Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [27740-27760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
27016κυκλοσπορίνηκυ-κλο-σπο-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. ισχυρό ανοσοκατασταλτικό φάρμακο (σύμβ. C62H111N11O12) που χορηγείται σε μεταμοσχευμένους ασθενείς για την πρόληψη της απόρριψης του μοσχεύματος. Βλ. -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. cyclosporine, 1976]
27017κυκλοτερής, ής, ές κυ-κλο-τε-ρής επίθ. {κυκλοτερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): κυκλικός, στρογγυλός: ~ής: κίνηση. Σε ~ή διάταξη. Βλ. κυκλο-, σπειρο-ειδής.|| (ΑΝΑΤ.) ~είς: μυϊκές ίνες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: εγκαύματα (των άκρων).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~είς: τάφοι. ~είς: εκκλησίες. ● επίρρ.: κυκλοτερώς [-ῶς] [< αρχ. κυκλοτερής, γαλλ. circulaire]
27018κύκλοτροκύ-κλο-τρο ουσ. (ουδ.) {κυκλότρου} & (σπάν.) κύκλοτρον: ΦΥΣ. κυκλικός επιταχυντής σωματιδίων. Βλ. σύγχροτρο, -τρο. [< αγγλ. cyclotron, 1935, γαλλ. ~, 1936]
27019κυκλοφόρησηκυ-κλο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): κυκλοφορία.
27020κυκλοφορητήςκυ-κλο-φο-ρη-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. αντλία κυκλοφορίας του νερού ή του αέρα σε δίκτυο σωληνώσεων: ο ~ του καλοριφέρ (: για τη μεταφορά του νερού από τον λέβητα στα θερμαντικά σώματα). [< αγγλ. circulator]
27021κυκλοφορίακυ-κλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων: απρόσκοπτη/αυξημένη/διαμπερής/θαλάσσια/οδική/ομαλή ~. Απαγόρευση/αποσυμφόρηση/έλεγχος/περιορισμός/η ροή της ~ας. ~ αεροπλάνων/αυτοκινήτων/πεζών/πλοίων/σκαφών. Άδεια/τέλη ~ας. Εκ περιτροπής ~ (πβ. δακτύλιος). Προβλήματα στην ~. Κατεύθυνση/λωρίδες ~ας. Αποκαταστάθηκε/διεκόπη/παρακωλύεται η ~. Η ~ ρυθμίζεται από τροχονόμο/με φωτεινούς σηματοδότες. Ο δρόμος θα δοθεί στην ~ (: θα επιτραπεί η ~). Πβ. κίνηση. Βλ. κυκλοφοριακό, μποτιλιάρισμα. 2. διάθεση αγαθών, προϊόντων στην αγορά· (συνεκδ. κυρ. στον πληθ.) προϊόν που διατίθεται προς πώληση: Τα τραπεζογραμμάτια ευρώ βρίσκονται σε ~ (= κυκλοφορούν) από την 1η Ιανουαρίου 2002. Αποσύρθηκαν από την ~ ... χιλιάδες πλαστά χαρτονομίσματα. (ΟΙΚΟΝ.) Νομίσματα με νόμιμη ~. Ετήσια/μέση/μηνιαία ~ ενός περιοδικού (: ο αριθμός των τευχών που αγοράστηκαν). Έντυπη/ηλεκτρονική ~ (= έκδοση) ενός βιβλίου. Η επίσημη ~ του ντιβιντί. Το πρώτο σε ~ (= πωλήσεις) μοντέλο αυτοκινήτου. Εφημερίδα ευρείας ~ας.|| Ελληνικές/ξένες/τελευταίες μουσικές ~ες (: σιντί). Νέα/συλλεκτική ~ από τις εκδόσεις ... (: έντυπο, βιβλίο). 3. (κατ' επέκτ.) διάδοση: ελεύθερη ~ της γνώσης/των δεδομένων/ιδεών/πληροφοριών. Βλ. απόκρυψη. 4. ροή, κίνηση υγρών ή αερίων: υπόγεια ~ των υδάτων. Καλή ~ του αέρα (πβ. αερισμός). Βλ. ανα~.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αγγειακή/αρτηριακή/φλεβική ~. (στα φυτά) ~ των χυμών. Βλ. μικρο~, -φορία. