| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1807 | ακροαριστερά | [ἀκροαριστερά] α-κρο-α-ρι-στε-ρά ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. άκρα Αριστερά: ακτιβιστές/ιδεολογικός χώρος της ~άς. Όλο το πολιτικό φάσμα από την ακροδεξιά ως την ~. [< γαλλ. extrême-gauche] | |
| 1808 | ακροαριστερός | , ή, ό [ἀκροαριστερός] α-κρο-α-ρι-στε-ρός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στην ή σχετίζεται με την άκρα Αριστερά: ~ή: ιδεολογία/οργάνωση. ~ό: κόμμα. Ασπάζεται ~ές απόψεις. ● Ουσ.: ακροαριστερός, ακροαριστερή (ο/η): πρόσωπο που υποστηρίζει τις πολιτικές θέσεις της άκρας Αριστεράς: Οι ~οί εντάσσονται σε εξωκοινοβουλευτικά κόμματα. Βλ. εξτρεμιστής. ΣΥΝ. αριστεριστής ΑΝΤ. ακροδεξιός, ακροδεξιά [< γαλλ. d'extrême-gauche] | |
| 1809 | ακρόαση | [ἀκρόαση] α-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως | -άσεις, -άσεων} 1. η ενέργεια του ακούω και ειδικότ. παρακολούθηση ομιλίας, εκπομπής: ατομική/διακριτική/ενεργητική/κριτική/μουσική ~. ~ ονλάιν. Κινητό τηλέφωνο ~ης χώρου. Γρήγορη ~ μηνυμάτων. ~ με ακουστικά. ~ ειδήσεων/μαθημάτων/ραδιοφωνικού σταθμού/τραγουδιών. Καλή ~! Πβ. άκουσμα. Βλ. λαθρ~, συν~. 2. υποδοχή κάποιου από επίσημο φορέα σε προκαθορισμένο χρόνο και συνήθ. κατόπιν αίτησης, προκειμένου να προβάλει το αίτημά του ή ειδικότ. τις ικανότητές του: Διοργανώνω/εξασφαλίζω/ζητώ ~. Περνώ από ~. Καλώ σε ~ (βλ. οντισιόν, συνέντευξη). Πηγαίνω/συμμετέχω σε (ανοιχτή) ~. Επιτροπή ~ης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχθηκε σε ~ τον/την ... 3. διαδικασία (δικαστηρίου, Αρχής, επιτροπής) κατά την οποία συγκεντρώνονται μαρτυρίες με στόχο τον προσδιορισμό ενός θέματος, ενός γεγονότος και τη λήψη απόφασης: Ημερομηνία διεξαγωγής της ~ης. Διενεργώ/διοργανώνω/πραγματοποιώ ~. Κλήθηκε σε ~ από το συμβούλιο, για να δώσει εξηγήσεις.|| (ΝΟΜ.) ~ μαρτύρων. Προκαταρκτική ~. ~ κεκλεισμένων των θυρών. Πβ. ακροαματική διαδικασία. 4. ΙΑΤΡ. διάγνωση, με στηθοσκόπιο ή με γυμνό αυτί, της κατάστασης του οργανισμού από τους ήχους που παράγονται σε διάφορα όργανα του σώματος, κυρ. στη θωρακική ή κοιλιακή κοιλότητα: κλινική ~. ~ καρδιάς/πνευμόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή ακρόαση & ανοιχτή συνομιλία: λειτουργία του τηλεφώνου (συνήθ. του ενσύρματου) που επιτρέπει την επικοινωνία χωρίς χρήση ακουστικού με δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων ατόμων στη συνομιλία: (Κινητό) τηλέφωνο με ~ ~. Τηλεδιάσκεψη μέσω τηλεφώνου με χρήση ~ής ~ης (= κλήση σύσκεψης)., δημόσια ακρόαση: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. διαδικασία δημόσιου διαλόγου, όπου