| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 27054 | κυματίζω | κυ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κυμάτι-σε, σπάν. -σμένος, κυματίζ-οντας}: κουνώ κυματιστά ένα ύφασμα: Τα παιδιά ~ουν τα σημαιάκια. ● κυματίζει (αμτβ.): κινείται κυματιστά: Τα απλωμένα ρούχα/τα μακριά της μαλλιά κυμάτιζαν στον αέρα. ~σμένη: θάλασσα (= κυματώδης, φουρτουνιασμένη). ● ΦΡ.: η σημαία κυματίζει μεσίστια βλ. σημαία [< αρχ. κυματίζομαι ‘χτυπιέμαι από τα κύματα’, μτγν. κυματίζω ‘ταράζομαι’, γαλλ. flotter, αγγλ. wave] | |
| 27055 | κυματικός | , ή, ό κυ-μα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το κύμα και ειδικότ. με τον κλάδο της κυματικής: ~ός: αριθμός (= κυματαριθμός). ~ή: ακτινοβολία/ανάλυση/διάδοση/ενέργεια/θεωρία/κίνηση/συνάρτηση (= κυματοσυνάρτηση). ~ό: πάρκο (βλ. αιολικό πάρκο)/πεδίο. Η ~ή φύση της ύλης/του φωτός. Βλ. μικρο~, ραδιο~, κυματοσωματιδιακός.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Το ανεμολογικό και ~ό δυναμικό του Αιγαίου. ● Ουσ.: κυματική (η) & κυματική φυσική (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ, Φ): κλάδος που προσδιορίζει τα είδη και τα χαρακτηριστικά των κυμάτων. Βλ. κυματομηχανική. [< αγγλ. cymatics, 1967] ● ΣΥΜΠΛ.: κυματική εξίσωση: διαφορική εξίσωση δευτέρου βαθμού, η λύση της οποίας περιγράφει κυματικά φαινόμενα: γραμμική ~ ~. [< αγγλ. wave equation, 1926] [< γαλλ. ondulatoire] | |
| 27056 | κυμάτιο | κυ-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {κυματί-ου | -ων}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. επαναλαμβανόμενο, γύψινο διακοσμητικό μοτίβο σε μορφή κύματος: ιωνικό ~. Τα ~α του κιονόκρανου. Βλ. μαίανδρος, περίζωμα. [< αρχ. κυμάτιον, αγγλ. cymatium] | |
| 27057 | κυμάτισμα | κυ-μά-τι-σμα ουσ. (ουδ.): κυματοειδής κίνηση: ~ της σημαίας. Πβ. κυματισμός. | |
| 27058 | κυματισμός | κυ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η κίνηση των κυμάτων ή (στον πληθ.) τα ίδια τα κύματα· κατ' επέκτ. κάθε κυματοειδής κίνηση: ανάλαφρος/έντονος ~ (της θάλασσας). Πρόγνωση ~ού. Ανεμογενείς/επιφανειακοί/θαλάσσιοι ~οί.|| Ο ~ των μαλλιών (βλ. κατσαρός)/της σημαίας (= κυμάτισμα).|| (μτφ.) ~ της φωνής (= ανεβοκατέβασμα). Πβ. διακύμανση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. flottement] | |
| 27059 | κυματιστός | , ή, ό κυ-μα-τι-στός επίθ. 1. του οποίου η επιφάνεια κάνει κυματισμούς· που μοιάζει στη μορφή ή στην κίνηση με κύμα: ~ή: θάλασσα (ΑΝΤ. ακύμαντη). ~ό: χαρτί/χαρτόνι (= οντουλέ).|| ~ή: υπογράμμιση (: σε επεξεργαστή κειμένου για επισήμανση ορθογραφικών σφαλμάτων). ~ές: γραμμές. ~ά: μαλλιά (= κατσαρά, σγουρά, σπαστά).|| (στο βόλεϊ) ~ό: σερβίς (βλ. φαλτσαριστός). ΣΥΝ. κυματοειδής ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) 2. (μτφ.) που παρουσιάζει αυξομειώσεις ως προς την ένταση ή το ύψος του: ~ός: ήχος. ~ή: φωνή. ● επίρρ.: κυματιστά [< γαλλ. ondulé] | |