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη κυκλοφορία: ανεμπόδιστη διακίνηση: ~ ~ εμπορευμάτων/εργαζομένων/κεφαλαίων/προϊόντων/προσώπων/υπηρεσιών. Κάρτα ~ης ~ας., κυκλοφορία της ατμόσφαιρας & ατμοσφαιρική κυκλοφορία: ΜΕΤΕΩΡ. οι κινήσεις μεγάλων αέριων μαζών στην ατμόσφαιρα. Βλ. υψηλό/χαμηλό βαρομετρικό. [< γαλλ. circulation de l'atmosphère] , κυκλοφορία του αίματος & (σπάν.) αιματική κυκλοφορία: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η συνεχής κίνηση του αίματος από την καρδιά, μέσω των αρτηριών, στα διάφορα όργανα και η επιστροφή του σε αυτήν διαμέσου των φλεβών: μεγάλη ή γενική (: από και προς όλο τον οργανισμό)/μικρή ή πνευμονική (: από και προς τους πνεύμονες) ~ ~. Πβ. κυκλοφορικό σύστημα. Βλ. εμβολή, θρόμβωση, ντόπλερ. [< γαλλ. la circulation du sang/sanguine] , ανάσχεση της κυκλοφορίας βλ. ανάσχεση, αριθμός κυκλοφορίας βλ. αριθμός, ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας βλ. ελεγκτής, εναέρια κυκλοφορία βλ. εναέριος, εξωσωματική κυκλοφορία βλ. εξωσωματικός, κάμερες διαχείρισης (της) κυκλοφορίας βλ. κάμερα, Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας βλ. κώδικας, οδός/δρόμος ταχείας κυκλοφορίας βλ. οδός, παράπλευρη κυκλοφορία βλ. παράπλευρος, πινακίδες κυκλοφορίας βλ. πινακίδα ● ΦΡ.: θέτω σε κυκλοφορία: προωθώ στην αγορά, ξεκινώ να πουλώ: Η εταιρεία έθεσε ~ ~ το νέο μοντέλο. Τα εισιτήρια του αγώνα έχουν ήδη τεθεί ~ ~. [< γαλλ. m ettre en circulation] [< αρχ. κυκλοφορία 'κυκλική κίνηση', γαλλ. circulation]
27022κυκλοφοριακός, ή, ό κυ-κλο-φο-ρι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κυκλοφορία οχημάτων: ~ός: άξονας (: κεντρικός δρόμος)/θόρυβος/κόμβος/σχεδιασμός/χάρτης. ~ή: αποσυμφόρηση/αρτηρία (: οδική)/ασφάλεια/διαχείριση/επιβάρυνση/κίνηση/μελέτη/ροή/σύνδεση/υποδομή. ~ό: δίκτυο. ~ές: παρεμβάσεις/ρυθμίσεις/συνθήκες. 2. που αφορά στη διακίνηση προϊόντων: Το περιοδικό/σιντί σημείωσε σημαντική ~ή επιτυχία. Βλ. εμπορικός.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή ταχύτητα αποθεμάτων. 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυκλοφορία του αίματος: ~ή: ανεπάρκεια. ~ό: σύστημα (: ορθότ. κυκλοφορικό). ● Ουσ.: κυκλοφοριακό (το) & κυκλοφοριακό πρόβλημα: που προκαλείται από τη μετακίνηση πολλών οχημάτων στο οδικό δίκτυο μιας πόλης. Βλ. κίνηση, μποτιλιάρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακή συμφόρηση & κυκλοφοριακό έμφραγμα/κομφούζιο/χάος (μτφ.): μεγάλης κλίμακας μποτιλιάρισμα που γίνεται συνήθ. σε κεντρικές λεωφόρους μιας πόλης: ~ ~ λόγω έργων. Επικρατεί ~ό χάος στο κέντρο της ..., κυκλοφοριακή αγωγή βλ. αγωγή, κυκλοφοριακός φόρτος βλ. φόρτος
