| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1800 | άκριτος | , η, ο [ἄκριτος] ά-κρι-τος επίθ. (λόγ.): που ενεργεί ή γίνεται χωρίς κρίση, απερίσκεπτα και επιπόλαια: ~ος: άνθρωπος (= άμυαλος)/έπαινος/θαυμασμός/μιμητισμός/σκεπτικισμός/φανατισμός. ~η: απόφαση/ενέργεια. ~ες: κουβέντες/συμβουλές. ~α: λόγια (πβ. αβασάνιστος). ~η υιοθέτηση έτοιμων λύσεων. Πβ. α(συλ)λόγιστος, ασύνετος. ● επίρρ.: άκριτα [< αρχ. ἄκριτος] | |
| 1801 | άκρο | [ἄκρο] ά-κρο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) άκρον 1. (επίσ.) το πιο μακρινό ή ψηλό σημείο ή τμήμα ενός αντικειμένου ή μιας έκτασης: το ~ της δοκού/του σωλήνα. Το ανατολικό/βόρειο/δυτικό/νότιο ~ (του νησιού, της χώρας). Στο ~ (= στην άκρη) του γκρεμού/του δρόμου. Στο ~ της πλατείας/της χερσονήσου (= μύτη). Το αριστερό/δεξί ~ (της άμυνας, της μεσαίας γραμμής ή της επίθεσης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας). Από το ένα ~ στο άλλο. Ενώνω τα δύο ~α. Η μέση απέχει εξίσου από τα ~α.|| (μτφ.) Ορθολογισμός και συναίσθημα είναι τα δύο ~α (= αντίθετα). 2. ΑΝΑΤ. καθένα από τα μέλη του σώματος ανθρώπου ή ζώου: αριστερό/δεξιό ~. Άνω/κάτω ~α (= χέρια/πόδια). Εμπρόσθια/οπίσθια ~α (ζώου). ● άκρα (τα): ακρότητες, υπερβολές: Τον έλκουν τα ~. Φτάνω μέχρι τα ~. Ήταν αποφασισμένος να το τραβήξει μέχρι τα/στα ~ (: να ξεπεράσει τα όρια). [< γαλλ. extrémités] ● ΦΡ.: άνθρωπος των άκρων (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που υπερβαίνει το μέτρο, που υπερβάλλει, που έχει μεταπτώσεις στη συμπεριφορά του: Ήταν ένας ~ ~˙ ό,τι έκανε στη ζωή του ήταν πάντα ανατρεπτικό και παρατραβηγμένο. ΣΥΝ. ή του ύψους ή του βάθους, στα άκρα (μτφ.): στην υπερβολή· σε οριακό σημείο έντασης: Σπρώχνω/φέρνω κάποιον ~ ~. Έφτασαν ~ ~ (= παρεκτράπηκαν). Τα πράγματα οδηγούνται ~ ~ (= σε ακρότητες). [< γαλλ. aux extremités] , στο άλλο άκρο (μτφ.): στο εκ διαμέτρου αντίθετο σημείο: Βρίσκομαι/καταλήγω/οδηγούμαι/περνώ/πέφτω/πηγαίνω ~ ~., απ' άκρη σ' άκρη βλ. άκρη [< αρχ. ἄκρον] | |
| 1802 | ακρο- & ακρό- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. στο έσχατο ή το υψηλότερο σημείο: ακρο-βούνι/~βλάσταρο/~θαλασσιά/~ποταμιά. Ακρό-πρωρο.|| Aκρο-φοβία. 2. ΙΑΤΡ. στα άκρα του σώματος ή στο ακραίο σημείο ενός οργάνου: ακρο-δάχτυλο/~μεγαλία. | |
| 1803 | ακροάζομαι | [ἀκροάζομαι] α-κρο-ά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ακροά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί} 1. (για γιατρό) εξετάζω ασθενή, συνήθ. με στηθοσκόπιο: ~στηκε τον θώρακα/την καρδιά. Αφού τον ~στηκε, διέγνωσε πνευμονία. 2. (επίσ.) ακούω κάτι (ή σπανιότ. κάποιον) προσεκτικά: Το δικαστήριο ~στηκε τη μαρτυρία. Η επιτροπή ~στηκε (= δέχθηκε σε ακρόαση) τους εκπροσώπους. [< 1: αρχ. ἀκροάζομαι 2: γαλλ. ausculter] | |
| 1804 | ακρόαμα | [ἀκρόαμα] α-κρό-α-μα ουσ. (ουδ.) {ακροάμ-ατος | -ατα, -άτων} (επίσ.): άκουσμα που συνήθ. έχει δημόσιο και ψυχαγωγικό χαρακτήρα: απολαυστικό ~. Μουσικά/πολιτιστικά/ραδιοφωνικά ~ατα. Θεάματα και ~ατα. [< αρχ. ἀκρόαμα ‘δημόσια ανάγνωση, απαγγελία’] | |
