωσης. ~οι συμπίεσης εδάφους (βλ. (οδο)στρωτήρας). ~οι πεπιεσμένου αέρα/υγραερίου. ~ αντλίας/γραφομηχανής/πιεστηρίου (βλ. πρέσα). ~ για διαμόρφωση φύλλων λαμαρίνας. ~ βαφής/ισοπέδωσης (βλ. κυλίνδρωση). Κατασκευή χαρτιού σε ~ους (= ρολά). Τυλίγουμε το νήμα γύρω από τον ~ο (πβ. μασούρι). Βλ. ρόλεϊ, τόπι. || ~ ζαχαροπλαστικής. Πβ. πλάστης. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. κυλινδρικό τμήμα μηχανής εσωτερικής καύσης μέσα στο οποίο παλινδρομεί έμβολο: ~ από χυτοσίδηρο. Κεφαλή ~ου (= κυλινδροκεφαλή). Ο κινητήρας διαθέτει/έχει έξι ~ους (= εξα~). Βλ. δι~, πεντα~, τετρα~, κυβ-, κυλινδρ-ισμός. 4. ΦΙΛΟΛ. χειρόγραφο από πάπυρο ή περγαμηνή, τυλιγμένο γύρω από κυλινδρική ράβδο. Βλ. κώδικας. 5. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. {στον πληθ.} μικροσκοπικό πρωτεϊνικό στοιχείο κυλινδρικής μορφής που εντοπίζεται στα ούρα: λευκοκυτταρικοί ~οι. ~οι ερυθρών αιμοσφαιρίων. [< 1,2,4: αρχ. κύλινδρος 2,5: γαλλ. cylindre 2: γαλλ. rouleau 3: γαλλ. cylindrée] | |
| 27045 | κυλίνδρωση | κυ-λίν-δρω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ισοπέδωση επιφάνειας με τη χρήση περιστρεφόμενων μεταλλικών κυλίνδρων: ~ δρόμων (: με οδοστρωτήρα). Ασφαλτική στρώση με ~. Πβ. επιπέδωση, κυλίνδρισμα. Βλ. ίσιωμα. [< γαλλ. cylindrage] | |
| 27046 | κυλιόμενος | , η, ο κυ-λι-ό-με-νος επίθ. 1. που κυλάει, κινείται με τη βοήθεια μηχανισμού: (ΜΗΧΑΝ.) ~ος: γερανός/ιμάντας/τάπητας (βλ. τεστ κοπώσεως). ~η: ταινία (μεταφοράς αποσκευών).|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΟΡ., που μετατοπίζεται πάνω-κάτω ή αριστερά-δεξιά) ~ος: τροχός. ~η: λίστα/μπάρα. ~ο: κείμενο (= κρόουλ)/μενού/μήνυμα/παράθυρο. 2. (μτφ.) που δεν είναι σταθερός ή που επαναλαμβάνεται ανά διαστήματα: ~ πίνακας επιλαχόντων (: ο οποίος ενημερώνεται συνεχώς). Τηλεχειριστήριο γκαραζόπορτας με ~ο κωδικό (για λόγους ασφαλείας).|| ~η: βάρδια/δημοσκόπηση. ~ο: πρόγραμμα/ρεπό. ~ες: στάσεις εργασίας. ● ΣΥΜΠΛ.: κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες & ηλεκτρικές/μηχανικές σκάλες/κλίμακες: μηχανισμός που αποτελείται από σκαλιά τα οποία κινούνται συνεχώς και σταθερά προς μία κατεύθυνση: ~ ~ του μετρό/πολυκαταστημάτων. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. escalator < escal(ade) + (elev)ator, 1900, γαλλ. ~ 1948, αγγλ. moving stair(case), 1910] , κυλιόμενη/επαναλαμβανόμενη απεργία βλ. απεργία, κυλιόμενο ωράριο βλ. ωράριο, κυλιόμενος διάδρομος βλ. διάδρομος ● βλ. κυλάω [< αρχ. κυλιόμενος, γαλλ. roulant] | |
| 27047 | κύλιση | κύ-λι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): περιστροφική κίνηση ενός σώματος πάνω σε μια επιφάνεια: ~ στερεού σώµατος σε κεκλιµένο/οριζόντιο επίπεδο. ~ χωρίς ολίσθηση. Έδρανα/ράγα ~ης. Βλ. μετα~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αυτόματη ~ κειμένου/λογιστικού φύλλου. Βέλος/γραμμή/πλήκτρο/ποντίκι/ράβδος/τροχός ~ης. ~ (σελίδας) προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Οπτικό ποντίκι με ροδέλα ~ης.|| (ΦΥΣ.) Τριβή ~ης. ΣΥΝ. κύλισμα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: μπάρα κύλισης βλ. μπάρα [< αρχ. κύλισις, αγγλ. scrolling] | |