27023κυκλοφορικός, ή, ό κυ-κλο-φο-ρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην κυκλοφορία του αίματος ή στο κυκλοφορικό σύστημα: ~ή: ανεπάρκεια/αστάθεια/δράση/επιβάρυνση/καταπληξία. ~ές: δυσλειτουργίες/επιπλοκές. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφορικό σύστημα & κυκλοφορικό (το): το σύνολο των ιστών και οργάνων (καρδιά, αιμοφόρα αγγεία, λεμφαγγεία) μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η κυκλοφορία του αίματος και της λέμφου στον οργανισμό: ανοιχτό (: στα ασπόνδυλα)/κλειστό (: στα σπονδυλωτά)/κεντρικό ~ ~. [< μτγν. κυκλοφορικός ‘κυκλικός’, γαλλ. circulatoire]
27024κυκλοφορώ[κυκλοφορῶ] κυ-κλο-φο-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυκλοφορ-είς ..., -ώντας, λόγ. μτχ. -ών, -ούσα, -ούν | κυκλοφόρ-ησα, -ήσει, (σπάν.) -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. μετακινούμαι: (για οχήματα και πεζούς) Υβριδικά αυτοκίνητα ~ούν στους δρόμους της πρωτεύουσας. Φοβάται να ~ήσει το βράδυ μόνη (πβ. περιφέρομαι, περπατώ, σεργιανίζω, τριγυρνώ). ~εί με μηχανή. ~εί (= οδηγεί) με ξένες πινακίδες.|| Οι ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να ~ούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών-μελών.|| (ΙΑΤΡ.) ~ούντα: αντισώματα/κύτταρα. Ο όγκος του ~ούντος αίματος.|| (προφ.) Με αυτά που φοράς πώς να σε ~ήσω (: πώς να σε βγάλω έξω, συνοδεύσω); Δεν έχω κανέναν να με ~ήσει στην πόλη (: να με γυρίσει, ξεναγήσει). Στο σπίτι ~ με τις πιτζάμες. 2. διαθέτω στην αγορά ή εκδίδω: Σε λίγες μέρες η εταιρεία ~εί τη νέα δισκογραφική δουλειά του καλλιτέχνη. Το κύκλωμα ~ούσε στη χώρα πλαστά χαρτονομίσματα. Το βιβλίο ~είται (συχνότ. ~εί) από τις εκδόσεις ... Βλ. επανα~, ξανα~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ούν: ενεργητικό/κεφάλαιο. ~ούντα: περιουσιακά στοιχεία/τραπεζογραμμάτια. Βλ. -φορώ.κυκλοφορεί 1. διατίθεται στην αγορά ή εκδίδεται: Προϊόντα που ~ούν στο εμπόριο/στα καταστήματα. ~ησε το νέο τεύχος του περιοδικού. Σύντομα θα ~ήσει το εμβόλιο κατά ... (ειδικότ.) Όταν ~ χρήμα, ανεβαίνουν και οι τιμές.|| Τα πρακτικά της ημερίδας ~ησαν πρόσφατα (= δημοσιεύτηκαν). 2. διαδίδεται: Ήδη ~ούν (= ακούγονται) πληροφορίες/φήμες για .../ότι ... Κείμενο που ~ ευρύτατα στο διαδίκτυο. Η είδηση ~ησε αστραπιαία.|| (προφ.) Ό,τι σου είπα μην το ~ήσεις (= πεις) παραέξω.|| (κατ' επέκτ.) ~ γρίπη. ~ούν ιώσεις (: μεταδίδονται, σέρνονται). 3. για υγρό ή αέριο που κινείται: Το αίμα ~ (= ρέει, τρέχει) μέσω των αιμοφόρων αγγείων. ● ΦΡ.: τι κυκλοφορεί στον κόσμο! (ειρων.): για να δηλωθεί έκπληξη, συνήθ. αρνητική, σε ασυνήθιστο ή αλλοπρόσαλλο θέαμα. [< αρχ. κυκλοφορῶ ‘κινώ κυκλικά, περιφέρομαι’, γαλλ. circuler, αγγλ. circulate]
27025κύκλω[κύκλῳ] κύ-κλω επίρρ. (+ γεν.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): γύρω-γύρω, κυκλικά: ~ της αυλής/του μνημείου. ΣΥΝ. κύκλωθεν [< αρχ. κύκλῳ]
27026κύκλωθενκύ-κλω-θεν επίρρ. (+ γεν.) (σπάν.-αρχαιοπρ.): κύκλω: περιφορά του Επιταφίου ~ του Ιερού Ναού. Βλ. -θεν. [< μτγν. κύκλωθεν]