παρέχεται σε φορείς, πολίτες ή οργανωμένα σύνολα η δυνατότητα διατύπωσης απόψεων, επιχειρημάτων και εισηγήσεων σε σχέση με συγκεκριμένο αίτημά τους ή με γενικού ενδιαφέροντος θέμα: Διεξάγεται/κλήθηκε σε/παρίσταμαι σε ~ ~. Το Ευρωδικαστήριο θα κρίνει μετά από ~ ~. [< γαλλ. audience publique] , δικαίωμα ακρόασης: ΝΟΜ. δικαίωμα των διαδίκων να παραστούν ενώπιον του δικαστηρίου και να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους με αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου να τους λάβει υπόψη. ● ΦΡ.: ούτε φωνή ούτε ακρόαση (προφ.): για πρόσωπο ή φορέα που δεν δίνει σημεία ζωής· για κατάσταση, διαδικασία για την οποία δεν υπάρχει καμία ενημέρωση: Του τηλεφώνησα τρεις φορές, αλλά ~ ~. Από τον Γιώργο ~ ~. Εδώ και έναν μήνα ~ ~. [< 1: αρχ. ἀκρόασις 2,3: γαλλ. audience 4: γαλλ. auscultation] | |
| 1810 | ακροαστικά | [ἀκροαστικά] α-κρο-α-στι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΑΤΡ. παθολογικά ευρήματα που ανιχνεύονται κυρ. στους πνεύμονες με την ακρόαση: γρίπη με ~. Έχει ~. Ο γιατρός τού βρήκε ~. [< γαλλ. (signes) auscultatoires] | |
| 1811 | ακροαστικός | , ή, ό [ἀκροαστικός] α-κρο-α-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται με ακρόαση ή προέρχεται από αυτήν: ~ή: εξέταση. ~ά: ευρήματα (= ακροαστικά).|| ~ή: εστία (: το σημείο της κοιλιάς όπου οι παλμοί του εμβρύου ακούγονται εντονότερα). [< γαλλ. auscultatoire] | |
| 1812 | ακροατήριο | [ἀκροατήριο] α-κρο-α-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ακροατηρί-ου | -ων} 1. οι ακροατές που παρακολουθούν ομιλία ή συναυλία: ανομοιογενές/αραιό/ειδικό/ενεργητικό/ενθουσιώδες/θερμό/παθητικό/πολυπληθές/πυκνό ~. Οι αντιδράσεις/το ενδιαφέρον/η συμμετοχή του ~ου. Μαζικά/μεγάλα/φοιτητικά ~α. 2. ΝΟΜ. η αίθουσα στην οποία εκδικάζεται μια υπόθεση και οι άνθρωποι που την παρακολουθούν: ενώπιον (του) ~ου. Το θέμα θα συζητηθεί/η υπόθεση θα φτάσει στο ~. ● ΦΡ.: συζήτηση στο ακροατήριο βλ. συζήτηση [< μτγν. ἀκροατήριον, γαλλ. auditoire] | |
| 1813 | ακροατής, ακροάτρια | [ἀκροατής] α-κρο-α-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ακούει κάτι (συνήθ. δημόσιο ακρόαμα) προσεκτικά: ~ές διάλεξης/εισήγησης/(ραδιοφωνικής) εκπομπής/συναυλίας. Οι ~ές και οι τηλεθεατές. Κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον των ~ών/~τριών (= του ακροατηρίου) του. Βλ. συν~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Ο ομιλητής (= πομπός) και ο ~ (= δέκτης). 2. (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) πρόσωπο που παρακολουθεί σειρά μαθημάτων χωρίς κανονική εγγραφή: ελεύθερος ~. [< 1: αρχ. ἀκροατής, γαλλ. auditeur 2: γαλλ. auditeur libre, γερμ. Hörer] | |