| 27048 | κύλισμα | κύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {κυλίσμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. κύλιση: ~ της μπάλας/της πέτρας. ~ στη λάσπη/στο πάτωμα. Πβ. ρολάρισμα, τσούλημα.|| (στη ρυθμική γυμναστική) Περιστροφές, ~ατα και πετάγματα του στεφανιού.|| (μτφ.) ~ στον βούρκο/στα ναρκωτικά. Πβ. κατρακύλα. 2. ροή: ~ του νερού. Βλ. αιματο~.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ των αιώνων/του χρόνου (= πέρασμα).|| (ΙΑΤΡ.) Διαστολικό ~ (: φύσημα στη διάρκεια της διαστολής της καρδιάς που ακούγεται κατά την ακρόαση). [< μτγν. κύλισμα ‘το να κυλιέται κάποιος’] | |
| 27049 | κυλώ | βλ. κυλάω | |
| 27050 | κύμα | [κῦμα] κύ-μα ουσ. (ουδ.) {κύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μάζα νερού που υψώνεται και υποχωρεί στην επιφάνεια υδάτινου όγκου και προκαλείται συνήθ. από φυσικές δυνάμεις (άνεμο, παλίρροια, σεισμική δόνηση)· κατ' επέκτ. ό,τι έχει παρόμοια κίνηση ή μορφή: άγρια/αφρισμένα/γιγάντια/θαλάσσια/θεόρατα/ισχυρά/μανιασμένα/μεγάλα/ορμητικά/τεράστια/ωκεάνια ~ατα. Φονικό ~ (πβ. τσουνάμι). Ο αφρός/η βοή/ο ήχος/ο παφλασμός/ο φλοίσβος των ~άτων. ~ατα βουνά (= πελώρια). Η θάλασσα έχει/σήκωσε ~ (βλ. τρικυμία). Τα ~ατα ξέβρασαν μια νεκρή φάλαινα. Τα ~ατα χτυπούσαν με δύναμη/μανία στους βράχους. Το ~ σκάει στην ακτή/στα πόδια μας. Τα παιδιά έπαιζαν με τα ~ατα. Τους κατάπιαν τα ~ατα (= πνίγηκαν). Οι δύο ναυαγοί πάλευαν με τα ~ατα όλη (τη) νύχτα. Βλ. κυματισμός.|| (συνεκδ.) Οικόπεδα/ταβέρνες δίπλα/κοντά/πάνω/πλάι στο ~. Το σπίτι βρίσκεται πενήντα μέτρα από το ~ (πβ. θάλασσα, παραλία).|| ~ατα άμμου (βλ. αμμόλοφος, θίνα). Οι φίλαθλοι κάνουν ~ στις εξέδρες. 2. (μτφ.) φυσικό, κοινωνικό ή άλλο φαινόμενο, τάση, συναίσθημα που εκδηλώνεται με μεγάλη ένταση ή/και σε ευρεία έκταση: πρωτοφανές/σφοδρό ~ ζέστης/κακοκαιρίας πλήττει τη χώρα.|| Αντιπολεμικό/επαναστατικό ~. Παγκόσμιο ~ διαμαρτυρίας. Γενικευμένο/κλιμακούμενο/ογκούμενο ~ αντιδράσεων/βίας/εγκληματικότητας/επιθέσεων/κινητοποιήσεων. ~ απολύσεων/προσλήψεων/φυγής (υπαλλήλων). Καλλιτεχνικό ~ αλληλεγγύης/συμπαράστασης (για τα θύματα του σεισμού). Μεγαλώνει/φουντώνει το ~ των καταλήψεων στα σχολεία. Απεργιακό ~ σάρωσε τις δημόσιες υπηρεσίες της χώρας.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ανοδικό ~ στο χρηματιστήριο. Έρχεται νέο ~ ακρίβειας/ανατιμήσεων.|| ~ ανησυχίας/πανικού. Επιδημικό/πανδημικό ~. Η αθώωσή του ξεσήκωσε/προκάλεσε ~ οργής. Ένιωσα να με πλημμυρίζει ένα ~ ενθουσιασμού. 