27027κύκλωμακύ-κλω-μα ουσ. (ουδ.) {κυκλώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΗΛΕΚΤΡ. σύνολο ενεργητικών και παθητικών στοιχείων που συνδέονται μεταξύ τους με έναν ή περισσότερους αγωγούς και είναι δυνατόν να διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα: (μη) γραμμικό/εξωτερικό/εσωτερικό/ηλεκτρικό/μαγνητικό (: κλειστή διαδρομή που περικλείει τμήμα μαγνητικού πεδίου, συγκεκριμένης μαγνητικής ροής)/οπτικό/τριφασικό ~. ~ εναλλασσόμενου/συνεχούς ρεύματος. ~ατα σε παραλληλία/σε σειρά ή μικτά. Ηλεκτρονικά/τηλεφωνικά/υδραυλικά ~ατα. (Ενσωματωμένο) ~ ελέγχου/ήχου. ~ ψύξης. Το ~ του ενισχυτή/του λέβητα. Βλ. βραχυ~, μικρο~. 2. (μτφ.) κλειστή ομάδα ατόμων, με κοινές επιδιώξεις και συμφέροντα, που συνήθ. δρα παράνομα με σκοπό το οικονομικό όφελος: διεθνή/εγχώρια/ύποπτα ~ατα. ~ατα διαφθοράς. ~ατα της νύχτας. Οργανωμένο ~ αρχαιοκαπηλίας/κερδοσκοπίας/πλαστογραφίας. Εξαρθρώθηκε/ξεσκεπάστηκε (εγκληματικό) ~ διακίνησης ναρκωτικών/εμπορίας οργάνων. Πβ. δίκτυο, σπείρα, συμμορία.|| Είναι γνωστός στα καλλιτεχνικά ~ατα της πατρίδας του. 3. (μτφ.) το σύνολο των εμπλεκομένων στη διαδικασία παραγωγής, διακίνησης και κατανάλωσης ενός αγαθού: τουριστικό ~. ~ εμπορίας (ελαιόλαδου)/καυσίμων/προμηθευτών (εταιρείας). 4. (σπάν.) περικύκλωση. ● ΣΥΜΠΛ.: λογικό κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που εκτελεί λογική πράξη ή συνάρτηση. [< αγγλ. logic circuit] , ολοκληρωμένο κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που αποτελείται κυρ. από ημιαγώγιμα και παθητικά στοιχεία, τα οποία έχουν κατασκευαστεί στην επιφάνεια ενός ημιαγώγιμου υλικού: αναλογικό/ψηφιακό ~ ~. ~ ~ μνήμης. Πβ. τσιπ. [< αγγλ. integrated circuit, 1959] , τυπωμένο κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. του οποίου τα εξαρτήματα τοποθετούνται σε μονωτική πλάκα και δεν συνδέονται μεταξύ τους με συρμάτινους αγωγούς, αλλά με αγωγούς από λεπτά φύλλα χαλκού. Βλ. μικροτσίπ. [< αγγλ. printed circuit, 1946] , ακολουθιακό κύκλωμα βλ. ακολουθιακός, ανοιχτό κύκλωμα βλ. ανοιχτός, κλειστό κύκλωμα βλ. κλειστός [< αρχ. κύκλωμα 1: γαλλ. circuit 2,3: αγγλ. ring]
27028κυκλώναςκυ-κλώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. σφοδρή ανεμοθύελλα και ειδικότ. σύστημα ανέμων με ατμοσφαιρική πίεση χαμηλότερη σε σχέση με τη γύρω περιοχή, οι οποίοι κινούνται ελικοειδώς (με δεξιόστροφη φορά στο Νότιο ημισφαίριο και αριστερόστροφη στο Βόρειο): μεσογειακός/τροπικός ~ (= τυφώνας).|| Ο καταστροφικός/φονικός ~. Βλ. ανεμοστρόβιλος, μετεωρολογική βόμβα. ΣΥΝ. χαμηλό βαρομετρικό (1) ΑΝΤ. αντικυκλώνας 2. (μτφ.) αναστάτωση, αναταραχή: πολιτικός ~. Πβ. λαίλαπα. ΣΥΝ. τυφώνας (2) 3. ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενο σύστημα καθαρισμού, το οποίο χρησιμοποιεί τη φυγόκεντρο δύναμη, προκειμένου να επιτευχθεί ο διαχωρισμός συνήθ. σωματιδίων από αέριο. Βλ. πλυντρίδα, τουρμπίνα. ● ΣΥΜΠΛ.: μάτι του κυκλώνα: ΜΕΤΕΩΡ. περιοχή απόλυτης νηνεμίας στο κέντρο τροπικού κυκλώνα. [< γαλλ. l'oeil du cyclone] ● ΦΡ.: στο μάτι/στη δίνη του κυκλώνα (μτφ.): στο επίκεντρο δυσμενούς, κρίσιμης ή δύσκολης κατάστασης. [< γαλλ. dans l'oeil du cyclone] [< γαλλ.-αγγλ. cyclone < αρχ. κύκλωμα ‘τροχός’]