| 1814 | ακρόβαθρο | [ἀκρόβαθρο] α-κρό-βα-θρο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝ. τοίχος στήριξης στο άκρο γέφυρας: διάβρωση/πέδιλο ~ου. Ενισχυμένα ~α από οπλισμένο σκυρόδεμα. | |
| 1816 | ακροβάτης | [ἀκροβάτης] α-κρο-βά-της ουσ. (αρσ.) {ακροβατών} , ακροβάτισσα (η) 1. πρόσωπο που διασκεδάζει το κοινό, εκτελώντας δύσκολες και επικίνδυνες γυμναστικές ασκήσεις ισορροπίας: Ποδηλάτης-~. Οι ~ες, οι ζογκλέρ και οι κλόουν του τσίρκου. Πβ. ισορροπιστής, σχοινοβάτης. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ενεργεί παράτολμα και επικίνδυνα: Οι ~ες της πολιτικής. [< μτγν. ἀκροβάτης, γαλλ. acrobate, αγγλ. acrobat] | |
| 1817 | ακροβατικός | , ή, ό [ἀκροβατικός] α-κρο-βα-τι-κός επίθ.: (κυριολ. κ. μτφ.) που σχετίζεται με την ακροβασία ή/και τον ακροβάτη: ~ός: θίασος. ~ή: βουτιά/επίδειξη/παράσταση/ποδηλασία/πτήση (: επικίνδυνοι ελιγμοί με αεροπλάνο). ~ό: θέαμα/σμήνος/σόου. ~ές: ασκήσεις/φιγούρες. ~ά: κόλπα/νούμερα.|| (μτφ.) ~ή: πολιτική. ~οί: συλλογισμοί. ● Ουσ.: ακροβατικά (τα): η ακροβασία και γενικότ. κάθε παράτολμη ή επικίνδυνη ενέργεια που γίνεται για εντυπωσιασμό ή επίδειξη: εναέρια/εντυπωσιακά/περίτεχνα ~. Έκανε/εκτελούσε με επιδεξιότητα ~ ακριβείας. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροβατική γυμναστική: ΑΘΛ. ομαδικό μη ολυμπιακό άθλημα της γυμναστικής, το οποίο περιλαμβάνει ακροβατικές ασκήσεις (ασκήσεις ισορροπίας ή/και πετάγματα στον αέρα) που εκτελούνται με τη συνοδεία μουσικής. [< γαλλ. gymnastique acrobatique] [< μτγν. ἀκροβατικός 'για ανυψωτικό μηχάνημα', γαλλ. acrobatique, αγγλ. acrobatic] | |
| 1818 | ακροβατώ | [ἀκροβατῶ] α-κρο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {ακροβατ-είς ..., -ώντας· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. (μτφ.) κάνω κάτι επικίνδυνο ή/και παράτολμο, προσπαθώντας παράλληλα να ισορροπήσω μεταξύ δύο αντίθετων καταστάσεων: ~εί ανάμεσα σε δύο σχέσεις/μεταξύ τρέλας και λογικής. ~ούσαν στην κόψη του ξυραφιού. Πβ. ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω. 2. εκτελώ ακροβατικές ασκήσεις, κάνω ακροβασίες: Ο σχοινοβάτης ~ούσε με προσεκτικές κινήσεις. [< μτγν. ἀκροβατῶ ‘περπατώ στις μύτες των ποδιών, επιδίδομαι σε αναρρίχηση’] | |
| 1819 | ακροβολίζομαι | [ἀκροβολίζομαι] α-κρο-βο-λί-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ακροβολί-στηκε, -στεί, -σμένος} 1. ΣΤΡΑΤ. παρατάσσομαι σε σκόρπιες και ακραίες θέσεις βολής: Οι ελεύθεροι σκοπευτές ~στηκαν στις στέγες των κτιρίων. 2. (κατ' επέκτ.) (για πλήθος ατόμων) κάθομαι εδώ και εκεί, διασκορπίζομαι: Οι φίλαθλοι είχαν ~στεί στο άνω διάζωμα του γηπέδου. [< 1: αρχ. ἀκροβολίζομαι] | |