3. (μτφ.) μεγάλος αριθμός ανθρώπων που μετακινούνται συγχρόνως: ~ εκδρομέων/(λαθρο)μεταναστών/προσφύγων. Καταφθάνουν στη χώρα μας τα πρώτα ~ατα τουριστών. 4. ΦΥΣ. περιοδική ταλάντωση που ξεκινά από συγκεκριμένη πηγή και διαδίδεται στον χώρο είτε μέσω κάποιου υλικού σώματος είτε στο κενό· ειδικότ. ένας πλήρης κύκλος αυτής της ταλάντωσης: ακουστικά (βλ. ήχος)/αρμονικά/εγκεφαλικά (: ~ατα άλφα/βήτα/δέλτα)/ελαστικά/ερτζιανά (βλ. ραντάρ)/μηχανικά/σεισμικά/φωτεινά ~ατα. Ημιτονοειδές ~ (: το πλάτος της διαταραχής μεταβάλλεται ημιτονοειδώς στον χώρο και τον χρόνο). Ανάκλαση/διάδοση/διάθλαση/ένταση/εξίσωση/κορυφή/πλάτος/συνάρτηση (= κυματοσυνάρτηση)/ταχύτητα/φάση ~ατος. Επαλληλία/υπέρθεση ~ων. ~ατα εδάφους (: ραδιοκύματα που μεταδίδονται κατά μήκος της επιφάνειας της Γης)/μεταφοράς (: που μεταφέρουν ύλη)/υπερήχων/χώρου. Βλ. μικροκύματα. ● Υποκ.: κυματάκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: κυματάρα (η): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: διαμήκη κύματα: ΦΥΣ. όταν η τοπική μετατόπιση των μορίων της ύλης και η διάδοση της ταλάντωσης γίνονται κατά την ίδια κατεύθυνση. [< αγγλ. longitudinal waves, 1936] , εγκάρσια κύματα: ΦΥΣ. όταν η τοπική μετατόπιση της ύλης γίνεται κάθετα ως προς την διεύθυνση διάδοσης της ταλάντωσης. [< αγγλ. transverse waves, 1912] , ηχητικά κύματα: ΦΥΣ. που διαδίδονται με τη μεσολάβηση ενός φυσικού μέσου, όπως ο αέρας, και μεταδίδουν τον ήχο. Βλ. ακουστικά κύματα. [< γαλλ. ondes sonores] , κρουστικό κύμα: ΦΥΣ. που οφείλεται σε έκρηξη ή δημιουργείται συνήθ. όταν ένα σώμα, κυρ. αεροπλάνο ή βλήμα, κινείται στον αέρα με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή του ήχου: κάθετα/πλάγια ~ά ~ατα. Βλ. υπερηχητικός.|| (ΙΑΤΡ.) Θεραπεία/λιθοτριψία με ~ά ~ατα. [< αγγλ. shock-wave, 1907] , κύμα καύσωνα/ψύχους: ΜΕΤΕΩΡ. ακραίο καιρικό φαινόμενο κατά το οποίο επικρατούν πολύ υψηλές/χαμηλές θερμοκρασίες σε μεγάλες γεωγραφικές εκτάσεις: ~ ~ μαστίζει/σαρώνει την Ευρώπη., μήκος κύματος : ΦΥΣ. η απόσταση ανάμεσα σε δύο αντίστοιχα σημεία διαδοχικών κυμάτων: ελάχιστο/μέγιστο ~ ~. ~ ~ του φωτός. Ακτινοβολία με ~ ~ ...νανόμετρα. [< γαλλ. longueur d'onde] , μοναχικό κύμα: ΦΥΣ. που προξενεί μικρές αλλαγές στις συνθήκες πίεσης, πυκνότητας ή ταχύτητας του υλικού που διατρέχει και δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες κυματικές διαταραχές. [< αγγλ. solitary wave] , βαρυτικά κύματα βλ. βαρυτικός, βραχέα (κύματα) βλ. βραχύς, ηλεκτρομαγνητικά κύματα βλ. ηλεκτρομαγνητικός, μακρά (κύματα) βλ. μακρός, μεσαία (κύματα) βλ. μεσαίος, μέτωπο κύματος βλ. μέτωπο, νέο κύμα βλ. νέος, οδεύον/τρέχον κύμα βλ. οδεύω, παλιρροϊκό κύμα βλ. παλιρροϊκός, πράσινο κύμα βλ. πράσινος, στάσιμο κύμα βλ. στάσιμος, ωστικό κύμα βλ. ωστικός ● ΦΡ.: κατά κύματα & κύματα κύματα: κατά τρόπο που χαρακτηρίζεται από μαζικότητα και περιοδικότητα: Η έξοδος του Πάσχα θα πραγματοποιηθεί ~ ~. Οι κάτοικοι εγκατέλειψαν την περιοχή ~ ~. Έκανε λόγο για επιθέσεις που δέχεται ~ ~., κόντρα στο κύμα 1. αντίθετα από την κατεύθυνση του κύματος: Κολυμπούσαν/κωπηλατούσαν ~ ~. 