| 1805 | ακροαματικός | , ή, ό [ἀκροαματικός] α-κρο-α-μα-τι-κός επίθ. 1. που προορίζεται ή προσφέρεται για ακρόαση: ~ή: διδασκαλία. ~ά: έργα. Οι δικανικοί λόγοι είναι κατεξοχήν ~οί. 2. που σχετίζεται με το ακρόαμα: ~ές: απολαύσεις/εμπειρίες. Οι ~ές προτιμήσεις του κοινού. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροαματική διαδικασία 1. ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου (ακροατηρίου) κατά την οποία εξετάζονται οι διάδικοι, ακούγονται οι αγορεύσεις των συνηγόρων και ανακοινώνεται η απόφαση: Η κατηγορία κατέρρευσε κατά την ~ ~. 2. (γενικότ.) νομική διαδικασία που γίνεται ενώπιον επιτροπής, κατά την οποία παρουσιάζονται αποδεικτικά στοιχεία και επιχειρήματα για την επίλυση κάποιου αντικειμενικού ή νομικού ζητήματος: προδικαστικές ~ές ~ες από στρατιωτικές επιτροπές. [< γερμ. Anhör(ungs)verfahren] [< μτγν. ἀκροαματικός ‘ικανός να προσέχει’, μτγν. ἀκροατικός ‘κατάλληλος για ακρόαση’] | |
| 1806 | ακροαματικότητα | [ἀκροαματικότητα] α-κρο-α-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το ποσοστό των ακροατών ή, καταχρ., τηλεθεατών που παρακολουθεί μια ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή ή σταθμό, αντιστοίχως: υψηλή/χαμηλή ~. Πρώτος σε ~ ραδιοσταθμός. Αποτελέσματα/δείκτης/ζώνες/μέτρηση/ποσοστό ~ας. Ανεβάζω/διπλασιάζω την ~. Έπεσε η ~ του καναλιού (= θεαματικότητα). Πβ. τηλεθέαση. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. audience, περ. 1950] | |
| 1807 | ακροαριστερά | [ἀκροαριστερά] α-κρο-α-ρι-στε-ρά ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. άκρα Αριστερά: ακτιβιστές/ιδεολογικός χώρος της ~άς. Όλο το πολιτικό φάσμα από την ακροδεξιά ως την ~. [< γαλλ. extrême-gauche] | |
| 1808 | ακροαριστερός | , ή, ό [ἀκροαριστερός] α-κρο-α-ρι-στε-ρός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στην ή σχετίζεται με την άκρα Αριστερά: ~ή: ιδεολογία/οργάνωση. ~ό: κόμμα. Ασπάζεται ~ές απόψεις. ● Ουσ.: ακροαριστερός, ακροαριστερή (ο/η): πρόσωπο που υποστηρίζει τις πολιτικές θέσεις της άκρας Αριστεράς: Οι ~οί εντάσσονται σε εξωκοινοβουλευτικά κόμματα. Βλ. εξτρεμιστής. ΣΥΝ. αριστεριστής ΑΝΤ. ακροδεξιός, ακροδεξιά [< γαλλ. d'extrême-gauche] | |
| 1809 | ακρόαση | [ἀκρόαση] α-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άσεως | -άσεις, -άσεων} 1. η ενέργεια του ακούω και ειδικότ. παρακολούθηση ομιλίας, εκπομπής: ατομική/διακριτική/ενεργητική/κριτική/μουσική ~. ~ ονλάιν. Κινητό τηλέφωνο ~ης χώρου. Γρήγορη ~ μηνυμάτων. ~ με ακουστικά. ~ ειδήσεων/μαθημάτων/ραδιοφωνικού σταθμού/τραγουδιών. Καλή ~! Πβ. άκουσμα. Βλ. λαθρ~, συν~. 2. υποδοχή κάποιου από επίσημο φορέα σε προκαθορισμένο χρόνο και συνήθ. κατόπιν αίτησης, προκειμένου να προβάλει το αίτημά του ή ειδικότ. τις ικανότητές του: Διοργανώνω/εξασφαλίζω/ζητώ ~. Περνώ από ~. Καλώ σε ~ (βλ. οντισιόν, συνέντευξη). Πηγαίνω/συμμετέχω σε (ανοιχτή) ~. Επιτροπή ~ης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχθηκε σε ~ τον/την ... 3. διαδικασία (δικαστηρίου, Αρχής, επιτροπής) κατά την οποία συγκεντρώνονται μαρτυρίες με στόχο τον προσδιορισμό ενός θέματος, ενός γεγονότος και τη λήψη απόφασης: Ημερομηνία διεξαγωγής της ~ης. Διενεργώ/διοργανώνω/πραγματοποιώ ~. Κλήθηκε σε ~ από το συμβούλιο, για να δώσει εξηγήσεις.