| 1820 | ακροβολισμός | [ἀκροβολισμός] α-κρο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αραιή διάταξη στρατιωτικού τμήματος (κυρ. ομάδας πεζικού) σε μια γραμμή: Διέταξε ~ό των κομάντος/των οπλιτών. Η διμοιρία προχωρούσε σε ~ό. (παράγγελμα) εις ακροβολισμόν! Βλ. -ισμός. 2. ΣΤΡΑΤ. {συνήθ. στον πληθ.} δοκιμαστικές βολές που ανταλλάσσουν από μακριά τα αντίπαλα στρατεύματα πριν από την κύρια μάχη: ~οί και αψιμαχίες/συμπλοκές. Βλ. εκ του συστάδην. 3. (σπάν.-μτφ.) {συνήθ. στον πληθ.} λεκτικοί διαξιφισμοί με δηκτικά υπονοούμενα: ~οί μεταξύ των πολιτικών αρχηγών. [< αρχ. ἀκροβολισμός 1: γαλλ. harcèlement] | |
| 1821 | ακροβολιστής | [ἀκροβολιστής] α-κρο-βο-λι-στής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης που πολεμά παραταγμένος σε αραιή διάταξη: επιθέσεις/πυρά/τάγματα ~ών.|| (σπάν.) ~ές της Αστυνομίας.|| (μτφ.) ~ές του θεάτρου/της κριτικής. [< αρχ. ἀκροβολιστής, γαλλ. tirailleur] | |
| 1822 | ακροβολιστικός | , ή, ό [ἀκροβολιστικός] α-κρο-βο-λι-στι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τον ακροβολισμό ή/και τον ακροβολιστή: ~ός: σχηματισμός. ~ή: επίθεση. [< μτγν. ἀκροβολιστικός] | |
| 1823 | ακροβούνι | [ἀκροβούνι] α-κρο-βού-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): βουνοκορφή: απάτητα/χιονισμένα ~ια. ΣΥΝ. κορφοβούνι | |
| 1824 | ακροβυστία | [ἀκροβυστία] α-κρο-βυ-στί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. ακροποσθία. [< μτγν. ἀκροβυστία] | |
| 1825 | ακρογιάλι | [ἀκρογιάλι] α-κρο-γιά-λι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ακρογιαλιά: απόκρημνα/ρόδινα ~ια. Αμμουδιές και ~ια. [< μεσν. ακρογιάλι] | |
| 1826 | ακρογιαλιά | [ἀκρογιαλιά] α-κρο-για-λιά ουσ. (θηλ.): το τμήμα της στεριάς που εκτείνεται κατά μήκος της θάλασσας, γιαλός, παραλία: αμμουδερή/βοτσαλωτή/γραφική/δαντελωτή/ερημική/μαγευτική/ξανθή/σμαραγδένια/χρυσή ~. Απέραντες/βραχώδεις ~ιές. Πβ. ακρο-γιάλι, -θαλάσσι, -θαλασσιά, περιγιάλι. Βλ. ακτή, πλαζ. [< μεσν. ακρογιαλιά] | |
| 1827 | ακρογωνιαίος | , α, ο [ἀκρογωνιαῖος] α-κρο-γω-νι-αί-ος επίθ.: βασικός, θεμελιώδης, ουσιώδης: ~α: αρχή/θέση. ~ο: αξίωμα/δόγμα. ~α: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρογωνιαίος λίθος & ακρογωνιαία πέτρα 1. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, συστατικό στοιχείο: Η ελευθερία είναι ο ~ ~ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πβ. πυλώνας, στήριγμα. ΣΥΝ. θεμέλιος λίθος (1) 2. μεγάλη πέτρα στην εξωτερική γωνία δύο τεμνόμενων τοίχων. ΣΥΝ. αγκωνάρι (1) [< μτγν. ἀκρογωνιαῖος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