2. (μτφ.) ενάντια στη γενική τάση, στην κυρίαρχη άποψη: Με το έργο του πηγαίνει ~ ~. Πβ. κόντρα στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο. Βλ. μέινστριμ., περνώ από σαράντα/χίλια κύματα {συνήθ. στο γ' πρόσ. αορίστου} (μτφ.): συναντώ πολλές δυσκολίες, εμπόδια: Το ειδύλλιό τους έχει περάσει ~ ~. Μετά από σαράντα κύματα κατάφεραν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους., στο ίδιο/σε διαφορετικό (/άλλο) μήκος κύματος (μτφ.): για να δηλωθεί συμφωνία, ταύτιση ή διαφορετικότητα, αντίθεση αντιστοίχως: Βρισκόμαστε/είμαστε/εκπέμπουμε στο ίδιο ~ (: έχουμε τις ίδιες απόψεις, συνήθειες, κοινούς στόχους). Πβ. συμφωνώ.|| Σε διαφορετικό/άλλο ~ ~ με τον βουλευτή κινήθηκε/μίλησε η υπουργός ... Πβ. διαφοροποιούμαι. ΣΥΝ. στην ίδια/σε διαφορετική(/άλλη) συχνότητα [< γαλλ. (être) sur la même longueur d'onde] , έρμαιο των κυμάτων βλ. έρμαιο, χύμα στο κύμα βλ. χύμα [< 1: αρχ. κῦμα 2,3,4: γαλλ. vague, onde, αγγλ. wave] | |
| 27051 | κυμαίνεται | κυ-μαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {κυμάν-θηκε, -θεί, κυμαιν-όμενος}: (για μέγεθος) αυξομειώνεται μεταξύ ορισμένων ορίων: Οι τιμές ~ονται ανάμεσα σε ... και ... ευρώ. Ο ρυθμός ανάπτυξης ~θηκε (κοντά) στο ... %. Η θερμοκρασία θα ~θεί σε υψηλά/χαμηλά (για την εποχή) επίπεδα. Πού θα ~θούν φέτος οι βάσεις (ενν. εισαγωγής στα ΑΕΙ); ~όμενο: βάθος/ύψος. Αριθμός μελών ~όμενος από ... μέχρι ... άτομα.|| (ΟΙΚΟΝ.) Τίτλοι σταθερής ή ~όμενης απόδοσης. Οικονομία με ~όμενη ισοτιμία.|| (σπανιότ. στο α', β' πρόσ., προφ.) ~ομαι από 70 έως 75 κιλά. ΣΥΝ. διακυμαίνεται ● ΣΥΜΠΛ.: κυμαινόμενο επιτόκιο : ΟΙΚΟΝ. που αυξομειώνεται ανάλογα με την διακύμανση του εκάστοτε βασικού επιτοκίου: καταναλωτικό/στεγαστικό δάνειο με ~ ~. ΑΝΤ. σταθερό επιτόκιο [< αγγλ. floating (interest) rate] [< αρχ. κυμαίνω 'έχω κύματα', γαλλ. fluctuer, αγγλ. fluctuate] | |
| 27052 | κύμανση | κύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. αυξομείωση, διακύμανση: ~ της θερμοκρασίας από ... έως ... βαθμούς Κελσίου. Ετήσια ~ της ατμοσφαιρικής πίεσης. ~ της στάθμης (του νερού)/της φωνής (: της έντασης ή του ύψους της).|| (ΟΙΚΟΝ., συνηθέστ. στον πληθ.) Εποχικές ~άνσεις. Παρατηρείται μεγάλη/μικρή ~ των τιμών. ΑΝΤ. παγίωση, σταθεροποίηση (1) 2. ΦΥΣ. κυματοειδής κίνηση, κύμα, ταλάντωση: ηλεκτρομαγνητικές ~άνσεις. Διάδοση/επαλληλία ~άνσεων. [< αρχ. κύμανσις ‘κυματισμός’, γαλλ.-αγγλ. fluctuation] | |
| 27053 | κυματαριθμός | κυ-μα-τα-ριθ-μός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. ο αριθμός των κυμάτων σε μια δεδομένη μονάδα μήκους. Βλ. μήκος κύματος. [< γαλλ. nombre d'onde] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