| 27060 | κυματογενής | , ής, ές κυ-μα-το-γε-νής επίθ. (λόγ.): που συντελεί στη δημιουργία θαλάσσιων κυμάτων ή προκαλείται από αυτά: ~είς: διεργασίες.|| ~ής: κίνηση ιζημάτων. ~ή: (παράκτια) ρεύματα. Βλ. -γενής. | |
| 27061 | κυματογράφος | κυ-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυτόνομος πλωτός μηχανισμός με μορφή σημαδούρας, ο οποίος χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του ύψους και της κατεύθυνσης των κυμάτων με εφαρμογές στη ναυσιπλοΐα και την πρόγνωση του καιρού: κατευθυντικός ~. Βλ. -γράφος, παλιρροιογράφος. 2. & κυμογράφος ΙΑΤΡ. συσκευή που καταγράφει και παριστάνει με τη μορφή γραφικής παράστασης την πίεση ή τη ρυθμική κίνηση των υγρών και των οργάνων του σώματος αντίστοιχα. [< 2: γαλλ. kymographe , αγγλ. kymograph] | |
| 27062 | κυματοδηγός | κυ-μα-το-δη-γός ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μεταλλικός σωλήνας ορθογώνιας ή κυκλικής διατομής, ο οποίος αποτελεί μέσο μεταφοράς ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: οπτικοί ~οί (: για οπτικές ίνες). [< αγγλ. waveguide, 1932] | |
| 27063 | κυματοδρομία | κυ-μα-το-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. σέρφινγκ. Πβ. ιστιοσανίδα. Βλ. -δρομία. | |
| 27064 | κυματοειδής | , ής, ές κυ-μα-το-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με κύμα ως προς τη μορφή ή την κίνησή του, κυματιστός: ~ής: σωλήνας (: σπιράλ). ~ής: γραμμή/επιφάνεια/καμπύλη. ~ές: έλασμα/χαρτί (= οντουλέ)/χαρτόνι. ~είς: κινήσεις. ~ή: φύλλα. Βλ. -ειδής, καμπυλοειδής. ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) ● επίρρ.: κυματοειδώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κυματοειδής πυρετός: ΙΑΤΡ. -ΚΤΗΝ. μελιταίος πυρετός. ΣΥΝ. βρουκέλωση [< γαλλ. fièvre ondulante] , κυματοειδής παύλα βλ. παύλα [< αρχ. κυματοειδής ‘θυελλώδης, τρικυμιώδης’] | |
| 27065 | κυματοθραύστης | κυ-μα-το-θραύ-στης ουσ. (αρσ.) 1. φράγμα που κατασκευάζεται στη θάλασσα από φυσικούς ογκόλιθους ή τσιμεντένια μπλοκ για την προστασία λιμανιών και γενικότ. παράκτιων περιοχών από τα κύματα: ανατολικός/εξωτερικός/πλωτός/τεχνητός ~. Παράλληλοι ~ες. Βλ. κρηπιδότοιχος, λιμενοβραχίονας, μόλος, προβλήτα.|| Βραχονησίδα που λειτουργεί ως φυσικός ~. 2. (μτφ.) καθετί που αναχαιτίζει, ανακόπτει την ορμή μιας απειλητικής συνήθ. δύναμης ή κίνησης: Νόμοι που λειτουργούν ως ~ ενάντια στην παρανομία. [< γαλλ. brise-lame(s)] | |