|| (ΝΟΜ.) ~ μαρτύρων. Προκαταρκτική ~. ~ κεκλεισμένων των θυρών. Πβ. ακροαματική διαδικασία. 4. ΙΑΤΡ. διάγνωση, με στηθοσκόπιο ή με γυμνό αυτί, της κατάστασης του οργανισμού από τους ήχους που παράγονται σε διάφορα όργανα του σώματος, κυρ. στη θωρακική ή κοιλιακή κοιλότητα: κλινική ~. ~ καρδιάς/πνευμόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή ακρόαση & ανοιχτή συνομιλία: λειτουργία του τηλεφώνου (συνήθ. του ενσύρματου) που επιτρέπει την επικοινωνία χωρίς χρήση ακουστικού με δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων ατόμων στη συνομιλία: (Κινητό) τηλέφωνο με ~ ~. Τηλεδιάσκεψη μέσω τηλεφώνου με χρήση ~ής ~ης (= κλήση σύσκεψης)., δημόσια ακρόαση: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. διαδικασία δημόσιου διαλόγου, όπου παρέχεται σε φορείς, πολίτες ή οργανωμένα σύνολα η δυνατότητα διατύπωσης απόψεων, επιχειρημάτων και εισηγήσεων σε σχέση με συγκεκριμένο αίτημά τους ή με γενικού ενδιαφέροντος θέμα: Διεξάγεται/κλήθηκε σε/παρίσταμαι σε ~ ~. Το Ευρωδικαστήριο θα κρίνει μετά από ~ ~. [< γαλλ. audience publique] , δικαίωμα ακρόασης: ΝΟΜ. δικαίωμα των διαδίκων να παραστούν ενώπιον του δικαστηρίου και να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους με αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου να τους λάβει υπόψη. ● ΦΡ.: ούτε φωνή ούτε ακρόαση (προφ.): για πρόσωπο ή φορέα που δεν δίνει σημεία ζωής· για κατάσταση, διαδικασία για την οποία δεν υπάρχει καμία ενημέρωση: Του τηλεφώνησα τρεις φορές, αλλά ~ ~. Από τον Γιώργο ~ ~. Εδώ και έναν μήνα ~ ~. [< 1: αρχ. ἀκρόασις 2,3: γαλλ. audience 4: γαλλ. auscultation] | |
| 1810 | ακροαστικά | [ἀκροαστικά] α-κρο-α-στι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΑΤΡ. παθολογικά ευρήματα που ανιχνεύονται κυρ. στους πνεύμονες με την ακρόαση: γρίπη με ~. Έχει ~. Ο γιατρός τού βρήκε ~. [< γαλλ. (signes) auscultatoires] | |
| 1811 | ακροαστικός | , ή, ό [ἀκροαστικός] α-κρο-α-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται με ακρόαση ή προέρχεται από αυτήν: ~ή: εξέταση. ~ά: ευρήματα (= ακροαστικά).|| ~ή: εστία (: το σημείο της κοιλιάς όπου οι παλμοί του εμβρύου ακούγονται εντονότερα). [< γαλλ. auscultatoire] | |
| 1812 | ακροατήριο | [ἀκροατήριο] α-κρο-α-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ακροατηρί-ου | -ων} 1. οι ακροατές που παρακολουθούν ομιλία ή συναυλία: ανομοιογενές/αραιό/ειδικό/ενεργητικό/ενθουσιώδες/θερμό/παθητικό/πολυπληθές/πυκνό ~. Οι αντιδράσεις/το ενδιαφέρον/η συμμετοχή του ~ου. Μαζικά/μεγάλα/φοιτητικά ~α. 2. ΝΟΜ. η αίθουσα στην οποία εκδικάζεται μια υπόθεση και οι άνθρωποι που την παρακολουθούν: ενώπιον (του) ~ου. Το θέμα θα συζητηθεί/η υπόθεση θα φτάσει στο ~. ● ΦΡ.: συζήτηση στο ακροατήριο βλ. συζήτηση [< μτγν. ἀκροατήριον, γαλλ. auditoire] | |