27029κυκλωνικός, ή, ό κυ-κλω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κυκλώνα: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ός: στρόβιλος.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: λειτουργία/ροή (αέρα). [< γαλλ. cyclonique, αγγλ. cyclonic]
27030κυκλώνωκυ-κλώ-νω ρ. (μτβ.) {κύκλω-σε, κυκλώ-σει, -θηκε, -μένος, κυκλών-οντας} 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} δημιουργώ κλοιό, περιβάλλω κάτι από όλες τις πλευρές: Η φωτιά ~σε/οι φλόγες ~σαν τα σπίτια. Ο στρατός ~θηκε από τις εχθρικές δυνάμεις. Οι ληστές βρέθηκαν ~μένοι από τους αστυνομικούς. Πβ. περικλείω.|| (μτφ.) Η ρύπανση μας ~ει από παντού. Βλ. ανα~, βραχυ~. ΣΥΝ. ζώνω (1), περιζώνω, περικυκλώνω 2. βάζω σε κύκλο: Κυκλώστε τη σωστή λέξη! Βλ. υπογραμμίζω. [< μεσν. κυκλώνω < αρχ. κυκλῶ]
27031κυκλώπειος, α, ο κυ-κλώ-πει-ος επίθ. (μτφ.): γιγάντιος, τεράστιος, πελώριος. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλώπεια τείχη: ΑΡΧΑΙΟΛ. που έχουν οικοδομηθεί με μεγάλους και ακανόνιστους ογκόλιθους κυρ. για την οχύρωση των μυκηναϊκών κέντρων, τα οποία κατά τη μυθολογία ήταν έργο των Κυκλώπων. [< αρχ. Κυκλώπειος, γαλλ. cyclopéen, αγγλ. cyclopean]
27032κύκλωσηκύ-κλω-ση ουσ. (θηλ.): περικύκλωση: σχέδιο ~ης της περιοχής. Βλ. ανα~, βραχυ~. [< αρχ. κύκλωσις]
27033κυκλωτικός, ή, ό κυ-κλω-τι-κός επίθ. 1. που περικυκλώνει, δημιουργεί κλοιό: (ως πολεμική τακτική:) ~ή κίνηση των εχθρικών δυνάμεων.|| Αλιεία με ~ό δίχτυ (: γρι-γρι). 2. (σπάν.) κυκλικός: ~ός: χορός. ● επίρρ.: κυκλωτικά
27034κύκνειος, α, ο κύ-κνει-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κύκνειο άσμα (μτφ.): το τελευταίο και συνήθ. σπουδαίο έργο ενός καλλιτέχνη (πριν από τον θάνατό του) και γενικότ. το τελευταίο επίτευγμα στην πορεία ενός ανθρώπου, θεσμού: το ~ ~ του σκηνοθέτη/συγγραφέα/(μουσικού) συγκροτήματος.|| Το ~ ~ της επιχείρησης (: πριν τη χρεοκοπία της)/του καθεστώτος (: πριν από την πτώση του). [< μτγν. τὸ κύκνειον (ᾆσμα), γαλλ. chant du cygne] [< αρχ. κύκνειος]
27035κύκνοςκύ-κνος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο, υδρόβιο, μεταναστευτικό πτηνό (γένος Cygnus) που μοιάζει με χήνα και έχει χαρακτηριστικό μακρύ λαιμό και άσπρο συνήθ. φτέρωμα: λευκός/μαύρος ~. Βασιλικός/μικρός ~ (: είδη της Βόρειας Ευρώπης). Βλ. βουβόκυκνος.|| (μτφ.) Λαιμός ~ου (: όμορφος και ψηλόλιγνος). Βλ. ασχημόπαπο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου, γνωστός και ως Βόρειος Σταυρός: το Άλφα του ~ου (: το φωτεινότερο αστέρι του). [< αρχ. κύκνος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.