| 27066 | κυματομηχανική | κυ-μα-το-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΦΥΣ. θεωρία που εκλαμβάνει τα υποατομικά σωματίδια ως κύματα. Βλ. κβαντομηχανική, κυματική, κυματοσυνάρτηση. [< αγγλ. wave mechanics, 1926] | |
| 27067 | κυματομορφή | κυ-μα-το-μορ-φή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. γραφική απεικόνιση που αναπαριστά τα χαρακτηριστικά (έκταση και συχνότητα) του κύματος· γενικότ. το κύμα: ημιτονοειδής ~. Ανεπτυγμένη/συνεπτυγμένη ~. (Μη) περιοδικές ~ές. ~ σήματος.|| (για ηλεκτρικό κύμα:) Θετική/αρνητική ~. ~ ρεύματος/τάσης. ~ εισόδου/εξόδου. Οι ~ές του παλμογράφου.|| (για ηχητικό κύμα:) ~ ήχου/φωνής. Επεξεργαστής ~ών. [< αγγλ. waveform] | |
| 27068 | κυματοπακέτο | κυ-μα-το-πα-κέ-το ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. παλμός ακτινοβόλου ενέργειας που προκαλείται από δέσμη κυμάτων διαφορετικού μήκους. Βλ. κβαντο-, κυματο-μηχανική. [< αγγλ. wave packet, 1928] | |
| 27069 | κυματοσυνάρτηση | κυ-μα-το-συ-νάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΜΑΘ. συνάρτηση η οποία χρησιμοποιείται στην κβαντομηχανική, για να περιγράψει τη διάδοση ενός κύματος που συνδέεται με ένα ή περισσότερα σωματίδια: εξέλιξη/κατάρρευση της ~ης. Βλ. κυματομηχανική. [< αγγλ. wave function, 1925] | |
| 27070 | κυματοσωματιδιακός | , ή, ό κυ-μα-το-σω-μα-τι-δι-α-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κυματοσωματιδιακός δυϊσμός: ΦΥΣ. βασική έννοια της κβαντομηχανικής σύμφωνα με την οποία τα θεμελιώδη σωματίδια παρουσιάζουν και κυματική και σωματιδιακή συμπεριφορά. [< αγγλ. wave-particle duality, 1938] | |
| 27071 | κυματώδης | κυ-μα-τώ-δης επίθ. {κυματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που έχει κύματα: ~η: νερά. (σε πρόγνωση καιρού) Θάλασσα (ταραγμένη έως) ~. Βλ. τρικυμιώδης, φουρτουνιασμένος. ΑΝΤ. ακύμαντος (1) 2. κυματοειδής: ~εις: ταξιανθίες. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. κυματιστός (1) ● επίρρ.: κυματωδώς [-ῶς] [< αρχ. κυματώδης] | |
| 27072 | κυμάτωση | κυ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. διακύμανση: ~ εξόδου (κυκλώματος)/ρεύματος/τάσης. Βλ. ταλάντωση. [< πβ. μτγν. κυμάτωσις ‘ροή της παλίρροιας’, αγγλ. ripple, 1920] | |
| 27073 | κύμβαλο | κύμ-βα-λο ουσ. (ουδ.) {κυμβάλ-ου | συνήθ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο που αποτελείται από δύο επίπεδους ή κοίλους, ορειχάλκινους δίσκους (πιάτα) με λαβή, που κρούονται συνήθ. μεταξύ τους και παράγουν μεταλλικό, διαπεραστικό ήχο: ~α δαχτύλων (βλ. καστανιέτες). Πβ. τάσια. Βλ. ζίλια, κλειδο~, κρόταλο. ΣΥΝ. πιατίνι ● ΦΡ.: κύμβαλο(ν) αλαλάζον (ΚΔ) (μτφ.): για άνθρωπο κενό, επιφανειακό, χωρίς ουσία. Πβ. τενεκές ξεγάνωτος. [< αρχ. κύμβαλον < κύμβη ‘κύπελλο’, γαλλ. cymbale, cymbalum] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