| 1813 | ακροατής, ακροάτρια | [ἀκροατής] α-κρο-α-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ακούει κάτι (συνήθ. δημόσιο ακρόαμα) προσεκτικά: ~ές διάλεξης/εισήγησης/(ραδιοφωνικής) εκπομπής/συναυλίας. Οι ~ές και οι τηλεθεατές. Κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον των ~ών/~τριών (= του ακροατηρίου) του. Βλ. συν~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Ο ομιλητής (= πομπός) και ο ~ (= δέκτης). 2. (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) πρόσωπο που παρακολουθεί σειρά μαθημάτων χωρίς κανονική εγγραφή: ελεύθερος ~. [< 1: αρχ. ἀκροατής, γαλλ. auditeur 2: γαλλ. auditeur libre, γερμ. Hörer] | |
| 1814 | ακρόβαθρο | [ἀκρόβαθρο] α-κρό-βα-θρο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝ. τοίχος στήριξης στο άκρο γέφυρας: διάβρωση/πέδιλο ~ου. Ενισχυμένα ~α από οπλισμένο σκυρόδεμα. | |
| 1816 | ακροβάτης | [ἀκροβάτης] α-κρο-βά-της ουσ. (αρσ.) {ακροβατών} , ακροβάτισσα (η) 1. πρόσωπο που διασκεδάζει το κοινό, εκτελώντας δύσκολες και επικίνδυνες γυμναστικές ασκήσεις ισορροπίας: Ποδηλάτης-~. Οι ~ες, οι ζογκλέρ και οι κλόουν του τσίρκου. Πβ. ισορροπιστής, σχοινοβάτης. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ενεργεί παράτολμα και επικίνδυνα: Οι ~ες της πολιτικής. [< μτγν. ἀκροβάτης, γαλλ. acrobate, αγγλ. acrobat] | |
| 1817 | ακροβατικός | , ή, ό [ἀκροβατικός] α-κρο-βα-τι-κός επίθ.: (κυριολ. κ. μτφ.) που σχετίζεται με την ακροβασία ή/και τον ακροβάτη: ~ός: θίασος. ~ή: βουτιά/επίδειξη/παράσταση/ποδηλασία/πτήση (: επικίνδυνοι ελιγμοί με αεροπλάνο). ~ό: θέαμα/σμήνος/σόου. ~ές: ασκήσεις/φιγούρες. ~ά: κόλπα/νούμερα.|| (μτφ.) ~ή: πολιτική. ~οί: συλλογισμοί. ● Ουσ.: ακροβατικά (τα): η ακροβασία και γενικότ. κάθε παράτολμη ή επικίνδυνη ενέργεια που γίνεται για εντυπωσιασμό ή επίδειξη: εναέρια/εντυπωσιακά/περίτεχνα ~. Έκανε/εκτελούσε με επιδεξιότητα ~ ακριβείας. ● ΣΥΜΠΛ.: ακροβατική γυμναστική: ΑΘΛ. ομαδικό μη ολυμπιακό άθλημα της γυμναστικής, το οποίο περιλαμβάνει ακροβατικές ασκήσεις (ασκήσεις ισορροπίας ή/και πετάγματα στον αέρα) που εκτελούνται με τη συνοδεία μουσικής. [< γαλλ. gymnastique acrobatique] [< μτγν. ἀκροβατικός 'για ανυψωτικό μηχάνημα', γαλλ. acrobatique, αγγλ. acrobatic] | |
| 1818 | ακροβατώ | [ἀκροβατῶ] α-κρο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {ακροβατ-είς ..., -ώντας· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. (μτφ.) κάνω κάτι επικίνδυνο ή/και παράτολμο, προσπαθώντας παράλληλα να ισορροπήσω μεταξύ δύο αντίθετων καταστάσεων: ~εί ανάμεσα σε δύο σχέσεις/μεταξύ τρέλας και λογικής. ~ούσαν στην κόψη του ξυραφιού. Πβ. ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω. 2. εκτελώ ακροβατικές ασκήσεις, κάνω ακροβασίες: Ο σχοινοβάτης ~ούσε με προσεκτικές κινήσεις. [< μτγν. ἀκροβατῶ ‘περπατώ στις μύτες των ποδιών, επιδίδομαι σε αναρρίχηση’] | |
| 23086 | ακροβατώ | [καρκινοβατῶ] καρ-κι-νο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {στο ενεστ. θ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστερώ, κινούμαι με αργούς ρυθμούς: Η υλοποίηση του σχεδίου ~εί εδώ και χρόνια (= αργο-, βραδυ-πορεί). Οι συνομιλίες ~ούν. Το έργο ~ούσε. Πβ. οπισθοδρομώ. Βλ. σαν τον κάβουρα. [< μεσν. καρκινοβατώ ΄πηγαίνω όπως το καβούρι΄, γαλλ. marcher en crabe] | |
| 58821 | ακροβατώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